21 Ιουλ 2012

Ο Ταξιτζής του Μάρτιν Σκορσέζε


Του Νέστορα Πουλάκου 

To SevenArt ως χορηγός επικοινωνίας της Ταινιοθήκης της Ελλάδας παρακολούθησε την περασμένη εβδομάδα τον “Ταξιτζή” του Μάρτιν Σκορσέζε, σε επανέκδοση με ψηφιακά αποκατεστημένη κόπια από την Sony Pictures. Ο Ταξιτζής του Μάρτιν Σκορσέζε Μπαίνοντας στη θερινή αίθουσα του κινηματογράφου Λαΐς, στην Ταινιοθήκη της Ελλάδας, αναρωτήθηκα πόσος καιρός έχει περάσει από τότε που είδα για πρώτη φορά συγκλονισμένος τον “Ταξιτζή” του Μάρτιν Σκορσέζε. Την ταινία που απογείωσε την καριέρα τόσο του Ντε Νίρο όσο και του Σκορσέζε. Αλλά και την ταινία που αγνοήθηκε εγκληματικά στα Όσκαρ και τις Χρυσές Σφαίρες του 1977. Μόνο οι Ευρωπαίοι την εκτίμησαν χαρίζοντας της τον Χρυσό Φοίνικα στο Φεστιβάλ Καννών 1976. 

Δυο είναι τα δεδομένα που σε ριγούν στις δυο, σχεδόν, ώρες της ιστορίας του Τράβις Μπικλ, του βετεράνου του Βιετνάμ με τα άπειρα ψυχολογικά προβλήματα, τις αϋπνίες και τα χάπια, την αντικοινωνική συμπεριφορά και την γενική στρέβλωση που έχει για τα δημόσια πράγματα: Αφενός η διεισδυτική, χαυνωτική μουσική σύνθεση του Μπέρναρντ Χέρμαν, ο οποίος επιμελήθηκε να “ντύσει” ένα σύγχρονο νουάρ, έχοντας μάθει τόσα χρόνια στις παραγωγές του Άλφρεντ Χίτσκοκ. 

Αφετέρου, η εξαιρετική ερμηνεία του Ρόμπερτ Ντε Νίρο. Ο Νεοϋορκέζος ηθοποιός, με μόλις δέκα χρόνια παρουσίας στο αμερικανικό σινεμά, είχε καταφέρει να γίνει γνωστός ήδη με τους “Κακόφημους Δρόμους” του Σκορσέζε και τον “Νονό 2” του Φράνσις Φορντ Κόπολα. Όμως, το άχαρο βλέμμα του Τράβις Μπικλ, το περίφημο “Are you talking to me?”, το μαλλί μοϊκάνα, η σκηνή με τα αίματα παντού και το χέρι σε σχήμα όπλου, ή αλλιώς ο ταξιτζής που έμεινε στην Ιστορία του Κινηματογράφου, συνθέτουν την ερμηνεία της καριέρας του που παραμένει έως τις ημέρες μας. 

Το σενάριο του κριτικού κινηματογράφου (και μετέπειτα πετυχημένου σεναριογράφου) Πωλ Σρέιντερ έγινε ψωμοτύρι στα χέρια του Μάρτιν Σκορσέζε, ο οποίος έψαχνε την επόμενη “βρώμικη” επιτυχία του μετά τους “Κακόφημους Δρόμους”, με διάλειμμα την οσκαρούχα “Η Αλίκη δεν μένει πια εδώ” όπου πρωταγωνιστεί η Έλεν Μπέρσταιν. Η ιστορία μιλά για τον προβληματικό και περιθωριακό Τράβις Μπικλ. Η δουλειά του νυχτερινού ταξιτζή στους περιέργους νεοϋορκέζικους δρόμους τον βγάζει από την σαπίλα της καθημερινότητας του και του δίνει ένα γερό εισόδημα. 

Ο ταξιτζής Μπικλ προσπαθεί να ανακάμψει στη ζωή μετά τον τραυματικό πόλεμο του Βιετνάμ. Παρολαυτά αποτυγχάνει. Η γυναίκα που φλερτάρει τον απορρίπτει, το κοινωνικό στάτους τον φτύνει. Μοναδική του διασκέδαση είναι τα τσοντοσινεμά που ανθούν στα μέσα της δεκαετίας του 1970 μετά την επανάσταση που έφερε η ταινία “Το Βαθύ Λαρύγγι”. Ο Μπικλ, όσο περνάει ο καιρός, ασχολείται με την κοινωνία της Νέας Υόρκης. Θέλει να την “καθαρίσει” από τους βρωμιάρηδες και τους εγκληματίες, τους νταβατζήδες και τις πόρνες, τους σάπιους πολιτικούς και την εν γένει διαφθορά. Ο Μπικλ θα τραβήξει έναν δρόμο που θα μπορούσε να μην έχει επιστροφή. Εντέλει βγαίνει νικητής και ήρωας. 

Η ιστορία έχει ένα happy end, αλλά όχι το κλασικό χολιγουντιανό. Είναι μυστηριώδες, μοναχικό, σκοτεινό. Μια χαραμάδα φωτός ξεπροβάλλει μόνο. Γιατί αυτό είναι το σινεμά της ματαιότητας, που έφερε το Νέο Αμερικανικό Ρεύμα στον κινηματογράφο μετά τον πόλεμο του Βιετνάμ. 

Ένα αδιαμφισβήτητο ελκυστικό στοιχείο στον “Ταξιτζή” είναι η φωτογραφία του Μάικλ Τσάπμαν, ο οποίος χαρτογραφεί υποδειγματικά την κοινωνία της Νέας Υόρκης στη μεταβατική δεκαετία του 1970. Η Νέα Υόρκη ήταν μια πραγματικά βρώμικη, άσχημη και σαφώς γιγαντωμένη μεγαλούπολη, η οποία ενέπνευσε συγγραφείς, κινηματογραφιστές και πάσης φύσεως καλλιτέχνες. Η σεξουαλική έκρηξη, οι μετανάστες δεύτερης και τρίτης γενιάς, τα γκέτο, η άνθηση της πρέζας και των παραισθησιογόνων, η αυξημένη εγκληματικότητα και η βρωμιά με το σκουπιδαριό, τα νερά των πυροσβεστικών κώνων, οι δυσοσμίες των υπόνομων και εν γένει μια ελευθεριότητα που έρεπε στην αναρχία και την παραβατικότητα, είναι στοιχεία που χαρακτήριζαν την πόλη και προκαλούσαν πονοκεφάλους και σκέψεις “εκκαθάρισης” στον Τράβις Μπικλ. 

Όπως και να ‘χει, ο “Ταξιτζής” παραμένει μια ταινία-ορόσημο του κινηματογράφου από πολλές απόψεις. Σίγουρα όμως αποτελεί τη χαρακτηριστική ιστορία μιας εποχής άρρωστης μεν δημιουργικής δε, που έχει περάσει ανεπιστρεπτί. 

 *Το κείμενο δημοσιεύτηκε στο κινηματογραφικό πόρταλ www.sevenart.gr (17-7-12).