28 Νοε 2012

"Τα πάντα απο-ρήτος / History of music and poetry : The Weeping Song " - No 36


Nick Cave & the Bad Seeds 
British Tv, 1990

Δημήτρης Κατέβας

22/03/01

Θυμάμαι τις Κυριακές που δεν είχαν σύννεφα, κι όμως ψιλόβρεχε. Ανοίγω τα χέρια μου ν’ αγκαλιάσω τις στάλες αυτής της παράξενης βροχής. Αρχίζει να στάζει το δόλιο μου κορμί και να τρέμει στον ήχο σαν πέφτει χάμω στο πλακόστρωτο σοκάκι της Ζήνωνος.

Λατρεύω αυτά τα σοκάκια τα πέτρινα και καθώς τα πόδια κάνουν αυτή την αναγκαστική κίνηση που χρειάζεται για να περπατήσουν, ένας επαίτης παίζει με τον αυλό του.

Δεν τον βλέπεις, δεν τον ακούς που παίζει τον πένθιμο σκοπό, ούτε μια οκά στο άδειο του σακούλι δεν πέφτει, ίσως για μια ακόμα νύχτα να μείνει νηστικός.

Χα! χα! Χα! χα! χα!, τι να πεις ε;;; Τι σκατά σε ταξιδεύει σακάτη γέρο, ανέραστε που η σκιά σου έκαψε να  ακολουθεί  το ρυτιδιασμένο σου σώμα.

Σου λείπουν αυτά τα ταξίδια της νιότης. Κάθεσαι σκυφτός στο τραπεζάκι που σου απόμεινε. Μυρίζει όλο το δωμάτιο μιζέρια και οστά που τρέμουν από φόβο μικρών παιδιών που άθελα τους τα σκέπασαν με κάτασπρα σεντόνια και φανερώθηκε η μορφή τους. Αυτά τα φαντάσματα που ζουν, ξέρεις, σε κάτι ερείπια και στοιχειώνουν τους πελάτες του πανδοχείου. Ίσως μια μέρα σε αυτό το πανδοχείο σου παίξει η τύχη ένα παιχνίδι και σε κεράσει έναν πανέμορφο ζεστό ύπνο στα κρεβάτια του. Σου υπόσχομαι πως θα νιώσεις υπέροχα, τόσο μοναδικά, λες και έκανες ένα τέλειο γαμήσι με μια γριά μαυροφορεμένη, με άρωμα σάπιου κρέας και λίγο πιο πέρα θα σε περιμένει ένας καθρέφτης για να φτύσεις τα μούτρα σου.

Έξω απ’ το περβάζι αρχίζει η πομπή της νεράιδας που σαν τους μιλάς δεν σου παίρνουν τη φωνή, αλλά και που την έχεις, του είπα, του νεκροθάφτη γιατί να σε σκεπάζει ο τρόμος με το χρωματιστό του σεντονάκι, δεν θα την χάσεις, ούτος  η άλλος δεν μοιάζει με αυτή των λευκών πουλιών, κοιτάζοντας τον ν’ ανοίγει λάκκους. Και γιατί κύριε νεκροθάφτη δεν την κάνεις δώρο σε όλα τα νεκρά σώματα που έβαλες τόσο βαθιά στη γη περιμένοντας να πλουτίσεις απ’ τις ζωές που τελειώνουν.

Έτσι έφυγα τρέχοντας στον απέραντο λόφο, ξαπόσταινε πάνω απ’ τα σπίτια που σιγά, σιγά του βιδώνουν τσιμέντο στα σπλάχνα. Μόλις φτάνω στην κορυφή ένα αερόστατο, λες και με πρόσμενε επιβάτη στο ταξίδι του.

Ανέβηκα χωρίς να το σκεφτώ. Μέσα σε λίγα λεπτά ήμασταν κιόλας στα σύννεφα, και ξέρεις τα σύννεφα ήταν ένα όνειρο παιδικό που πρόσμενα να γίνει πραγματικότητα. Εντάξει μικρό παιδάκι ορίστε λοιπόν έφτασες εκεί που σκεφτόσουν πάντα, ψιλά αλαλιασμένος στα λευκά και δεν γυρνάς πίσω όσο κι αν λυπάσαι, είσαι ήδη νεκρός.