10 Οκτ 2012

"Τα πάντα απο-ρήτος / History of music and poetry : Five Years" - No 30




Written by David Bowie

Live on Old Grey Whistle Test in 1972

Τίμος Αρχοντίδης

ΤΖΕΝΗ (N DEMIAH)

Ευφυής και πονεμένη
ζει απ’ όλους ξεχασμένη
πριν μιλήσει πάντα σκέφτεται
γονατίζει και προσεύχεται.

Όταν κάθεται μονάχη
τραγουδά για την αγάπη
για ταμπού πολιτισμών
κι εποχές παλιών καιρών.

Λέει τραγούδια που μιλάνε         
για σκιές που τη φυλάνε           
πίστη θάνατο θυσία
για βροχή κι ελευθερία.

Οι αναμνήσεις της σβησμένες
κ’ οι αισθήσεις πληγωμένες
που κανένας δεν της έχει
πει τι θα ’πρεπε να ξέρει

που κανένας δεν της είπε
πως ο έρωτας διαιρείται
κάποιος να της έχει πει
που να ψάξει για να βρει

όσα ο κόσμος της τα στέρησε
μα η αγάπη μου τ’ ανέκτησε
τώρα ο νους της καθοδόν
δολοφόνος σε ωτοστόπ.

Ντύνεται προκλητικά
με φορέματα απαλά
κολλητά στενά και μαύρα
μ’ ένα σκίσιμο στα πλάγια.

Κρουαζέ με μεταξένιες         
και ασπρόμαυρες δαντέλες 
ενώ αφήνει ανοιχτά
τα επάνω τα κουμπιά.

Στο δεξί της ώμο πάντα
κρέμεται μια μαύρη τσάντα
από δέρμα σαν τις μπότες
που φορά τις άδειες ώρες


μεσ’ το σπίτι. Εκεί ενθύμιο

κρέμεται ένα μαστίγιο
με μπορντό λαβή στον τοίχο
από το ορφανοτροφείο.

Στο λαιμό της πάνω έχει
μια κορδέλα τυλιγμένη
μαύρη και στο χέρι πάντα
για να κρύβει τα σημάδια

δέσμευσης από ένα κρύο
σκοτεινό ψυχιατρείο
σημάδια απόρριψης σωματικής
προπαντός πνευματικής.

Έχει αυτό το κρύο βλέμμα
που σου κόβεται το αίμα
μα αν τα μάτια της δακρύσουν
στο σκοτάδι λαμπυρίζουν.

Γύρω τους διακρίνεις κύκλους
μαύρους και δεν έχει φίλους
ούτε αδέρφια ούτε φίλες
και φοράει γκρίζο ρίμελ.

Οι άνθρωποι που δεν πιστεύουν
τι τους λέει την κοροϊδεύουν
ενώ άλλοι την πονάνε
κι όταν δεν κοιτάει γελάνε

την κατηγορούν και φεύγουν
και δε ξέρουν τι ζηλεύουν
μα αυτή σκύβει απλά
το κεφάλι. Δε μιλά

και βαφτίζοντας τη φαντασία
σε εξ ανάγκης αμαρτία
μ’ ένα χάδι απαλό
κόβοντάς τους το λαιμό

η ανάσα της ελευθερώνεται
για την ώρα δικαιώνεται
και διαβάζει ώσπου κάποιος
ξανακάνει αυτό το λάθος.


Μέχρι να καούν τα φώτα
συνεχώς γλείφει το στόμα
μέχρι να ξαναβρεθεί στο όνειρο
που ’ναι όλο πιο απόμακρο.

Λίγο πριν ξαναβρεθεί
περπατά και ηρεμεί
σ
ένα δρόμο σκοτεινό
μακρινό μοναχικό

κάτω από την ασημένια
τη σελήνη και τ’ αστέρια
και με αίμα στον καθρέφτη
υπογράφει πάντα ΤΖΕΝΗ

δίπλα ή πάνω απ’ το νεκρό
τόσο βλάσφημο ιερό
και στο σώμα του χαράζει
μία λέξη απλά ΑΓΑΠΗ.

Την ημέρα που τη γνώρισα
το μυαλό μου το απώλεσα
κι από τότε δεν μπορώ
να ξεχάσω αδυνατώ
 
με πλησίασε σαν άντρα
κ’ είχε αυτή τη γκρίζα αύρα
που φωτίζει και με είπε
είσαι ο πρώτος που με είδε

σα γυναίκα αναρωτήθηκα
θα πεθάνω ή τη γοήτευα;
Και με δάγκωσε στα χείλη
κομματιάζοντας την ύλη

και στο στόμα με φιλάει
κ’ η ανάσα της κυλάει
στάχτη καίει το λαιμό μου
και δροσίζει το μυαλό μου.

Με ζαλίζει με πλανεύει
λύνει και μαζί μου πέφτει
στο κρεβάτι τα μαλλιά της
δείχνοντας την οικογένειά της


μια παλιά ξεθωριασμένη
κίτρινη φωτογραφία σκισμένη
και πως έκαψε το σπίτι
τα αδέρφια τους γονείς της.

Πέρασε η νύχτα κ’ ήρθε
η ημέρα που μας βρήκε
να μη δίνουμε καμία
σ’ άλλων λόγια σημασία.

Και μαζί με τη βροχή
νιώσαμε μια δυνατή
έλξη πιο πνευματικής
σημασίας ζωτικής.

Μακριά απ’ τα αμέτρητα
τ’ αδιάκριτα τα ψεύτικα
βλέμματα που δεν τη λύνανε
η αγάπη μου μ’ ανοίχτηκε.

Βγήκαμε στα κρύα σκαλιά
και την πήρα εκεί αγκαλιά
κι άρχισε στην κρύα αυλή της
να μου λέει τη ζωή της.

Κάτσαμε ώσπου να νυχτώσει
και ποτέ δεν είχα νιώσει
έτσι. Κι άνοιξε και τη ψυχή της
κι εγώ δάκρυσα μαζί της.

Κι όσο μίλαγε σκεφτόμουν
τα κορίτσια μεγαλώνουν
πως της φέρθηκαν τα χρόνια
κι έκλεισε μ’ αυτά τα λόγια.

Αγάπη μου αδερφέ πατέρα μου
στη νύχτα που ’ναι μέρα μου
σου ορκίζομαι πως έσπασα
τα όρια και τα ξεπέρασα

όλα αυτά που αδυνατούν
να καταλάβουν και ν’ αντιληφθούν
οι άνθρωποι που ό,τι έχασαν
απλώς συρθήκαν και το ξέχασαν…