1 Ιουλ 2012

Οι Ταινίες της 28ης Ιουνίου 2012


Του Νέστορα Πουλάκου 

Αυτή την εβδομάδα κάνουν πρεμιέρα στις αίθουσες πέντε ταινίες, με τις αργεντίνικες “Μεσοτοιχίες” που κέρδισαν τη Χρυσή Αθηνά στις περυσινές Νύχτες Πρεμιέρας να ξεχωρίζουν από το υπόλοιπο πρόγραμμα των πρώτων προβολών, στα τέλη Ιουνίου. Παράλληλα, δυο νέες επανεκδόσεις κάνουν την εμφάνιση τους στα θερινά σινεμά της χώρας. Κάρι Γκραντ, Κάθρην Χέμπορν, Τζέιμς Στιούαρτ, Γκρέγκορι Πεκ και Ρόμπερτ Μίτσαμ θα σε συντροφέψουν τις καλοκαιρινές νύχτες κάτω απ’ τα αστέρια. Τέλος, από σήμερα και για 14 μέρες ένας νέος κύκλος κλασικών ταινιών του παγκόσμιου κινηματογράφου θα προβληθεί στο Άστυ της Πλατείας Κοραή. Ταινία της εβδομάδας είναι οι “Μεσοτοιχίες”, η μεγάλη νικήτρια του Φεστιβάλ Νύχτες Πρεμιέρας της Αθήνας το 2011. Κριτικές θα διαβάσεις από τον Γωγάκη και τους Cinepivates, κατά την περυσινή τους ανταπόκριση. Θα μπορούσε και να είναι ένα από τα καλύτερα αστυνομικά της χρονιάς, παρολαυτά η ταινία “Στα Όρια” δεν ξεπερνά τις σεναριακές αγκυλώσεις και τις σκηνοθετικές παρεκκλίσεις του Μόβερμαν, ο οποίος δεν εκμεταλλεύτηκε όσο θα έπρεπε την εξαίσια ερμηνεία του Χάρελσον. Κατώτερο των προσδοκιών είναι το μπλοκμπάστερ “Ροκ για πάντα”, ένα μουσικοχορευτικό τύπου ριάλιτι μιούζικαλ-tribute στη ροκ δεκαετία του 1980. Μόνο οι περιφερειακοί ρόλοι αξίζουν της προσοχής σου. Η γαλλική ταινία “Ούτε στον εχθρό μου”, που έκλεισε το φετινό Φεστιβάλ Γαλλόφωνου Κινηματογράφου, είναι μια άνοστη τρε μπαναλιτέ ρομαντική κομεντί που σίγουρα δεν απευθύνεται στο ελληνικό σινεφίλ κοινό. Γαλλικοί είναι και “Οι Αποχαιρετισμοί στη Βασίλισσα”, που άνοιξαν τη φετινή Μπερλινάλε. Μια ταινία που δεν πρόλαβε να δει, λόγω πτήσης, ο Γωγάκης αλλά και που, για άγνωστο λόγο, δεν προβλήθηκε στους δημοσιογράφους. Άρα, απουσιάζει η κριτική να ‘χεις υπόψη σου. Πρώτη επανέκδοση της εβδομάδας είναι τα “Κοινωνικά Σκάνδαλα” του Τζωρτζ Κούκορ, μια ανεπανάληπτη κομεντί του 1940. Κριτική σου γράφει ο Βικτωράτος από το περυσινό αφιέρωμα του SevenArt “10 Επανεκδόσεις που Θέλουμε να δούμε στα Θερινά Σινεμά”, κάτι που σημαίνει ότι ο κ. Κοσσυβάκης της New Star Films “άκουσε” τα θέλω μας! Τέλος, το πρώτο “Ακρωτήρι του Φόβου”, εκείνο του 1962, κι όχι το ριμέικ του Μάρτιν Σκορσέζε, θα μπορείς να δεις από αυτή την εβδομάδα ώστε να απολαύσεις… δύο γίγαντες να συγκρούονται. 

Στα Όρια (4/10) 

Εντέλει πρόκειται για ένα περίεργο αστυνομικό b-movie, το οποίο από τη μια μεριά διαθέτει αρετές μπόλικες όμως χάνεται στον μέσο όρο χάρη στην εξωφρενικά κακή σκηνοθεσία του και στη μαγκωμένη σεναριακή εξέλιξη του, που ναι μεν καλοχτίζει τον χαρακτήρα του διεφθαρμένου μπάτσου αδιαφορώντας δε για όλη την υπόλοιπη ιστορία. Καταρχάς, μιλάμε για μια εξαίσια πλην βρώμικη ερμηνεία του Γούντι Χάρελσον ως διεφθαρμένου μπάτσου της Αστυνομίας του Λος Άντζελες, ο οποίος αρέσκεται να ακολουθεί τις δικές του μεθόδους, που πολλές φορές είναι εκτός νόμου. Δολοφονίες, ξυλοδαρμοί, εκβιασμοί, ληστείες και άλλα πολλά περιλαμβάνονται στο καθημερινό πρόγραμμα του ως άνθρωπος του νόμου, παρόλο που η προσωπική του ηθική, η ακόρεστη σεξουαλικότητα του και η ιδιότυπη οικογένεια του (παντρεμένος διαδοχικά με δυο αδελφές, έχει αποκτήσει δυο κόρες που είναι αδελφές και ξαδέλφες, μένοντας όλοι μαζί στο ίδιο σπίτι!) στέκουν πάντοτε στο ύψος τους, πάντοτε υπό την προστασία του. Από κει και πέρα, ο Μόβερμαν εξαντλείται στον χαρακτήρα του Ντέηβ αδιαφορώντας πλήρως για την εξέλιξη της ιστορίας του και τους υπόλοιπους χαρακτήρες του. Τα χει παρατημένα όλα, έτσι αναπόφευκτα παρατάς κι εσύ την ίδια την ταινία. Εν ολίγοις, από αυτή την αστυνομική ταινία κρατάς την ερμηνεία του Χάρελσον και την ιδιαίτερη περσόνα που υποδύεται. 

Ροκ για πάντα (3/10) 

Αυτό κι αν είναι ένα καλοκαιρινό μπλοκμπάστερ κατώτερο των προσδοκιών. Προφανώς και περιμένεις να δεις ένα tribute στο ροκ της δεκαετίας του 1980, με νέες διασκευές των μεγαλύτερων μουσικών χιτς της εποχής, όμως αυτό το μουσικοχορευτικό μιούζικαλ μπορεί να συγκριθεί μόνο με νεανική ταινία τύπου So you think you can dance. Καθότι το κεντρικό πρωταγωνιστικό δίδυμο, δυο νέοι γεμάτοι όνειρα και φιλοδοξίες για το τραγούδι και την… καριέρα τους, χορεύουν και τραγουδάνε καταρχάς απελπιστικά ατάλαντα και εν συνεχεία με μια πομπώδη κίνηση και έκφραση που θυμίζουν τα παιδιά στα μουσικά ριάλιτι των τελευταίων χρόνων. Όλο αυτό το στήσιμο σε πετάει συνεχώς εκτός της ιστορίας και της ταινίας. Οι ηθοποιοί λοιπόν αυτοί ήταν μια κακή επιλογή. Όπως πολύ αδιάφορο είναι και το όλο σκηνικό, το μπακγκράουντ της ιστορίας. Λος Άντζελες και μουσικά κλαμπ, ποτό, ναρκωτικά και κρυόκωλα αστεία. Πραγματικά καμία έμπνευση παρά μόνο μια κακή κόπια εκείνης της εποχής. Τα σημεία που αξίζουν στην ταινία “Ροκ για πάντα”, απλώς δεν νομίζω ότι φτάνουν για να τη σώσουν, είναι οι περιφερειακοί ρόλοι του Άλεκ Μπάλντουιν, της Κάθρην Ζέτα Τζόους, του Ράσελ Μπραντ, ακόμη και του Τομ Κρουζ. Όλοι τους υποδύονται κακέκτυπα της εποχής, χαρακτήρες δηλαδή που από μόνοι τους προκαλούν γέλιο. Πέραν τούτου όμως ουδέν άλλο αξίζει της προσοχής σου. Δυστυχώς, πρόκειται για μια ακόμη ταινία που στα γρήγορα θα ξεχαστεί. 

Ούτε στον Εχθρό μου (2/10) 

Η αλήθεια είναι ό,τι ούτε στον εχθρό μου δεν θα πρότεινα αυτή τη γαλλική, μάλλον, κωμωδία, πόσω μάλλον σε εσένα. Το ‘χω ξαναγράψει για τη γαλλική κωμωδία. Ότι στα σίγουρα δεν ταιριάζει στη δική μας ιδιοσυγκρασία, με ελάχιστες εξαιρέσεις (π.χ. “Δείπνο Ηλιθίων”), και αυτό την κάνει ξενέρωτη, μπανάλ, παρωχημένη. Το Φεστιβάλ Γαλλόφωνου Κινηματογράφου μας το έχει αποδείξει αυτό πολλάκις όλα αυτά τα χρόνια. Όλα τα παραπάνω, φυσικά, και ισχύουν στην ταινία αυτή, με μια Ιζαμπέλ Ιπέρ που προσπαθεί να μαζέψει τα ασυμμάζευτα, και έναν Μπενουά Ποελβόρντ χειρότερο δεν γίνεται. Και φυσικά δεν είναι θέμα ρόλων, αλλά ερμηνειών. Αυτό βέβαια που πάσχει κυρίως είναι το σενάριο, που αποδεικνύεται ένας αχταρμάς με κρύα αστεία και δόσεις ρομάντζου, ενώ η σκηνοθεσία είναι εντελώς άνευρη. Και για να καταλάβεις, είναι μια ταινία που κατάφερε να βγάλει στην επιφάνεια το πατριωτικό μου, που δεν έχω ούτε στο ελάχιστο ο άνθρωπος, όταν σε διάλογο οι Έλληνες αποκαλέστηκαν “αδερφάρες που φοράνε φούστα!”. Στην αίθουσα του Ιντεάλ, στη διάρκεια της τελετής λήξης του 13ου Φεστιβάλ Γαλλόφωνου Κινηματογράφου, δεν γέλασε κανείς. Και πίστεψε με, τέτοια κακόγουστα αστεία έχει πολλά η ταινία. 

Το Ακρωτήρι του Φόβου (7/10) 

Ο σεβασμός στο πρωτότυπο έργο είναι δεδομένος, όμως εδώ έχουμε να κάνουμε και με μια εξαιρετική ταινία, για την ακρίβεια με ένα θρίλερ επιπέδου, όπου όντως συγκρούονται δύο γίγαντες, ο Γκρέγκορυ Πεκ και ο Ρόμπερτ Μίτσαμ, ενθυμούμενος τον πρώτο ελληνικό τίτλο της ταινίας όταν και κυκλοφόρησε στις αίθουσες. Βασισμένος στο βιβλίο του ΜακΝτόναλντ, ο Τόμσον δομεί με αριστοτεχνικό τρόπο αυτό το δυνατό θρίλερ: ένας πρώην κατάδικος κάνει την ζωή του δικηγόρου που τον έβαλε στη φυλακή κόλαση. Η ανάσα σού κόβεται κυριολεκτικά μέχρι και το περιπετειώδες τελευταίο μισάωρο της μάχης των δυο αντρών. Ο Αμερικανός σκηνοθέτης πέρα από το φοβερό υλικό που διέθετε, είχε στα χέρια του και τις εξαίσιες ερμηνείες των δυο ηθοποιών-ογκόλιθων του αμερικανικού σινεμά της εποχής. Το “Ακρωτήρι του Φόβου” είναι μια από τις χαρακτηριστικότερες ταινίες του ψυχολογικού θρίλερ και του μάτσο φόβου. Η μπρουταλίνη βγαίνει στην επιφάνεια και οι δυο αντίπαλοι άντρες τα λένε για τα καλά. Για την ταμπακέρα και μόνο: Προφανώς και το ριμέικ του Σκορσέζε είναι αξιοπρόσεχτο αλλά σαφώς κατώτερο από αυτή την πρώτη ταινία του 1962. 

 *Τα κείμενα δημοσιεύθηκαν στο κινηματογραφικό πόρταλ www.sevenart.gr (28-6-12).