3 Αυγ 2012

13 ΕΓΚΛΗΜΑΤΑ ΖΗΤΟΥΝ ΕΝΟΧΟ


Η σημερινή στήλη SummerTime ασχολείται με μια… άδικη ταινία! Τα “13 Εγκλήματα ζητούν ένοχο” ανήκουν στις υποτιμημένες ταινίες του Άλφρεντ Χίτσκοκ, που και δεν βραβεύτηκαν και δεν μνημονεύονται στις κατά καιρούς λίστες για τις καλύτερες και πιο πετυχημένες παραγωγές της καριέρας του Άγγλου κινηματογραφιστή. Παρολαυτά στο SevenArt αγαπάμε την ταινία αυτή. Αφενός γιατί την περιλαμβάνουμε στο πιο προσωπικό σινεμά του Χίτσκοκ, που είναι καθαρό και αγνό, μακριά από τους πετυχημένους αλλά συνήθεις μανιερισμούς σασπένς και αγωνίας που διέθετε ο σπουδαίος δημιουργός. Αφετέρου γιατί την είχαμε επιλέξει στο αφιέρωμα Άδικες… Ταινίες (Φεβρουάριος 2012), με αφορμή την προβολή του “Άδικου Κόσμου” του Φίλιππου Τσίτου στις αίθουσες της χώρας. Ο συντάκτης Θωμάς Χαριτάκης είχε γράψει χαρακτηριστικά: “Από τις πιο παρεξηγημένες ταινίες του Βρετανού τα προηγούμενα χρόνια, σιγά-σιγά βρίσκει τη θέση που της αξίζει δίπλα στα αριστουργήματά του.” Ξεπερνώντας τον, μάλλον, κάκιστο ελληνικό τίτλο της (Σ.σ. διάβασε εδώ σχετικό αφιέρωμα της Σοφίας Καλάγκα), ο “Λάθος Άνθρωπος”, σύμφωνα με την ακριβή απόδοση, είναι σαν ένα ντοκιουντράμα που συγκλόνισε την εποχή εκείνη. Άλλωστε, η ταινία γυρίστηκε στα 1956 όταν ακόμη τις Η.Π.Α. δεν τις αποκαλούσες και φιλελεύθερες πολιτείες. Ο Χίτσκοκ, εν προκειμένω οι Άντερσον και ΜακΦέιλ στο σενάριο, στηρίχθηκαν σε αληθινό περιστατικό που είχε συμβεί καιρό πριν. Μπασίστας της τζαζ, που παίζει μεν σε κυριλέ μαγαζί αλλά πληρώνεται ψίχουλα, είναι ο Μάνι Μπαλεστρέρο, ο οποίος όμως διάγει ήσυχη και οικογενειακή ζωή. Υπέρ-αγαπά τη γυναίκα του (σε χαρακτηριστικό μελοδραματικό ρόλο η Βέρα Μάιλς) και τα δυο του μικρά αγόρια, που τσακώνονται για το ποιος από τους δυο έχει μεγαλύτερη έφεση στη μουσική (ο ένας παίζει πιάνο και ο άλλος φυσαρμόνικα), την πατάει άσχημα όταν βρίσκεται ξαφνικά στη φυλακή! Ο λόγος είναι απλός όμως και εξαιρετικά σύνθετος. Απλώς τον μπερδεύουν με έναν κατά συρροή ληστή. Όμως τον βάζουν στη φυλακή καθότι αφενός αναγνωρίζεται από δυο τρομαγμένες κυρίες ασφαλιστικής εταιρείας (σημειωτέον, τον “βάζει” φυλακή η εταιρεία που ασφαλίζει την οικογένεια Μπαλεστρέρο!) αφετέρου δεν υπάρχουν ισχυρά στοιχεία για την απόδειξη της αθωότητας του. Με ντοκιμαντερίστικη, ευθύγραμμη κινηματογράφηση, ο Χίτσκοκ στηρίζεται στην εξαιρετική, σχεδόν σπαρακτική ερμηνεία του Χένρι Φόντα, για να καταδείξει τον ανθρώπινο πόνο, την οικογενειακή τραγωδία και εντέλει το τρύπιο δικαστικό σύστημα. Φυσικά και οι αγώνες των Μπαλεστρέρο κατέληξαν στο βρόντο. Φυσικά και η λύση του μυστηρίου βρέθηκε όταν, από λάθος, πιάστηκε ο πραγματικός ένοχος που ψάχνει και ο ελληνικός τίτλος της ταινίας. Κατά τη γνώμη μου, δυο είναι οι κορυφαίες στιγμές της ταινίας: Αφενός το δράμα, ο πάτος, το τέλμα που νιώθει λόγω αδικίας ο Μάνι Μπαλεστρέρο όταν βρίσκεται πίσω από τα κάγκελα της φυλακής. Αφετέρου η ματιά του “γιατί;” που ανταλλάζει με τον πραγματικό ληστή. Τέλος, το κατεβασμένο κεφάλι μιας εκ των μαρτύρων μετά την ανακάλυψη του “λάθους” είναι η κινηματογραφική αποθέωση της ντροπής. Σαφώς και τα “13 Εγκλήματα Ζητούν Ένοχο” είναι μια διαφορετική ταινία στη φιλμογραφία του Χίτσκοκ. Γι’ αυτό άλλωστε και ο ίδιος σπεύδει να την προλογίσει διευκρινίζοντας μερικά δεδομένα για τη δημιουργία της. Αυτό που τον ερέθισε, κατά τα λεγόμενα του, ήταν η fiction διάσταση μιας πραγματικής ιστορίας που ξεπερνά και το σινεμά. Η άδικη… ταινία του Χίτσκοκ αδικήθηκε και στα βραβεία Όσκαρ. Τουλάχιστον σε εκείνο του α’ ανδρικού ρόλου που σίγουρα το άξιζε ο Φόντα, ο οποίος ούτε καν προτάθηκε! 

*Τα παραπάνω κείμενα δημοσιεύτηκαν στην στήλη SummerTime του Νέστορα Πουλάκου, από 16 εως 30 Ιουλίου, στο κινηματογραφικό πόρταλ www.sevenart.gr.