10 Δεκ 2012

Η Σαϊεντολογία ξεγυμνώνεται


Toυ Νέστορα Πουλάκου 

Αυτή την εβδομάδα κάνουν πρεμιέρα στις αίθουσες έξι ταινίες πρώτης προβολής, εκείνη που ξεχωρίζει όμως είναι το απόλυτο κινηματογραφικό ξεγύμνωμα μιας αίρεσης που ειδικώς στις Η.Π.Α. έχει απλώσει άκρως διεισδυτικά τα πλοκάμια της. Ο σκηνοθέτης ταινιών όπως “Θα χυθεί αίμα” και “Μανόλια” Πολ Τόμας Άντερσον, με πρωταγωνιστές τους εξαιρετικούς Φίλιπ Σέιμουρ Χόφμαν και Χόακιν Φοίνιξ, εισχωρεί με το “The Master” στα άδυτα της Σαϊεντολογίας, μια θρησκευτικής αίρεσης που έχει προσηλυτίσει την αμερικανική ελίτ, από την μεγαλοαστική τάξη και τους βιομήχανους μέχρι πετυχημένους επιχειρηματίες και ακριβοπληρωμένους καλλιτέχνες πρώτης γραμμής (χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι ο Τομ Κρουζ), και βγάζει τα άπλυτα της στη φόρα. Πως ξεκίνησε, ποιος είναι ο ιδρυτής της και από πού προέρχεται, και φυσικά πως κατάφερε να αναρριχηθεί, να εισέλθει στα σαλόνια της αμερικανικής κοινωνίας και να αποκτήσει εκατομμύρια πιστούς και φανατικούς οπαδούς. Η ταινία παίχτηκε για πρώτη φορά στο πρόσφατο Φεστιβάλ Βενετίας σαρώνοντας τα μεγάλα βραβεία (πλην του Χρυσού Λιονταριού που δόθηκε στον Κορεάτη Κιμ Κι Ντουκ), ακόμη στο Φεστιβάλ Τορόντο ενώ θα ανοίξει και το Φεστιβάλ Ρότερνταμ. Στις Η.Π.Α. θεωρείται μια ταινία που θα διεκδικήσει πολλά Όσκαρ, στα σίγουρα αυτό της ανδρικής ερμηνείας. Πιο κοσμοπολίτης από το αναμενόμενο έγινε το άλλοτε αγαπημένο παιδί των φεστιβάλ και το πλέον εξαγώγιμο κινηματογραφικό προϊόν του Ιράν, Αμπάς Κιαροστάμι. Μετά την ιταλική επαρχία, αυτή τη φορά κινηματογραφεί το ιαπωνικό αστικό τοπίο στην ταινία “Κάτι σαν έρωτας”, όπου μια νεαρή φοιτήτρια – συνοδός ανδρών συνάπτει μια ιδιαιτέρως περίεργη σχέση με ένα μεγαλύτερο άνδρα της, που του αρέσει πολύ καταπώς φαίνεται. Η ελληνική πρόταση λέγεται “Ημερολόγια Αμνησίας”, η τρίτη μεγάλου μήκους ταινία της Στέλλας Θεοδωράκη, η οποία καταγράφει τη μνημονιακή Αθήνα της κρίσης σε συνάρτηση με τις προσωπικές αναμνήσεις από το ανέμελο παρελθόν της. Η αλήθεια είναι ότι πρόκειται για ένα έντονα προσωπικό σινεμά. Παίζονται ακόμη: το παιδικό “Ξενοδοχείο για τέρατα”, το θρίλερ “Το σπίτι στο τέλος του δρόμου” και σε επανέκδοση η σοβιετική εκδοχή του “Άμλετ” από το 1966. 

Το σινεμά πάει Πελοπόννησο 

Αυτές τις ημέρες είχε την τιμητική του ο κινηματογράφος στην Πελοπόννησο και ας δημιουργήθηκαν λογής λογής προβλήματα και ίντριγκες. Από τον Πύργο μέχρι την Κόρινθο, η κινηματογραφική Ελλάδα είχε στραμμένο το βλέμμα της “κάτω απ’ τ’ αυλάκι” καθώς λέγεται, καθώς το 15ο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου για Παιδιά και Νέους Ολυμπίας και το 3ο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου Πελοποννήσου “Γέφυρες” ανέδειξαν το καλό σινεμά και τράβηξαν, έστω για δέκα ημέρες, την προσοχή της χειμαζόμενης από οικονομικά προβλήματα και ανεργία τοπικής κοινωνίας. Ο πυργιώτικος θεσμός, εκείνος της Ολυμπίας δηλαδή, πάτησε τα 15 χρόνια του, είναι η μόνη κοιτίδα της ταινίας για παιδιά (και όχι παιδικής, είναι λάθος) στην Ελλάδα και θεωρείται μια από τις καλύτερες διοργανώσεις παγκοσμίως. Παρολαυτά, το φεστιβάλ των Δημήτρη Σπύρου και Νίκου Θεοδοσίου, με 15 χιλιάδες παιδιά απ’ όλο τον κόσμο παρόντα στον Πύργο (παρακολούθησαν προβολές, κινηματογραφικά εργαστήρια, masterclasses) είχε να αντιμετωπίσει και τον εμπαιγμό της Περιφέρειας Δυτικής Ελλάδας, η οποία μεσούσης του φεστιβάλ αποφάσισε να μην εγκρίνει την, έτσι κι αλλιώς, πετσοκομμένη επιχορήγηση των 70 χιλιάδων ευρώ. Μέχρι τη στιγμή που γράφονταν αυτές οι γραμμές στην εφημερίδα, λύση δεν είχε βρεθεί και ο πόλεμος από τις δύο πλευρές μαινόταν. Στον αντίποδα, η καλλιτεχνική διευθύντρια Πέτρα Τερζή διοργάνωνε το δικό της περιφερειακό φεστιβάλ στο Λουτράκι και την Κόρινθο. Το Φεστιβάλ “Γέφυρες” έδειξε… ενήλικο σινεμά απ’ όλο τον κόσμο (από τις Η.Π.Α. μέχρι την Ιαπωνία), κυρίως άγνωστες ταινίες που δύσκολα θα βρουν διανομή στις ελληνικές αίθουσες. Μεγάλο βάρος δόθηκε και στο δικό μας σινεμά, προβάλλοντας πολλές ταινίες μεγάλου μήκους που έχουν παιχτεί στις αίθουσες, μερικές πρεμιέρες (παγκόσμιες και πανελλήνιες) αλλά και δεκάδες μικρού μήκους που φιλοδοξούν κι αυτές να αποκτήσουν τη δική τους θέση στο κινηματογραφικό χάρτη της χώρας. Εν ολίγοις πρόκειται για δυο διοργανώσεις που ψυχαγωγούν την τοπική κοινωνία γι’ αυτό καλό είναι, μες στο τοπίο της πολιτιστικής ένδειας που έχει διαμορφωθεί, να στηρίζονται με κάθε τρόπο από αυτήν. 

*Η στήλη Στοπ Καρέ ξεκινάει και πάλι, 2 χρόνια μετά το κλείσιμο της εφ. Απογευματινή, στην εβδομαδιαία πολιτική εφημερίδα Το Χωνί (αρ. φύλλου 37, 9-12-12). 

Οι κριτικές της εβδομάδας (6-12-12) στο SevenArt.gr 

The Master (6/10) 

 Ποιο είναι τελικά εκείνο το σημείο που έχει περισσότερη αξία σε αυτό το διαμαντάκι του Πολ Τόμας Άντερσον; Μήπως το ξεγύμνωμα της Σαϊεντολογίας, μιας “νομιμοποιημένης” αίρεσης που έχει κατακλύσει το μεγαλύτερο κομμάτι της σύγχρονης μεγαλοαστικής τάξης στην Αμερική; Το πώς γεννήθηκε δηλαδή η οργάνωση και το πώς χτίστηκε το πορτραίτο του ιδρυτή της; Ή μήπως αυτή η ανόητη, άρρωστη, σχεδόν ψυχωσική αλλά απολύτως ειλικρινής και αρχέγονα ανθρώπινη σχέση δασκάλου-μαθητή, σαν αυτή που αποτυπώνουν τόσο γλαφυρά στο κινηματογραφικό πανί οι Φίλιπ Σέιμουρ Χόφμαν και Χόακιν Φοίνιξ, δίνοντας την ίδια στιγμή δυο καταπληκτικές ερμηνείες; Υπάρχει και ένα άλλο ζήτημα: το πώς διαμορφώθηκε ο δυτικός κόσμος, μέσα από το πρίσμα των Η.Π.Α., μεταπολεμικά, όταν η καταστραμμένη υφήλιος προσπαθούσε να μαζέψει τα κομμάτια της και λογής λογής κομπογιαννίτες, μα πάνω απ’ όλα έξυπνοι επαγγελματίες βρήκαν πρόσφορο έδαφος για να αναπτύξουν τις θεωρίες τους και φυσικά να πλουτίσουν. Κατά τα λοιπά, έτσι και μείνουμε στα αυστηρώς κινηματογραφικά μονοπάτια, μακριά από Σαϊεντολογίες και κοινωνικές θεωρίες, ο Άντερσον αποδεικνύει και πάλι ότι είναι ένας από τους καλύτερους Αμερικανούς σκηνοθέτες του 21ου αιώνα που προσέχει πάντα το έργο του. Αυτό το αριστοτεχνικά δομημένο μωσαϊκό μιας κατεστραμμένης, κυρίως κοινωνικά, Αμερικής φτάνει αψεγάδιαστο στον θεατή έστω και αν η εικόνα και η σκηνοθετική μπαγκέτα του υπερκεράζουν το θέμα αυτό καθαυτό μια και το σενάριο φαίνεται πως χάθηκε κάποια στιγμή σε μονοπάτια που ίσως δεν είχε και σκοπό να περπατήσει. Και για να ολοκληρώσω, αυτά που σίγουρα θα σου μείνουν στο μυαλό είναι οι έξοχες ερμηνείες των Χόφμαν-Φοίνιξ, δυο ηθοποιοί με μεγάλο ερμηνευτικό εκτόπισμα που μπορούν να ανταποκριθούν σε όποιο ρόλο τους δώσει σκηνοθέτης. Ο πρώτος ως ιδρυτής της Σαϊεντολογίας, όπως τη ξέρουμε μετέπειτα, και ο δεύτερος ως ένας ψυχωτικός, αλκοολικός και σεξομανής ναύτης που ψάχνει το απάγκιο του οπουδήποτε. 

Άμλετ (7/10) 

Σε επανέκδοση προβάλλεται αυτές τις ημέρες η σοβιετική εκδοχή του σαιξπηρικού “Άμλετ”, ένα ξεχασμένο αριστούργημα που κατά πολλούς θεωρείται η καλύτερη κινηματογραφική βερσιόν που έχει γυριστεί ποτέ. Η αλήθεια είναι ότι η 140λεπτη μεταφορά διαθέτει μια έντονη θεατρικότητα και συγκεντρώνει όλα τα στοιχεία του ρωσικού φορμαλιστικού σινεμά που το ανέδειξαν στις συνειδήσεις των σινεφίλ μετά τα ψυχροπολεμικά χρόνια. Για τους λάτρεις του είδους, ένα σινεμά άλλης εποχής που βλέπεται σήμερα ως ένα σημαντικό και ακριβοθώρητο masterclass κυρίως για νέους ηθοποιούς αλλά και σκηνοθέτες θεάτρου. Ο Κόζιντσεφ αποδεικνύεται ότι αγαπούσε τον Άμλετ ως κείμενο μια και η προσέγγιση του είναι όχι μόνο απολύτως σεβάσμια προς αυτό αλλά και καταθέτει μια δική του σκηνοθετική άποψη που θα άρεσε ακόμη και στον Σαίξπηρ. 

Ημερολόγια Αμνησίας (4/10) 

Συνεχίζοντας πιστά το σινεμά που έχει αποφασίσει να κάνει από την αρχή της καριέρας της, η Στέλλα Θεοδωράκη επιλέγει μια λιγότερο fiction ταινία, η οποία περισσότερο γέρνει στο ντοκιμαντέρ, αν και αυτό πάλι ελέγχεται. Εν γένει, είναι ένα σινεμά εντελώς προσωπικό, στο οποίο είτε θα μπεις και θα παρασυρθείς από τη μαγεία της εικόνας και του ήχου είτε θα σε πετάξει τελείως εκτός μια και ο κόσμος της σκηνοθέτιδας (ή η ψυχοσύνθεση, οι σκέψεις και οι απόψεις της αλλιώς) ίσως να μη σε ενδιαφέρουν. Η Θεοδωράκη κινείται σε δυο επίπεδα: αφενός στην καταγραφή και προβολή κομματιών τη ζωής της, μέσα από τα οποία θέλει να αντιπαραβάλλει ή και να αποτυπώσει το παγκόσμιο αίσθημα σε προσωπική και κοινωνική κυρίως βάση. Άλλωστε η ταινία κινείται μεταξύ Αυστραλίας, Ευρώπης και Ελλάδας. Αυτές οι στιγμές – σημεία αλλοτινών, σίγουρα πιο αθώων εποχών, έρχονται ως αντίστιξη σε αυτά που συμβαίνουν σήμερα. Αφετέρου, το φιλμ μπολιάζεται με εικόνες της ελληνικής κρίσης. Από τους δρόμους, τις πλατείες της Αθήνας, τις συγκεντρώσεις, τις πορείες και τις διαμαρτυρίες, τα κλειστά καταστήματα, τους άστεγους και εν γένει τα σημάδια, τα αποτυπώματα αυτής της οικονομικής λαίλαπας που φυσικά και αγγίζει το κοινωνικό σύνολο. Πρόκειται για μια ιδιαίτερη ταινία, και σίγουρα η θέαση της αποτελεί μια αξιόλογη εμπειρία αναζήτησης του κόσμου ενός άλλου ανθρώπου, στον οποίο μπορεί και να βρίσκεσαι, που ξέρεις; 

Ξενοδοχείο για Τέρατα (3/10) 

Ένα ακόμη κινούμενο σχέδιο μόνο για παιδιά βγαίνει από σήμερα στις ελληνικές αίθουσες, αυτή τη φορά σε όλες τις εκδοχές του, μεταγλωττισμένο αλλά και με υπότιτλους, σε 3D και με πάντα σατιρική διάθεση. Αυτή η παραγωγή της Disney είναι μια μεγάλου προϋπολογισμού επένδυση στο παιδικό κοινό, που δυστυχώς αφήνει απ’ έξω τους ενήλικες που ενδιαφέρονται για animation. Η ιστορία του είναι ευφάνταστη, μια και ανακατεύει στον πύργο του Κόμη Δράκουλα όλα τα τέρατα της λογοτεχνίας και των κινουμένων σχεδίων, προκαλώντας ένα κάποιο γέλιο αλλά κυρίως σάτιρα, παρωδία και διακωμώδηση των ιστοριών με τις οποίες μεγαλώσαμε. Εκεί που αποτυγχάνει όμως η Disney είναι ότι δεν δείχνει το ίδιο ενδιαφέρον και για τη διασκέδαση ενηλίκων, οι οποίοι το πιθανότερο είναι να βρουν την ταινία μονότονη, κάπως πεζή, στα σίγουρα πολύ παραμυθένια και παιδική για τα γούστα τους. Μια ακόμη ταινία δηλαδή που θέλει να πάρει με το μέρος της όλη τη γκάμα του παιδικού κοινού, είτε παίζεται στις αίθουσες είτε στο dvd. 

 Το Σπίτι στο τέλος του Δρόμου (2/10) 

Αυτό ας πούμε λέγεται κακό θρίλερ, διαφορετικά ένα b movie που δεν θα ήθελε να είναι b αλλά το ατάλαντο των συντελεστών του το έφτασαν σε αυτό το σημείο. Αναφορές σε ταινίες του είδους, κακές αντιγραφές σκηνών επίσης και κυρίως αμέτρητα και αφόρητα κλισέ που ειλικρινά σε προτρέπουν να τρέξεις από την αίθουσα. Ταινία straight-to-dvd που πιθανώς βγήκε στις αίθουσες για να τσιμπήσει το νεανικό κοινό που πηγαίνει έτσι κι αλλιώς σε αυτά τα νεανικά θρίλερ με τα σκοτεινά σπίτια για να κάνουν χαβαλέ (πόσες τέτοιες ιστορίες έχουμε δει από το Χόλιγουντ όλα αυτά τα χρόνια, θεέ μου) αλλά ξέρει πως οι πωλήσεις του είναι μόνο και αποκλειστικά στο home cinema. Κρίμα, τέλος, για την Τζένιφερ Λόρενς που παίζει απελπιστικά κακά, συνάδει δηλαδή με το γενικότερο κλίμα της ταινίας. Εν ολίγοις, θα σε συμβούλευα να στρίψεις έτσι και έρθεις μούρη με μούρη με τη μαρκίζα της.