7 Οκτ 2012

Οι Ταινίες της 4ης Οκτωβρίου 2012 στο SevenArt.gr


Του Νέστορα Πουλάκου 

Αγάπη (8/10) 

Ή αλλιώς πως ο Μίκαελ Χάνεκε περικλείει την αγάπη όλου του κόσμου σε 137 λεπτά ασφυκτικών κάδρων και ψυχοβγαλτικών στιγμών των πιο κρυφών σημείων της ανθρώπινης ψυχής. Ο Αυστριακός σκηνοθέτης είναι ο σημαντικότερος auteur του σύγχρονου ευρωπαϊκού κινηματογράφου, παραλαμβάνοντας τον τίτλο από τον θεόμουρλο (πια) Λαρς φον Τρίερ. Κερδίζει λοιπόν άξια τον Χρυσό Φοίνικα για δεύτερη φορά και μάλιστα συνεχόμενη, αφού και με τη “Λευκή Κορδέλα” το 2009 είχε καταπλήξει κοινό και κριτική επιτροπή στο Φεστιβάλ Καννών. Δραματική, αυστριακής, γερμανικής και γαλλικής παραγωγής του 2012, η “Αγάπη”, σε σκηνοθεσία Μίκαελ Χάνεκε, με τους Ζαν Λουί Τρεντινιάν, Εμανουέλ Ριβά και Ιζαμπέλ Ιπέρ. Η ιστορία περιδιαβαίνει ένα κλασικό αστικό σπίτι στο Παρίσι όπου ζει ένα αντρόγυνο υπερήλικων. Όταν η γυναίκα μένει παράλυτη από ένα εγκεφαλικό, και ενώ η υγεία της επιδεινώνεται, ο άντρας θα κάνει τα πάντα γι’ αυτήν, θα τη φροντίσει, εντέλει θα ψυχορραγήσει δίπλα της, μέχρι το τέλος, όχι μόνο δείχνοντας αλλά νιώθοντας ξανά και ξανά την αγάπη που κουβαλά μέσα του για εκείνη όλα αυτά τα χρόνια. Η αλήθεια είναι ότι πρόκειται για ένα σινεμά αξιώσεων, με όλη τη σημασία της φράσης αυτής. Καθότι ο Χάνεκε σκοπεύει να σου μιλήσει για το αυτονόητο κινηματογραφώντας μια φαινομενικά απλή και συνηθισμένη ιστορία: αντίστοιχες περιπτώσεις, δυστυχώς, έχουν περάσει πολλοί άνθρωποι, μια όντως δύσκολη κατάσταση που σίγουρα όχι μόνο δεν θες να ξαναζήσεις πόσω μάλλον να δεις στο σινεμά. Ο Χάνεκε όμως τολμά και σε φέρνει στα όρια σου. Αφού βλέπεις μια ταινία που κινείται στα άκρα. Ο παππούς υπέρ-λατρεύει τη γιαγιά και είναι διατεθειμένος να μείνει δίπλα της παρά την κάθετη πτώση, σωματική και ψυχική, που θα παρασύρει, εξαιτίας της αρρώστιας, και τους δύο. Είναι ένα σινεμά δύσκολο. Όχι, δεν είναι δυσνόητο αλλά το αποκαλείς δύσκαμπτο, δύσβατο. Αυτά που δεν θέλεις να ζήσεις, αυτά που απεύχεσαι, ή μάλλον εκείνα που θέλεις να ξεπεράσεις, τα βλέπεις να περνάνε από μπροστά σου. Τότε μαλακώνεις, δακρύζεις, λυγίζεις, παρασύρεσαι στα απάτητα μονοπάτια του ανθρώπινου ατέρμονου. Από την άλλη μεριά, μπορείς να αναγνώσεις στην ταινία και έναν ύμνο για την απόλυτη αγάπη. Η οποία δεν εγκαταλείπει ποτέ τον άνθρωπο που την έχει νιώσει, ούτε στις πιο δύσκολες στιγμές του, τότε που οι ισορροπίες είναι λεπτές και τα όρια τρεμοπαίζουν στην πραγματικότητα. Είναι εκείνη τη χρονική στιγμή που θα αποφασίσεις μέσα σου πόσο τολμηρό είναι εντέλει το συναίσθημα που έχεις και μέχρι που μπορεί αυτό να σε οδηγήσει. Αφέσου λοιπόν στο ιδανικό της αγάπης μέσα από τον πλέον σκληρό, κυνικό τρόπο κινηματογράφησης, που έχεις δει μέχρι τώρα στο ευρωπαϊκό σινεμά. 

*Το κείμενο δημοσιεύτηκε στην εβδομαδιαία πολιτική εφημερίδα Δρόμος (φύλλο 6-10-12). 

Σιωπηλό Σπίτι (5/10) 

Από τα θρίλερ δωματίου που βγήκαν με τα τσουβάλια στα ‘00s και άλλα έκαναν και άλλα όχι αίσθηση. Ουσιαστικά όμως τα περισσότερα ακολούθησαν την πεπατημένη ώστε να προκαλέσουν εύκολο τρόμο και να κόψουν εισιτήρια βασιζόμενοι στην περιέργεια της πιτσιρικαρίας. Άλλα πάλι σαν τούτο εδώ βασίστηκαν σε πρωτότυπες ταινίες τρίτων χωρών ποντάροντας αποκλειστικά και μόνο στην καλή μεταφορά της ιστορίας. Άλλωστε ξέρουμε ότι τα αμερικανικά ριμέικ συνήθως σκίζουν την πρωτότυπη ταινία. Το αργεντίνικο “Σιωπηλό Σπίτι” που έκανε αίσθηση το 2010 και προβλήθηκε στις Νύχτες Πρεμιέρας τον επόμενο χρόνο, αποτέλεσε τη μαγιά γι’ αυτό το καλό ριμέικ που αξίζει της προσοχής σου. “Σιωπηλό” σπίτι στη μέση του πουθενά προκαλεί τον τρόμο στους ενοίκους του. Μόνο η νεαρή ενζενί θα σωθεί και αυτή γλιτώνοντας κυριολεκτικά από του χάρου τα δόντια. Πάντως ο τρόμος αν και υπόκωφος φτάνει και περισσεύει σε αυτή την ταινία. Είναι όντως ένα καλό θρίλερ και μια δυνατή πρόταση για σινεμά τρόμου. 

Η Κληρονομιά του Μπορν (4/10) 

Σίγουρα δεν υπήρχε λόγος να γυριστεί μια ακόμη ταινία “Μπορν” ειδικώς από τη στιγμή που δεν μετέχει ο άνθρωπος που ανέδειξε τον χαρακτήρα ως αντίπαλο δέος του Τζέιμς Μποντ, ο Ματ Ντέιμον. Με αυτή την ταινία απλώς η σειρά ξεχειλώνει και προσγειώνεται άτσαλα. Όχι ότι πρόκειται για μια περιπέτεια του σωρού. Η ιστορία και το όλο στήσιμο της παραγωγής είναι αξιόλογα. Απλώς δεν διαφέρει σε τίποτα από το σύνολο των περιπετειών του είδους που βγαίνουν κάθε χρόνο κατά δεκάδες από το Χόλιγουντ. Μόνο στον τίτλο γίνεται η διάφορα. Αν όμως κάποιος στον έκρυβε, στα σίγουρα δεν θα καταλαβαίνεις ότι ο ήρωας που έκανε κινηματογραφική αίσθηση στα ‘00s δεν είναι πια εδώ. Έχει ουσιαστικά τελειώσει. Εν ολίγοις μια από τα ίδια θα δεις και χωρίς να γευτείς τον αυθεντικό Μπορν. Δεν ξέρω αν αξίζει. 

Φθινόπωρο (4/10) 

Τουρκικός μινιμαλισμός, νατουραλισμός ή αλλιώς ακραιφνής ρεαλισμός τετραετίας που ανακατεύει όλα εκείνα τα στοιχεία που μας έκαναν να προσέξουμε το σύγχρονο τουρκικό σινεμά, από τις ταινίες του Τσεϊλάν και του Καπλάνογλου μέχρι εκείνες του Ντεμιρκουμπούζ. Νομίζω πως ουσιαστικά δεν έχει να προσθέσει το κάτι παραπάνω σε αυτά που ήδη έχουμε γνωρίσει και δει από τον κινηματογράφο των γειτόνων μας. Συν το γεγονός ότι αγκομαχά να δείξει την πορεία και κατάληξη ενός αγωνιστή και πολιτικού ακτιβιστή, αλλιώς ενός μαχητή για τα δικαιώματα στη σύγχρονη Τουρκία, που τελικά αρρώστησε βαριά στη φυλακή και πλέον αντιμετωπίζει την έξω ζωή με μια στωικότητα και έναν προβληματισμό. Όλα του φαίνονται ξένα και λίγα είναι αυτά που τον συγκινούν πραγματικά. Θα μπορούσε να μείνει η ταινία αυτή εκτός διανομής ή και να πάει straight-to-dvd. Υπάρχουν σίγουρα καλύτερες προτάσεις από τη νέα τουρκική παραγωγή, πιο φρέσκες και καθόλου παρωχημένες σαν αυτή εδώ. Άλλωστε δεν νομίζω ότι σώζεται η όποια ιστορία ούτε από την παράθεση 2-3 ντοκουμέντων από τον αγώνα, μια και λειτουργούν καθαρά προβοκατόρικα, ούτε από τη χαμηλότονη δράση που στοχεύει στον στοχασμό. Αν και καλό σινεμά το έχουμε δει και ξαναδεί. 

Matching Jack (3/10) 

Είναι από αυτά τα ιλουστρασιόν μελοδράματα που ανακατεύονται με το ρομαντισμό, τις φιλοσοφίες ζωής και τα λοιπά συμπαντικά τυχαία της καθημερινότητας, κι εντέλει σου προσφέρουν μια μπαλαφάρα άνευ προηγουμένου. Στο “Matching Jack”, ένας άντρας και μια γυναίκα συναντιούνται στο κρεβάτι του πόνου των παιδιών τους, κι ερωτεύονται παράφορα. Βάζει ως θέμα δηλαδή τη βαριά αρρώστια ώστε να μιλήσει για τον ξαφνικό έρωτα, η σκηνοθέτιδα. Μάλιστα. Οι μοναξιές, οι κακοτυχίες ενώνονται, και οι ταραγμένες προσωπικές ζωές βρίσκουν το απάγκιο τους. Εκείνο που εντέλει βλέπεις στην ταινία αυτή, είναι το απόλυτο τίποτα. Ένα λαβ στόρι περιγράφεται, χωρίς ουσία και με πολύ “ενόχληση”, ώστε να μιλήσει για τα αυτονόητα της ζωής και να διδάξει. Εν ολίγοις, ως τηλεταινία του σωρού στη βραδινή ζώνη αξίζει, παρά για προβολή στην αίθουσα.