2 Αυγ 2012

ΠΟΤΕ ΤΗΝ ΚΥΡΙΑΚΗ


Η σημερινή, προτελευταία της σεζόν, στήλη HellasFilm ασχολείται με μια άκρως καλοκαιρινή και συμβολική ταινία για την εποχή μας, μια ταινία που έκανε γνωστό το ελληνικό σινεμά σε όλο τον κόσμο και έφτασε μέχρι τα Όσκαρ. Το “Ποτέ την Κυριακή”, η πλέον πετυχημένη σύμπραξη του ζεύγους και στη ζωή Ζυλ Ντασέν-Μελίνας Μερκούρη έγινε box office hit το 1960-61, έλαβε σημαντικές διακρίσεις, έπαιξε σε μεγάλα φεστιβάλ και ήταν υποψήφιο στα σπουδαιότερα κινηματογραφικά βραβεία. Μάλιστα, μερικά χρόνια αργότερα ανέβηκε ως “Ilya Darling” στο θεατρικό σανίδι του Μπρόντγουεϊ. Απόψε το βράδυ, το “Ποτέ την Κυριακή” παίζεται στο καλοκαιρινό Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου στο Μαλαγάρι της Σάμου. Γι’ αυτό και εδώ στο SevenArt, ξαναθυμόμαστε την ταινία που χάρισε το Όσκαρ τραγουδιού στον Μάνο Χατζιδάκι (για τα περίφημα πια “Τα παιδιά του Πειραιά”) και το βραβείο γυναικείας ερμηνείας του Φεστιβάλ Καννών στην Μελίνα Μερκούρη. Το “Ποτέ την Κυριακή” είναι η αποτύπωση της Ελλάδας ως φτωχού συγγενή και του ξένου ως πνευματικού ταγού και πολιτικού, κοινωνικού και οικονομικού προτύπου που νομίζει ότι οφείλει να βάλει σε τάξη στη χώρα του Όμηρου και του Αριστοτέλη. Η εύπεπτη σε πρώτο πλάνο ιστορία έχει ως εξής: Η Ίλια είναι η πιο διάσημη πόρνη του Πειραιά. Την αγαπάνε οι άντρες, όλων των ηλικιών και των επαγγελμάτων. Η ίδια διαλέγει την πελατεία της, επιλέγει ακόμη να μη δουλεύει την Κυριακή, κάνει αμέριμνη τα μπάνια της, λατρεύει τον Ολυμπιακό, το καλό φαγητό και τον ήλιο του Πειραιά. Δεν εγκλωβίζεται σε σχέσεις και είναι η αγαπημένη Ίλια των αντρών. Οι άλλες γυναίκες και συνάδελφοι της την ζηλεύουν αλλά και τη θαυμάζουν. Η ίδια λατρεύει και το ελληνικό θέατρο, έχοντας όμως φτιάξει τις δικές της τελικές εκδοχές (και όχι τις πραγματικές, σύμφωνα με τα γραπτά), όπως για παράδειγμα λέει ότι συμβαίνει στην “Μήδεια” (…στο τέλος πήρε τα παιδιά της και τραβήξανε για την παραλία). Τα δεδομένα αλλάζουν όταν καταφτάνει ο Αμερικανός Χόμερ, φιλέλληνας και λάτρης της αρχαίας ελληνικής γραμματείας και παράδοσης. Ο Χόμερ βέβαια γοητεύεται και από την Ίλια, την οποία θέλει μεν διακαώς αλλά επιθυμεί και να την αλλάξει, να την κάνει καλύτερο άνθρωπο, πιο σοβαρό και μορφωμένο, μακριά από την εκπόρνευση και τον… Ολυμπιακό. Κατά τον ίδιο πάντοτε. Κι αν η Ίλια πέφτει αρχικά στην “παγίδα” του γρήγορα καταλαβαίνει ποια είναι η πραγματική ζωή που θέλει η ίδια και που της ταιριάζει. Η αλήθειες είναι δυο για το “Ποτέ την Κυριακή”: Αφενός φτιάχτηκε με τέτοιο τρόπο ώστε να εξακολουθεί να φαντάζει ως μέρος εξωτικό η Ελλάδα, τουλάχιστον σαν μια ανατολίτικη χώρα που προσπαθεί να προσεγγίσει τον δυτικό τρόπο ζωής. Θάλασσα, ταβερνάκι, ναύτες και πόρνες, μαγκιά και λαϊκότητα, λιμάνι και ούζο, σπασίματα και μπουζούκι, χορός και μεθύσι, επανάσταση και αντίδραση στο ξένο κατεστημένο. Όσα και να λέμε, το “Ποτέ την Κυριακή” και αργότερα ο “Αλέξης Ζορμπάς”, ήταν οι ταινίες που έχτισαν το προφίλ της “εξωτικής” χώρας και προσέλκυσαν τουρισμό, δολάρια και “έχτισαν” τη γραφικότητα (θετικά και αρνητικά) της Πλάκας και των ελληνικών νησιών. Αφετέρου, πίσω από αυτή την ιστορία σε πρώτο πλάνο, παρατηρούμε τη διάθεση του Ντασέν να υπερασπιστεί την δεδηλωμένη ανεξαρτησία του ελληνικού λαού, και τη διατήρηση της αυθεντικότητας του, εκφράζοντας ειρωνικά, θυμωμένα και σίγουρα έντονα ότι δεν υφίστανται ξένοι αναμορφωτές και άνθρωποι του θέσφατου, ανώτεροι και καλύτεροι. Η Ελλάδα έχει ανάγκη από τον καλό εαυτό της και όχι από τις νουθεσίες κανενός Αμερικάνου, Άγγλου ή Γερμανού στις μέρες μας, αυτές της Τρόικας και του ΔΝΤ. Η ταινία αγκαλιάστηκε από Έλληνες και ξένους σινεφίλ, ξεπερνώντας τα 10 εκατομμύρια δολάρια σε εισπράξεις παγκοσμίως. Άλλωστε αποτελεί μία από τις ταινίες-ορόσημα του ελληνικού σινεμά, τουλάχιστον στο εξωτερικό. Ακόμη προτάθηκε για πέντε Όσκαρ, Χρυσές Σφαίρες και βραβεία BAFTA, κατακτώντας και το κοινό του Φεστιβάλ Καννών, όπου έκανε την παγκόσμια πρεμιέρα της και διεκδίκησε τον Χρυσό Φοίνικα.