14 Οκτ 2012

Οι Ταινίες της 11ης Οκτωβρίου 2012 στο SevenArt.gr


Του Νέστορα Πουλάκου 

Πυροτεχνήματα την Τετάρτη (7/10) 

Σε μια κλασική κίνηση για την ελληνική διανομή ταινιών, παίζεται για πρώτη φορά στη χώρα μας το εξαιρετικό οικογενειακό δράμα “Πυροτεχνήματα την Τετάρτη” του Ιρανού Ασγκάρ Φαραντί, ο οποίος πέρυσι έλαβε το Όσκαρ και τη Χρυσή Σφαίρα Καλύτερης Ξένης Ταινίας και νωρίτερα τη Χρυσή Αρκούδα στο Φεστιβάλ Βερολίνου για την ταινία του “Ένας Χωρισμός”. Ο Φαραντί βέβαια μας είχε εντυπωσιάσει και το 2009 με το αντονιονικό δράμα “Τι απέγινε η Έλι…”. Δραματική, ιρανικής παραγωγής του 2006, τα “Πυροτεχνήματα την Τετάρτη”, μιλούν για την τελευταία Τετάρτη πριν το νέο περσικό έτος, οπότε ο λαός του Ιράν γιορτάζει με πυροτεχνήματα καθώς προβλέπει μια παλιά ζωροαστρική παράδοση. Η Ρούχι περνάει τη μέρα της στην πρώτη της δουλειά, ανάμεσα σε άλλου είδους πυροτεχνήματα -το νέο της αφεντικό και τη γυναίκα του. Η Ρούχι εργάζεται προσωρινά ως καθαρίστρια ώστε να εξοικονομήσει χρήματα για τον επερχόμενο γάμο της. Την πρώτη κιόλας ημέρα στη νέα της δουλειά, γίνεται μάρτυρας σ’ έναν τεράστιο καβγά ανάμεσα στο ζευγάρι που έχει το διαμέρισμα, καθώς η σύζυγος πιστεύει ότι ο άντρας της την απατά. Κατά τη διάρκεια της μέρας, η νεαρή γυναίκα, το ζευγάρι, το παιδί τους και η ερωμένη, μπλέκονται σε μια σειρά αποκαλύψεων και αντιπαραθέσεων καθώς ξετυλίγεται η αλήθεια. Βλέποντας τα “Πυροτεχνήματα την Τετάρτη”, την τρίτη ταινία του Φαραντί (έχουν προηγηθεί ακόμη δυο, το 2003 και το 2004) που πραγματοποίησε την παγκόσμια πρεμιέρα της στο Φεστιβάλ Λοκάρνο, παίχτηκε στο Φεστιβάλ Τραϊμπέκα και κέρδισε βραβεία στα Φεστιβάλ Σικάγο, Λας Πάλμας και Τεχεράνης, παρατηρούμε όλα εκείνα τα στοιχεία που έκαναν αναγνωρίσιμο και ξεχώρισαν τον σκηνοθέτη παγκοσμίως, στις δυο επόμενες, δημοφιλείς και πολυβραβευμένες ταινίες του. Κλειστό, ασφυκτικό δράμα δωματίου που παίζει με τις ιρανικές παραδόσεις, τοποθετεί τη γυναίκα σε περίοπτη και δυναμική θέση (πάντα όμορφες, για μια ακόμη φορά, οι πρωταγωνίστριες του), και σπάζει τον τσαμπουκά, μεταμορφώνει τον χαρακτήρα και αντιπαραβάλλει τον ανδρικό ρόλο με το τοίχο που πια ορθώνεται μπροστά του. Ο Φαραντί, έχοντας στο μυαλό μας πάντοτε τις δυο ταινίες που τον έκαναν γνωστό, τα βάζει με την ισλαμική παράδοση και το φοβικό ιρανικό καθεστώς, δομώντας νέα ήθη βάσει δυτικών προτύπων (παίρνοντας τα καλά στοιχεία τους) και αποδομώντας τα κακώς κείμενα στα ενδότερα της ακραία συντηρητικής και οπισθοδρομικής κοινωνίας που ζει. Φουντώνει τα συναισθήματα, θολώνει τις πράξεις και ανακατεύει δεδομένα που αλλάζουν τα μυαλά, τις ψυχές και τα συναισθήματα των ηρώων του –οι οποίοι συντίθενται βάσει πραγματικών προτύπων που υπάρχουν στην ιρανική κοινωνία. Και πάλι βέβαια δεν κάνει λαϊκό σινεμά, δεν μπαίνει στις φτωχογειτονιές ούτε φτιάχνει λούμπεν ήρωες. Αντιθέτως, παραμένει στο εσωτερικό της αστικής τάξης της χώρας του, όπου παρεισφρύει μικροαστικούς χαρακτήρες ώστε να δηλωθούν και να τονιστούν οι εν γένει αντιθέσεις που προκύπτουν. Δεν τον ενδιαφέρει, με άλλα λόγια, να καταπιαστεί με τα άκρα και την πολεμική που αυτά ενέχουν. Πρόκειται για ένα σινεμά αριστουργηματικό. Όσα έχεις δει και αντιληφθεί για τον Φαραντί, τα βλέπεις και σε αυτή την προγενέστερη ταινία του, ίσως πιο αγνά, αυθεντικά, ακόμη πρωτόλεια. Μαγεία και ουμανισμός, πραγματικότητα και ατόφιος συναισθηματισμός μαζί. 

*Το κείμενο δημοσιεύτηκε στην εβδομαδιαία πολιτική εφημερίδα Δρόμος (φύλλο 13-10-12). 

Οι Υποψήφιοι (6/10) 

Τουλάχιστον ξεκαρδιστική την χαρακτηρίζω γι’ αυτό και μπαίνει ταινία της εβδομάδας. Μου θύμισε τον “Υποψήφιο” του 1972, με τον Ρόμπερτ Ρέντφορντ, προφανώς στην κωμική εκδοχή του. Πάντως στην ουσία τους οι δυο ταινίες μοιάζουν. Το αμερικανικό πολιτικό σύστημα σχολιάζεται και ξεβρακώνεται. Είτε ο Ρέντφορντ είναι είτε ο Γαλιφιανάκης, δυο χαρακτήρες που ουδεμία σχέση είχαν με την πολιτική αλλά τελικά μπήκαν ως φρέσκα πρόσωπα για να προσελκύσουν ψήφους, τελικά πέτυχαν να κατακεραυνώσουν αυτό το σαθρό και ψεύτικο κομμάτι του προεκλογικού αγώνα που ξενίζει τόσο κόσμο δεκαετίες τώρα. Τη στιγμή μάλιστα που στις Η.Π.Α., Ομπάμα και Ρόμνει μάχονται με βρώμικα και… λιγότερο βρώμικα μέσα για μια θέση εξουσίας. Στην περίπτωση της ταινίας βέβαια, Φέρελ και Γαλιφιανάκης παραδίδουν μαθήματα υποκριτικής σε κωμωδία και παρά τα ουκ ολίγα χοντροκομμένα αστεία που διαθέτει το σενάριο, πετυχαίνουν να σε διασκεδάσουν βάζοντας σε αυτόματα στη διαδικασία να καταλάβεις σε τι σκατά είναι μπλεγμένοι όλοι αυτοί που βρίσκονται εκεί ψηλά. Αυτά δηλαδή που βλέπεις κι ακούς στην ελληνική πολιτική σκηνή όλα αυτά τα χρόνια. Κι αυτά που γίνονται διαχρονικά σε ολόκληρο τον κόσμο. Έξυπνη κωμωδία είναι “Οι Υποψήφιοι”. Μπορεί να διαθέτει κλισέ, ατάκες τύπου αμερικανιά όπως λέμε στο σινεμά και φυσικά ένα άνευρο, χιλιοειπωμένο τέλος, εντούτοις θα σε αποζημιώσει και θα σε κάνει να περάσεις καλά. Αξίζει της προσοχής σου, και εντέλει, ναι, αξίζει τα λεφτά σου. Μετά από καιρό, επιτέλους, βλέπουμε μια καλή αμερικανική κωμωδία στα ελληνικά σινεμά. Πήξαμε στη χαζοχαρυμενιά και στη βλακεία. 

V/H/S (5/10) 

Μια ταινία που συνοψίζει ότι βλέπαμε μέχρι τώρα στο σινεμά, ειδικώς την τελευταία δεκαετία. Με προφανείς επιρροές από όλα τα είδη θρίλερ και τρόμου, από Πολάνσκι (“Το Μωρό της Ροζμαρί”) μέχρι τις ταινίες του Τζωρτζ Ρομέρο, του Ντάριο Αρτζέντο, του Τζων Κάρπεντερ και του Σαμ Ράιμι, οι συντελεστές του “V/H/S” ανακάτεψαν στη χύτρα τους και την τάση για αληθοφάνεια μέσω της κάμερας στο χέρι, που ξεκίνησε επιτυχημένα το “The Blair Witch Project” και συνέχισε (πάντα επιτυχημένα) η “Μεταφυσική Δραστηριότητα”. Συνολικά έξι ιστορίες αποτελούν το “V/H/S”, όλες τους γυρισμένες από ερασιτέχνες ως επί το πλείστον δημιουργούς, συντελεστές και ηθοποιούς. Ουσιαστικά πρόκειται για ένα tribute στην βιντεοκασέτα τρόμου που άνθισε την δεκαετία του 1980, πάντοτε όμως έχοντας σημερινές αναφορές. Βλέπεις, δεν λείπουν οι γνωστές νεανικές καφρίλες που συναντάμε στις χολιγουντιανές ταινίες, τα σεξιστικά αστεία και κόλπα, και οι βανδαλισμοί, τραμπουκισμοί άνευ λόγου και αιτίας. Είναι βέβαια μια ταινία αξιοπρεπέστατη, που τηρεί τους κανόνες των ειδών με τα οποία καταπιάνεται, έχοντας καλοδουλεμένο το μοντάζ της και γενικά φροντίζοντας το όλο στυλ και στήσιμο της. Από πλευράς γενικής εικόνας και πλασαρίσματος, είναι μια από τις ταινίες-έκπληξη που βγήκαν από τα σπλάχνα της αμερικανικής βιομηχανίας χωρίς να την πάρει χαμπάρι κανείς. Από το πουθενά σαν να λέμε. Στα σίγουρα πρόκειται να τρομάξεις και στα σίγουρα απευθύνεται στο νεανικό κοινό που λατρεύει το κάθε μορφής θρίλερ που συνδυάζεται με την καφρίλα. Δεν ενέχει συμβολισμούς και άλλα παρόμοια σαν τις ταινίες των σκηνοθετών που προανέφερα, κάτι που καμιά ταινία τρόμου των ‘00s δεν έχει επιχειρήσει. Πλέον, ο τρόμος απευθύνεται αποκλειστικά στη διασκέδαση και μόνο. Τα κρυφά νοήματα ξεμείνανε στην εποχή του Αρτζέντο. 

Η Αρπαγή 2 (5/10) 

Από την προηγούμενη ταινία είχα καταγοητευθεί. Ήταν από τις καλές ταινίες του καλοκαιριού του 2009, μια ιστορία εκδίκησης στο Παρίσι που άφησε πίσω της αδρεναλίνη και ένα αίσθημα ικανοποίησης για το δίκαιο. Κι όλα αυτά από το γαλλικό Χόλιγουντ του Λυκ Μπεσόν, ο οποίος είναι και με τη βούλα -εδώ και χρόνια- ο Στήβεν Σπίλμπεργκ της Ευρώπης. Στα σίγουρα ένα σίκουελ αυτής της πετυχημένης πρώτης ταινίας αναμενόταν. Ομολογώ ότι το περίμενα καλύτερο. Κι αυτό κάπως με απογοήτευσε. Δυστυχώς έμεινε σε ρηχά νερά παρόλο που η ταινία, εντέλει, είναι μια δυναμική ιστορία δράσης που εξελίσσεται στην Κωνσταντινούπολη, εκεί που η εκδίκηση στο πρόσωπο του Λίαμ Νίσον, γι’ αυτά που έκανε στην πρώτη ταινία, έχει πάρει πλέον μορφή βεντέτας. Και πάλι η οικογένεια στο προσκήνιο, και πάλι ο προστάτης πατέρας και σύζυγος (αυτή τη φορά) τσαντίζεται, προσπαθεί, τρέχει, πολεμάει, βαράει, βρίζει. Όλα για τα σπλάχνα του. Δεν έχω να γράψω πολλά μια και τι να πεις για μια τυπική και καλοφτιαγμένη ταινία δράσης; Όταν προφανώς λείπει η κύρια ουσία και το κεντρικό στοιχείο που γινόταν πάθος στην πρώτη ταινία, και απομένει μια αξιοπρεπή περιπέτεια με έντονες σκηνές βίας, τότε απλώς σου λέω ότι αποτελεί μια καλή επιλογή για να γεμίσεις κινηματογραφικό θόρυβο ένα βράδυ σου. 

Ο Θεός αγαπάει το χαβιάρι (4/10) 

Προφανώς και δεν περίμενα πολλά παραπάνω πράγματα από την ταινία. Και όποιος προσπαθούσε όλο αυτό το διάστημα να ρίξει στάχτη στις κριτικές που είχαν γραφτεί σε έγκριτα κινηματογραφικά σάιτς και περιοδικά, μετά την παγκόσμια πρεμιέρα της ταινίας στο Φεστιβάλ Τορόντο, κακώς σπαταλούσε σάλιο και ιδρώτα. Με το τέλος της ταινίας για τον Ι. Βαρβάκη αναφώνησα: “ε, ναι, στο “El Greco” είδα τουλάχιστον μια αξιοπρεπέσταστη βιογραφία”. Αν θα πρέπει να ξεχωρίσω θετικά στοιχεία στην πλέον ακριβή ελληνική παραγωγή την εποχή της κρίσης, αυτά είναι: η σοβαρή και στιβαρή παρουσία του Σεμπάστιαν Κοχ ως Βαρβάκης. Πολλές στιγμές μες στην ταινία, μου έδωσε την εντύπωση ότι υπερέβαλλε εαυτό. Η αποτύπωση της εποχής εκείνης στο μέτρο του δυνατού. Προφανώς και λόγω μπάτζετ η ταινία δεν θα μπορούσε να διαθέτει μια ατόφια αναπαράσταση εποχής. Τουλάχιστον όμως έγινε σοβαρή δουλειά εκεί και αυτό φαίνεται. Τέλος, στο πάθος και στη ζεστασιά του θέματος. Ο “άγνωστος” Βαρβάκης ως εθνικός ευεργέτης και οι πτυχές της ζωής του που φωτίζονται απέχουν από την ψύχρα και την παγωμάρα του Ελ Γκρέκο. Από κει και ύστερα βέβαια το χάος. Να ξεκινήσω από το γεμάτο τρύπες, κούφιο και στο πόδι σενάριο στην ακατανόητη και εντελώς διεκπεραιωτική σκηνοθεσία της ιστορίας του Βαρβάκη. Και από την, ως επί το πλείστον, κακή δραματουργία στις επιλογές της Ντενέβ, του Λαζόπουλου, του Παπακαλιάτη και άλλων πολλών αχρείαστων αστέρων. Νομίζω ότι ο Σμαραγδής πόνταρε περισσότερο στο φαίνεσθαι της ταινίας παρά στην ουσία της. Παρόλο που είχε στα χέρια του μια ιστορία γεμάτη πάθος και ζεστασιά ενός άντρα που τον ξέρουμε και δεν τον ξέρουμε στην Ελλάδα, έδειξε να τη μεταχειρίζεται βιαστικά, επιπόλαια, τσαπατσούλικα. Δεν αμφιβάλλω για την εμπορική επιτυχία της ταινίας. Μακάρι να δουλέψει στα εισιτήρια ώστε να αναστηθεί η διανομή και να γεμίσουν οι αίθουσες και εν προκειμένω να μπουν λεφτά από τις εισπράξεις στην ελληνική κινηματογραφία. Δεν εξετάζω αυτό και ούτε είναι η δουλειά μου αυτή. Να καταλάβω τι θέλει να κάνει ο Σμαραγδής επιχειρώ και που το πάει τελικά με όλες αυτές τις βιογραφίες σημαντικών Ελλήνων, που έχει ξεκινήσει από το 1997 και τον Καβάφη. Στα σίγουρα δεν πρόκειται για ένα σινεμά που ανταποκρίνεται στα στάνταρντς που έβαλε ψηλά η παραγωγή από την πρώτη ανακοίνωση αυτού του έργου. Είναι ένα σινεμά, ίσως, εντυπωσιακό για τα ελληνικά δεδομένα, όμως αυτό δεν είναι επιχείρημα. Και τι σημαίνει δηλαδή “ελληνικά δεδομένα” που έχει καταντήσει “καραμέλα” όλον αυτό τον καιρό;