28 Οκτ 2012

Οι Ταινίες της 25ης Οκτωβρίου 2012 στο SevenArt.gr


Του Νέστορα Πουλάκου 

Παράνομοι (6/10) 

Μια ακόμη βίαιη καταγραφή της Αμερικής του Μεσοπολέμου, τότε που η περιβόητη ποτοαπαγόρευση είχε επιβάλλει τους δικούς της κανόνες στην κοινωνία: μαφίες και λοιπές φατρίες, βρισκόμενες στην παρανομία, μάχονταν με τους διεφθαρμένους αστυνομικούς για την “ελεύθερη” κυκλοφορία του ουίσκι, το οποίο μια και απαγορευμένο είχε τρομερή ζήτηση. Λαθρεμπόριο, παραοικονομία και διαφθορά επικρατούσαν. Ο Αυστραλός Τζον Χιλκόουτ καταπιάνεται με το ιστορικό μυθιστόρημα “The Wettest County In The World” και αφηγείται μια αληθινή ιστορία που εκτυλίχθηκε στην Αμερική της Μεγάλης Ύφεσης. Οι Τομ Χάρντι και Σάια ΛαΜπέφ υποδύονται τους αδελφούς Μπόντουραντ, παραγωγούς και λαθρεμπόρους παράνομου ουίσκι –επονομαζόμενου και “moonshine”, γιατί το διακινούσαν κάτω από το φως του φεγγαριού– που με το βλέμμα στραμμένο στο Αμερικάνικο Όνειρο, τα έβαλαν με το Νόμο και αποτέλεσαν την απαρχή των μετέπειτα γκάνγκστερ των μεγάλων πόλεων. Μια ταινία ασυνήθιστης βίας, που καταφέρνει να σου κρατήσει το ενδιαφέρον για δυο συγκεκριμένους λόγους: αρχικά το θέμα της, το οποίο αν και το έχεις ξαναδεί, σου επαναλαμβάνει με τον πλέον ρεαλιστικό τρόπο και με μια αφάνταστη ωμότητα, πως οι άνθρωποι γινόντουσαν απάνθρωποι και γιατί μια δυτική κοινωνία μετατρεπόταν σε καθεστώς Ταλιμπάν μια και είχε μοναδικό σκοπό της το κέρδος και για βωμό της τα “μαύρα” χρήματα της παρανομίας. Από την άλλη μεριά, παρακολουθείς τη συγκλονιστική ερμηνεία του Τομ Χάρντι, ο οποίος μετά τον μασκοφόρο Μπεν στην τελευταία ταινία του Μπάτμαν, γίνεται ο στυγνός και αδυσώπητος μεγάλος αδελφός της οικογένειας που οφείλει και πρέπει να προστατέψει το σπίτι του, αλλά και να ταΐσει το “αίμα” του μέσω των κερδών του από το παράνομο αλκοόλ. Στον αντίποδα, βρίσκονται οι διεφθαρμένοι αστυνομικοί οι οποίοι από τη μια μεριά θέλουν να επιβάλλουν το νόμο, από την άλλη όμως πάντα με τον δικό τους, ανορθόδοξο τρόπο και φυσικά προς ίδιον όφελος. Γιατί να ξαναδείς μια ταινία για την αμερικανική ποτοαπαγόρευση; Αυτή είναι μια καλή ερώτηση για μια εποχή που έχει γίνει και ξαναγίνει θέμα σε πάμπολλες ταινίες, όπως για παράδειγμα στην πασίγνωστη γκανγκστερική “Μπόνι και Κλάιντ”. Η αλήθεια είναι ότι τίποτε το παραπάνω δεν θα μάθεις, κάτι το διαφορετικό δεν θα δεις. Η άλλη αλήθεια είναι όμως ότι πουθενά, σε καμία άλλη παραγωγή, δεν έχει αποτυπωθεί με τόσο κτηνώδη τρόπο η βαρβαρότητα που επικρατούσε κοινωνικά εξαιτίας εκείνης της αφελούς απαγόρευσης, η οποία το μόνο που επέφερε ήταν μπελάδες κατά τον διαβόητο Αλ Καπόνε. 

*Το κείμενο δημοσιεύτηκε στην εβδομαδιαία πολιτική εφημερίδα Δρόμος (φύλλο 27-10-12). 

Αγριότητα (4/10) 

Προφανώς και ο Όλιβερ Στόουν διαπίστωσε ότι με τις πολιτικές βιογραφίες, τα κοινωνικά δράματα, την παγκόσμια οικονομική κρίση και τα αληθινά γεγονότα, δεν πρόκειτα να επανακάμψει ποτέ του. Ο κόσμος θέλει κλασικό Χόλιγουντ: σεξ, ναρκωτικά, μαγκιές, βία και… νοθεία. Το στυλ και το σινεμά του Ταραντίνο περνάει ακόμη (νομίζει…) και ο ίδιος καλό θα είναι, για την καριέρα του που είναι σε πτώση, να επαναφέρει το ποπ διαμαντάκι των ‘90s, “Γεννημένοι Δολοφόνοι”. Η αλήθεια είναι πως δεν τα καταφέρνει. Καθότι, αυτά τα ποπ διαμαντάκια μείνανε κολλημένα στα ’90s, και ούτε το “Pulp Fiction” ούτε το “True Romance” ούτε και η δική του επιτυχία θα επαναληφθούν. Πρώτα απ’ όλα και κυρίως λόγω του θέματος: τρεις fuck bodies (ή αλλιώς threesome) καλλιεργούν χασίς και τα κονομάνε. Να ‘ναι καλά ο πόλεμος στο Αφγανιστάν. Βλέπεις, λοιπόν, ωραία πλάνα με πισίνες, χρήση ναρκωτικών έτσι για το γούστο, εύκολες μπίζνες –πάντα παράνομες-, όμορφα σώματα να σεξουαλίζονται και λοιπές αρλούμπες τύπου “Σημαδεμένος”. Και… Κάπου εδώ εμπλέκεται η μεξικανική μαφία, που θέλει να καθαρίσει τους νεαρούς γιατί της παίρνουν την πελατεία. Ο Στόουν επαναφέρει την κουλτούρα των ‘90s μπας και κόψει κανένα εισιτήριο. Οκ! Και καταλήγει να κάνει μια από τα ίδια, 17 χρόνια μετά την επιτυχία του ώστε να φέρει στο σινεμά την πιτσιρικαρία που δεν έχει βαρεθεί ακόμη το τρίπτυχο σεξ-βία-νοθεία. Πάμε παρακάτω όμως… Εννοείται ότι είναι καλοφτιαγμένη η ταινία του, όμως, προσωπικά, βαριέμαι αφόρητα. 

Η Παράξενη Ζωή του Τίμοθι Γκριν (3/10) 

Χαρακτηριστικό παράδειγμα ταινίας… Disney. Σαν κι αυτές που βλέπαμε με το τσουβάλι την πρώτη δεκαετία της ιδιωτικής τηλεόρασης, τα σαββατοκύριακα. Προφανώς οικογενειακή, σίγουρα ηθικολογική, με σαφές κοινωνικό και περιβαλλοντικό μήνυμα. Ταινία δηλαδή για όλο τον κόσμο, που προορίζεται βέβαια πρωτίστως για την αγορά του dvd. Σίγουρα δεν πιάνει τα στάνταρντς των περισσοτέρων ταινιών της Disney, αλλά βγήκε κι αυτή στα πλαίσια της πολιτικής της εταιρείας. Θέμα της είναι η υιοθεσία, μέσω της νόμιμης οδού φυσικά, και το πώς ένα παντρεμένο ζευγάρι ονειρεύεται διακαώς –και τσαντίζεται όταν δεν μπορεί- να αποκτήσει ένα παιδί. Η ταινία με άλλα λόγια θίγει ένα σημαντικό πρόβλημα το δυτικών κοινωνιών, το οποίο βέβαια μετά το μετατρέπει σε παραμύθι –μια και γίνονται θαύματα- και εντέλει περνάει το κλασικό, συντηρητικό μήνυμα του δομικού ρόλου της οικογένειας στη σύγχρονη κοινωνία. Δυστυχώς, παρόλο που τίποτε από τα παραπάνω δεν με συγκινούν, και η ίδια η ταινία δεν θέλει να την αγαπήσεις. Γραμμική, άνευρη, άγευστη, άοσμη. Ψεύτικη, κάλπικη, κατασκευασμένη. Σε όλη τη διάρκεια της είναι σαν να βλέπεις μια κούφια ιστορία, που γρήγορα καταλαβαίνεις που το πηγαίνει και φυσικά το θαύμα από πού προέρχεται και ποιος είναι ο συμβολισμός του. Τίποτα το αξιόλογο δεν έχει να σου προσφέρει, εν γένει. 

California Dreamin' (5/10) 

Αυτή κι αν είναι μια ταινία-μυστήριο. Επική στη διάρκεια της, 155 ολόκληρα λεπτά, για την οποία όμως δεν ευθύνεται ο δημιουργός της, μια και ο μόλις 27 χρονών ταλαντούχος Κριστιάν Νεμέσκου σκοτώθηκε σε αυτοκινητιστικό πριν ολοκληρώσει το μοντάζ της! Προηγουμένως βέβαια είχε καταφέρει να γυρίσει μια ταινία-σταθμό στο νέο ρουμανικό κινηματογράφο, που έλαβε το βραβείο Ένα Κάποιο Βλέμμα στο Φεστιβάλ Καννών και γύρισε όλο τον κόσμο. Θυμάμαι την είχα δει στα πλαίσια του Φεστιβάλ Γαλλόφωνου Κινηματογράφου, το 2009, στην Αθήνα. Η μία αλήθεια είναι ότι με είχε εκπλήξει ευχάριστα η συμβολική αλλά και περιπαιχτική διάθεση της ν’ ανακατευτεί με τις έθνικ και φολκλόρ στιγμές του ρουμανικού λαού ενόσω ένα αμερικανικό τάγμα μένει προσκολλημένο στη ρουμανική επαρχία, χωρίς να μπορεί να επέμβει στο Κόσοβο. Η άλλη αλήθεια είναι ότι με είχε κουράσει αφάνταστα η αδικαιολόγητη διάρκεια της, που βάλτωνε σε πολλά σημεία τις στιγμές της και πλάτειαζε τα γεγονότα που λάμβαναν χώρα στην παραμονή των Αμερικανών στο χωριό. Χανόταν η ουσία εν ολίγοις. Ο Νεμέσκου διαχειρίστηκε ένα ογκώδες και ιδιαιτέρως γνωστό καστ, το οποίο σαν άλλος “Θίασος”, ξεδίπλωσε όλο τον τραγέλαφο, την παράνοια και τον βαθύ, κυρίως ουμανιστικό αλλά και κοινωνικό, διχασμό του λαού της Ρουμανίας. Σε αντίστιξη, οι Αμερικανοί, άντρες πολλά βαρείς μα και έτοιμοι να παρασυρθούν από τη μαγεία της βαλκανικής γης και των κατοίκων της, συμβολίζουν αυτό το ξένο, το μονίμως ξένο που όλα τα καταστρέφει και τα διαλύει, χωρίς αιδώ, χωρίς οίκτο. Τόσα χρόνια μετά, δεν ξέρω πόσο φρέσκο μοιάζει πια το σινεμά του Νεμέσκου, μολοντούτο και μόνο που βγήκε στους ελληνικούς κινηματογράφους, είναι από μόνο του ένα γεγονός σημαντικό.