2 Αυγ 2012

ΜΙΑ ΛΑΤΕΡΝΑ ΜΙΑ ΖΩΗ


Σε συνέχεια του μικρού αφιερώματος-φόρου τιμής μας στον σπουδαίο καλλιτέχνη του κινηματογράφου και του βιβλίου Σωκράτη Καψάσκη, παρουσιάζουμε στη στήλη HellasFilm την πρώτη του σκηνοθετική δουλειά, το κλασικό μελόδραμα του παλιού ελληνικού κινηματογράφου “Μια λατέρνα μια ζωή”. Παραγωγή της ΑΝΖΕΡΒΟΣ του 1958, αποτελεί μια από τις χαρακτηριστικότερες ταινίες του “μπεκρή του ελληνικού κινηματογράφου” Ορέστη Μακρή. Η ιστορία της λατέρνας και η ζωή του λατερνατζή της, όπως αυτές πέρασαν από τη Μεσοπολεμική Ελλάδα του 1938 στη Μεταπολεμική του 1958, από την Αθήνα των μαχαλάδων σε εκείνη της πολυκατοικίας, και εντέλει από την διασκέδαση της ταβέρνας σε εκείνη των νάιτ κλαμπ, ολοκληρώνονται με την πώληση της και το θάνατο του καλλιτέχνη γερό-μπεκρή. Αυτή είναι η κοινωνική σπουδή του Γιώργου Τζαβέλλα καθώς έγραφε αυτό το δραματικό σενάριο, το οποίο επενδύθηκε με τη μουσική του Μάνου Χατζιδάκι και τις αξέχαστες ερμηνείες των τραγουδιών της ταβέρνας από τον Ορέστη Μακρή (το κομμάτι “Κοπάνα το, κοπάνα το” παραμένει κλασικό). Στους βασικούς ρόλους, ο Καψάσκης είχε ακόμη τα σημαντικά ονόματα της Καρέζη, του Ηλιόπουλου, του Φυσσούν και του Διανέλλου. Η ιστορία μιλάει για την καθημερινότητα του λατερνατζή Κοσμά (Ορέστης Μακρής) στην Αθήνα του 1938. Γυρνάει τις γειτονιές και τις ταβέρνες και παίζει τη λατέρνα του, τραγουδώντας άσματα της παρέας και του κρασιού. Ερωτευμένος με τη γυναίκα του (Τζένη Καρέζη), περιμένουν το πρώτο τους παιδί. Ο Κοσμάς θέλει αγόρι. Εντέλει το παιδί γεννιέται και είναι κορίτσι. Η γυναίκα του πεθαίνει στη γέννα κι εκείνος από αντίδραση δεν θέλει το παιδί του. Αυτό καταλήγει σε ένα άτεκνο ζευγάρι του μεροκάματου που ζει στη γειτονιά του (Λαυρέντης Διανέλλος, Νίτσα Τσαγανέα). Περνάνε 20 χρόνια, τελειώνει και η Κατοχή. Η Αθήνα έχει αλλάξει. Οι ταβέρνες έχουν ερημώσει. Η λατέρνα πια είναι μουσειακό είδος. Όλοι προτιμούν το ραδιόφωνο. Ο γερό Κοσμάς συνεχίζει τη δουλειά του όμως, πάντα παρέα με τον βοηθό του που έχει μεγαλώσει κι αυτός (Ντίνος Ηλιόπουλος), αλλά βγάζει ψίχουλα κι αυτά τα τρώει στο πιοτό. Κάθε μέρα κάθεται με τις ώρες κάτω από το σπίτι της Νίνας (Τζένη Καρέζη, σε διπλό ρόλο) και παίζει τη λατέρνα του για να την ψυχαγωγήσει. Η Νίνα είναι η κόρη του και μοιάζει της μητέρας της. Η Νίνα ζει πλουσιοπάροχα. Οι γονείς της έχουν πιάσει την καλή και φτιάξανε περιουσία. Η Νίνα δεν ξέρει την αλήθεια και κυρίως ότι οι γονείς της είναι θετοί. Εκείνοι βέβαια θέλουν το καλύτερο για την κόρη τους, γι’ αυτό και αντιδρούν στην σχέση της με έναν φτωχό και άσημο βιολιστή (Πέτρος Φυσσούν), αφού τους ξυπνάνε μνήμες του πραγματικού πατέρα της. Η Νίνα όμως το σκάει με τον βιολιστή και μένουνε μαζί. Περνάνε δύσκολα. Κι όταν το όργανο του βιολιστή σπάει, θα βρεθεί ο λατερνατζής Κοσμάς για να τους βοηθήσει. Πρόκειται για ένα από τα χαρακτηριστικότερα μελοδράματα εκείνης της περιόδου. Φτωχολογιά, ταβέρνα, κρασί, λατέρνα. Μεγαλοπιασμένοι πρώην μεροκαματιάρηδες, ερωτοχτυπημένη κόρη και άσημος γαμπρός. Ο Καψάσκης σκηνοθετεί τα κλισέ εκείνου του κινηματογράφου που αγαπηθήκανε τόσο από το ελληνικό σινεφίλ κοινό διαχρονικά. Ενώ η ερμηνεία του μπεκρή Ορέστη Μακρή παραμένει αξεπέραστη. 

Σημείωση: Ένα σύντομο αλλά περιεκτικό αφιέρωμα στον καλλιτέχνη Σωκράτη Καψάσκη έχει επιμεληθεί ο καλός φίλος Φώτης Μπατσίλας στο blog oxy-moron.