22 Δεκ 2012

Η Ψηφιακή Έκδοση (περ. Ποιητικά)


Στις αρχές της δεκαετίας του 2000, είχαμε μια ποιητική έκρηξη: πολλοί καλοί νέοι ποιητές, πολλοί καλοί μεγαλύτεροι ποιητές, πολύ καλή ποίηση, πολλές ποιητικές εκδόσεις. Τη στιγμή που ο ελληνικός εκδοτικός χώρος έφτανε σε ένα απόγειο, όπως θεωρούσε, και λίγο πριν από την κατάρρευση που δεν άργησε, η ποίηση βρέθηκε στο προσκήνιο. Όπως πάντα, και με εξαίρεση κάποιους εκδότες σταθερά και ποικιλότροπα προσανατολισμένους στην ποίηση, αποτελούσε πηγή κύρους για έναν εκδοτικό οίκο, που φυσικά δεν προσδοκούσε κανένα υλικό όφελος. Διότι είναι γνωστό ότι η ποίηση έχει λίγους και πιστούς αναγνώστες και συχνά ακούγεται περισσότερο από ό,τι διαβάζεται. Από το 2008 και μετά, όταν η ευφορία άρχισε να διαλύεται, οι πόρτες των εκδοτών έκλεισαν για τους ποιητές απότομα. Γυρίσαμε στην παλιά καλή εποχή: οι ποιητές, ειδικά οι νέοι, πληρώνουν τα βιβλία τους, ομολογημένα ή ανομολόγητα, με λίγες εξαιρέσεις πάντα.

Την ίδια αυτή περίοδο, το διαδίκτυο άνοιγε τεράστιες δυνατότητες δημοσίευσης και επικοινωνίας, που ξεπερνούσαν κατά πολύ τη διάθεση του καλύτερα οργανωμένου σε επίπεδο διάθεσης εκδοτικού οίκου: ένα ποίημα που δημοσιεύεται στο διαδίκτυο διαβάζεται από τους απανταχού Έλληνες και Ελληνόφωνους και δεν περιορίζεται χωροχρονικά. Στο εξωτερικό, η ηλεκτρονική έκδοση προχωρούσε με ταχείς ρυθμούς, με το print on demand, το τύπωμα δηλαδή του ηλεκτρονικού κειμένου, να λύνει τα χέρια σε πολλούς δημιουργούς. Η περίφημη Lulu, μια από τις πρώτες εταιρείες στον χώρο αυτό, η οποία δημιουργήθηκε το 2002 και στηρίζει την αυτοέκδοση, έχει δημοσιεύσει ως σήμερα πάνω από ένα εκατομμύριο τίτλους. Ήταν θέμα χρόνου να ακολουθήσει και η Ελλάδα.

Ιδού λοιπόν που το περιοδικό Βακχικόν προτείνει την αυτοέκδοση έργων, που είναι διαθέσιμα δωρεάν σε μια σειρά από format - με τη συνεπικουρία, παρεμπιπτόντως και της Lulu. Όποιος θέλει διαβάζει online το βιβλίο, το κατεβάζει στον υπολογιστή του και το τυπώνει, το κάνει εν πάση περιπτώσει ό,τι θέλει. Δεν μιλάμε πια για λίγα ή περισσότερα ποιήματα δημοσιευμένα, αλλά για βιβλία κανονικά, σελιδοποιημένα. Η πρακτική αυτή αφορά, βεβαίως, όλα τα βιβλία που δυσκολεύονται να βρουν το δρόμο τους για τον εκδότη και το ράφι. Κατεξοχήν την ποίηση δηλαδή.

Διαμορφώνεται έτσι η εξής κατάσταση. Από τη μια, κάποιοι ποιητές θεωρούν ότι με την ηλεκτρονική έκδοση δεν συμμετέχουν στον εμπορευματοποιημένο χώρο των εκδόσεων: “Όταν, όμως, όχι απλά δεν αγοράζουν την δουλειά σου, αλλά σε βάζουν να πληρώσεις κι από πάνω γι αυτήν, όταν εκμεταλλεύονται τις μεταφράσεις σου οικονομικά χωρίς εσύ να βλέπεις ούτε ένα σαντίμι απ’ αυτές, όταν σου δεσμεύουν πέντε χρόνια τα χειρόγραφα κρατώντας σε όμηρο της ελπίδας και της αναμονής ότι μπορεί και να δημοσιευτούνε κάποτε, τότε δεν μπορείς εσύ να λες και «Δόξα τω Θεώ» άμα δεις τη τζίφρα σου στις προθήκες των βιβλιοπωλείων! Χίλιες φορές καλύτερα να βγάζω μόνος μου τα κείμενα μου και τις μεταφράσεις μου και να τις μοιράζω τζάμπα στο διαδίκτυο! Αυτό είναι και το ειδικό μήνυμα της παρούσας ηλεκτρονικής έκδοσης: αρνούμαι να περιμένω πέντε χρόνια και να πληρώσω τα μαλλιά της κεφαλής μου για να δημοσιεύσω ένα βιβλίο! Αν δεν μπορώ να αποκομίζω τα προς το ζην από την εργασία μου, τουλάχιστον αρνούμαι να συντηρώ ένα σάπιο σύστημα από την τσέπη μου.», γράφει ο Αϊναλής στον πρόλογο του ηλεκτρονικού βιβλίου του – χωρίς να αποφεύγει ωστόσο την εξιδανίκευση του παρελθόντος. Οι σουρεαλιστές, λέει, δημοσίευαν αδιαμεσολάβητα. Πλάνη. Δημοσίευαν τη ευγενή φροντίδι μαικήνων, που τους έδιναν συχνά δουλειά για να μπορούν να ζήσουν, όπως ο πάμπλουτος συλλέκτης Ζακ Ντουσέ στον Αραγκόν, ο οποίος έγραφε γι’ αυτόν προλόγους επί παραγγελία και αποχώρησε όταν ο Ντουσέ του ζήτησε να γράψει μια ιστορία του σουρεαλισμού χωρίς πολιτική διάσταση.

Τα πράγματα είναι πολύ πιο σύνθετα λοιπόν κι αξίζει να θέσουμε και το ερώτημα αν χρειαζόμαστε ή όχι τους εκδότες. Το παρελθόν δεν υπήρξε παράδεισος και το μέλλον είναι άγνωστο. Το βιβλίο για να φτάσει στο κοινό του χρειάζεται και θα χρειάζεται για πολύ καιρό ακόμη τους εκδότες. Αυτό δεν σημαίνει φυσικά αποδοχή της εκμετάλλευσης. Πραγματικά στην ποίηση, η ηλεκτρονική έκδοση είναι μια εξαιρετική λύση με μεγάλες προοπτικές – για όσους μπορούν να αποδεσμευτούν ψυχολογικά, διότι έχει κι αυτό σημασία, από το ”μαγικό αντικείμενο“ που αποτελεί το βιβλίο. Δεν είναι πολλοί πάντως ακόμη. Όπως και δεν είναι όλοι οι εκδότες ίδιοι, ούτε ποτέ ήταν άλλωστε. Έτσι κι αλλιώς, η κρίση είναι τόσο μεγάλη και οι αλλαγές τόσο ριζικές, που πολλά πράγματα θα τεθούν σε νέες βάσεις. Μια από τις πρώτες συνέπειές της θα είναι σίγουρα μια άλλη λογική στην αντιμετώπιση του βιβλίου ως εμπορευματικού αγαθού. Αναγκαστικά και εκ των πραγμάτων.

*Πρόκειται για το editorial του τεύχους 7 του περιοδικού Ποιητικά (Σεπτέμβριος 2012), που κυκλοφορούν οι Εκδόσεις Γκοβόστη.