1 Δεκ 2012

Συνέντευξη των Μάρω Κοντού & Γιώργου Κωνσταντίνου


Στον Νέστορα Πουλάκο 

Πρόκειται για τη μεγάλη επιστροφή στον ελληνικό κινηματογράφο, μια και τόσο η 78χρονη Μάρω Κοντού όσο και ο συνομήλικος της Γιώργος Κωνσταντίνου έχουν να παίξουν σε ταινία από τη δεκαετία του 1980. Η Ελενίτσα και ο Αντωνάκης, όμως, από την κλασική κωμωδία των Δαμασκηνού-Μιχαηλίδη “Η δε γυνή να φοβήται τον άνδρα” παραγωγής 1965, σε σκηνοθεσία Γιώργου Τζαβέλλα, που παίχτηκε μέχρι και στη Μπερλινάλε, επιστρέφουν ως δίδυμο στο κινηματογραφικό ντεμπούτο του Χριστόφορου Παπακαλιάτη, “Αν…”. 

Στην ιστορία του Παπακαλιάτη, πρωταγωνιστούν ως ένα αντρόγυνο-πρότυπο που έχει αντέξει στο χρόνο συμμετέχοντας σε ντοκιμαντέρ που γυρίζει ο σκηνοθέτης Παπακαλιάτης. Διηγούνται τις ιστορίες από την κοινή ζωή τους, δίνουν συμβουλές στους νέους και περνούν μηνύματα για τη συμβίωση, τα καλά και τα κακά της, τις όμορφες και τις δύσκολες στιγμές της, τις γλυκές αλλά και τις ένοχες απολαύσεις της. 

Οι δυο αυτοί σπουδαίοι ηθοποιοί του παλιού ελληνικού κινηματογράφου, που για μια ακόμη φορά στη μεγάλη καριέρα τους δίνουν τον καλύτερο εαυτό τους, μίλησαν στο SevenArt για την απρόσμενη επιστροφή τους στη μεγάλη οθόνη. 

Ποια ήταν η πρώτη αντίδραση σας όταν σας πρότεινε ο Χριστόφορος Παπακαλιάτης να παίξετε στην ταινία του; 

Μάρω Κοντού: Χάρηκα ιδιαίτερα καθότι θαυμάζω το έργο του από την τηλεόραση. Έκανε πάντοτε προσεγμένες παραγωγές, με φοβερή σκηνοθεσία και σενάριο. Αρχικά του ζήτησα να μου στείλει το σενάριο του "Αν…". Όταν το διάβασα, ενθουσιάστηκα. Του απάντησα: ”Πολύ ευχαρίστως!”. Ο Χριστόφορος είναι ένα φαινόμενο που αξίζει να κάνει και κινηματογράφο, πέρα από τηλεόραση. Η συνεργασία μας ήταν υπέροχη. 

 Γιώργος Κωνσταντίνου: Η αλήθεια είναι ότι με ξάφνιασε. Στη συνέχεια βρήκα πολύ ωραία και ενδιαφέρουσα την ιδέα να επιστρέψω στη μεγάλη οθόνη ως Αντωνάκης, 47 χρόνια μετά. Κατάλαβα ότι ο Χριστόφορος ήθελε να πατήσει πάνω στη δική μου σχέση με την Ελενίτσα, που έχει αντέξει στο χρόνο, ώστε να διηγηθεί τις εκδοχές της δικής του σχέσης. Το βρήκα ευφυές εύρημα, δεν περίμενα άλλωστε κάτι λιγότερο από τον Παπακαλιάτη. Ξέρω το έργο του από την τηλεόραση. Διαθέτει ταλέντο, φαντασία και μυαλό. Στα γυρίσματα έριξε φοβερή δουλειά, κόπιασε αλλά είχε μεράκι και πρόσεχε την παραμικρή λεπτομέρεια. Πιστεύω ότι κάνει σινεμά σαν να είναι στο Χόλιγουντ, μόνο που το θέμα του πέρα από ψυχαγωγία διαθέτει και ουσία. 

Βρίσκετε ότι το "Αν…" αποτελεί, τρόπον τινά, συνέχεια της παλιάς επιτυχίας σας "Η δε γυνή να φοβήται τον άνδρα"; 

Μ.Κ.: Όχι, καθόλου, δεν το βλέπω ως συνέχεια. Θεματικά είναι δυο τελείως διαφορετικές ταινίες. Μπορώ όμως να διακρίνω μια συγγένεια ως προς το ήθος και την αξία του σκηνοθέτη. Ξέρετε, πολλές φορές είπα στον Χριστόφορο ότι μου θυμίζει τον μακαρίτη τον Τζαβέλλα. Ήρεμος, συγκροτημένος, αποφασιστικός, ευγενέστατος και πάντοτε καλά προετοιμασμένος. Γενικά άψογος, όπως ακριβώς ήταν και ο σκηνοθέτης της ταινίας του 1965. 

 Γ.Κ.: Καμία σχέση! Έχουν αλλάξει οι εποχές, έχουν αλλάξει όλα. Οι παλιοί καιροί περάσανε και αυτή τη μετάβαση την πέτυχε απόλυτα ο Χριστόφορος. Δεν θα μπορούσε να είναι ούτε συνέχεια ούτε ριμέικ το "Αν…", αλλά μια ιστορία που κρατάει τα καλά του παρελθόντος και μπολιάζεται από τα ιδανικά της νέας γενιάς. Είναι ένα σχόλιο της εποχής εκείνης σε σχέση με τη σημερινή. 

Συναντάτε στις μέρες μας, στις σύγχρονες σχέσεις, το ζευγάρι του Αντωνάκη και της Ελενίτσας ως πρότυπο; 

M.K.: Δεν αποτυπώνεται πια αυτό το ζευγάρι, και καλώς δηλαδή γιατί είναι ξεπερασμένο και θυμίζει μια άλλη εποχή. Έχουν αλλάξει τα πράγματα, πλέον οι νέοι συζούν και δεν ασχολούνται με το τι θα πει η γειτονιά και όλα εκείνα που συνέβαιναν τότε. Για μένα, ευτυχώς που έχουν αλλάξει τα δεδομένα. 

Γ.Κ.: Δεν υπάρχει καμία σχέση εκείνου του προτύπου με τις σημερινές σχέσεις. Δεν κρίνω την εποχή που ζούμε τώρα ως καλή ή άσχημη. Αλλά στις μέρες μας χαίρομαι να βλέπω όμορφα ζευγάρια να αγαπιούνται, ιδίως εδώ στη Θεσσαλονίκη που ζω γιατί στην Αθήνα τα πράγματα είναι λίγο περίεργα και η κατάσταση κουλουβάχατο. Βέβαια η εποχή μας είχε ένα πλεονέκτημα: οι σχέσεις ήταν πιο ήρεμες, περισσότερο βαθιές γιατί τα πράγματα ήταν περιορισμένα και υπήρχε η ανάγκη της προσέγγισης. Αυτή η εικόνα υπήρχε τις πρώτες δεκαετίες μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο και τον Εμφύλιο. Από το 1975 και μετά, αυτή η εικόνα ξέφτισε. Ο καθένας έκανε ό,τι ήθελε, με αποτέλεσμα τώρα να βρίσκονται όλα στον αέρα και οι σχέσεις να μένουν στην επιφάνεια και μόνο. Υπάρχει μια τάση για επιστροφή στον παλιό ελληνικό κινηματογράφο. 

Κατά τη γνώμη σας, γιατί ο κόσμος στρέφεται, αγαπάει ξανά αυτές τις καλές ταινίες εκείνης της εποχής; 

M.K.: Είμαι της άποψης ότι ποτέ δεν έπαψε ο κόσμος να αγαπάει και να θέλει να βλέπει ξανά και ξανά τις ταινίες του παλιού καλού ελληνικού κινηματογράφου. Ακόμη και μικρά παιδιά να ρωτήσεις, εκείνες τις ταινίες θα σου μνημονεύσουν. Βέβαια, πάλι καλά που υπάρχουν καλλιτέχνες σαν τον Χριστόφορο και ταινίες σαν το “Αν…” ώστε να επαναφέρουν εκείνη την ατμόσφαιρα του ελληνικού σινεμά. 

Γ.Κ.: Τις ταινίες του παλιού ελληνικού κινηματογράφου πάντα θα τις αγαπάει ο κόσμος γιατί διέθεταν και ψυχαγωγία και ουσία. Το θέμα τους φυσούσε… Πλέον, οι περισσότερες ταινίες γίνονται για πλάκα, είναι ρηχές γιατί είναι προσκολλημένες στην ψυχαγωγία και μόνο. Η χρήση των σύγχρονων μέσων δεν αρκεί, ούτε και η τρέλα. Πρέπει να πεις μια ιστορία. Τις περισσότερες ταινίες τις βαριέμαι πια, δεν έχουν κέφι. Δηλαδή δεν κατάλαβα γιατί να είμαστε στα δυο άκρα, ή Αγγελόπουλος ή διασκέδαση; Μέση λύση δεν υπάρχει; 

*Η συνέντευξη δημοσιεύτηκε στο κινηματογραφικό πόρταλ www.sevenart.gr (28-11-12).