29 Φεβ 2012

"Τα πάντα απο-ρήτος / History of music and poetry : Gray Goes Black" - No 7

Written by Mark Lanegan

Don't you turn off my radio
Please don't turn off my radio
Not with the rope still swinging
While eternity's mouth is singing

So insect I'm in amber
Days go by please don't forget
Uneven, so enamored
Days go by remember that

Gray goes black

Can't you hear my radio?
Don't you hear my radio?
Not with the beast still sleeping
While eternity's eyes are weeping

So insect I'm in amber
Days go by please don't forget
Uneven, so enamored
Days go by remember that

Gray goes black

Into the blood we sink and burn
Gray goes black

Στις 29 Φεβρουαρίου του 1288 καθιερώνεται στη Σκωτία η μόνη μέρα που μία γυναίκα μπορεί να προτείνει γάμο σε έναν άνδρα. Αν αυτός αρνηθεί, καλείται να πληρώσει πρόστιμο.

Στις 29 Φεβρουαρίου του 1900 γεννήθηκε ο Γιώργος Σεφέρης, φιλολογικό ψευδώνυμο του Γεωργίου Σεφεριάδη.

“Ἀνήκω σὲ µία χώρα µικρή”

(Ομιλία του Γιώργου Σεφέρη κατά την τελετή παραλαβής του Βραβείου
Νόμπελ Λογοτεχνίας, 11 Δεκεμβρίου 1963)

Εδώ και μήνες η Ελλάδα είναι στο πραιτώριο. Χλευάζεται και κατασυκοφαντείται. Αναίσχυντοι αργυραμοιβοί την παίζουν στα ζάρια.
Προσβάλλουν τους ανθρώπους της, αμφισβητούν την ιστορία της και τον πολιτισμό της. Όποια εφημερίδα και να ανοίξεις, μας έχουν κατατάξει στα «σκουπίδια». Μας θεωρούν ένα περιττό βάρος, από το οποίο όλοιθέλουν να απαλλαγούν, αλλά δεν ξέρουν ακόμα πώς.
Ε, λοιπόν, η Ελλάδα δεν είναι για τα σκουπίδια!
Δεν είμαστε οι Έλληνες διεφθαρμένοι και τεμπέληδες. Χαβαλέδες ήμασταν για πολύ καιρό. Βάλαμε τον αυτόματο πιλότο. Ένας φτωχός λαός, που γνώρισε την αφθονία και παρασύρθηκε γιατί νόμισε πως θα κρατήσει για πάντα. Πίστεψε και στα «ψεύτικα τα λόγια τα μεγάλα» κάποιων αδίστακτων πολιτικάντηδων. Για την ακρίβεια ίσως στην Ελλάδα υπάρχουν λιγότεροι διεφθαρμένοι και τεμπέληδες απ’ ότι σε πολλές άλλες χώρες.
Και τώρα ήρθε η ώρα του λογαριασμού. Είναι μια δύσκολη ώρα, αλλά δεν ήρθε το τέλος.
Όμως, ευτυχώς ακόμα στην Ελλάδα το 15% του πληθυσμού της δεν ζει με κουπόνια.
Ευτυχώς ακόμα στην Ελλάδα, κάθε ελληνόπουλο έχει δωρεάν πρόσβαση στο Πανεπιστήμιο.
Ευτυχώς ακόμα στην Ελλάδα έχουμε ένα, έστω ημιτελές, αλλά έχουμε σύστημα υγείας.
Ευτυχώς ακόμα στην Ελλάδα έχουμε ένα κράτος που έχει μια μεγάλη περιουσία. Άλλα κράτη δεν έχουν τίποτα. Αυτήν βλέπουν και ξερογλύφονται.
Ευτυχώς ακόμα στην Ελλάδα οι γονείς βοηθάνε τα παιδιά τους και εκείνα τους γονείς τους.
Ευτυχώς, η μικρή και φτωχή Ελλάδα δεν ήταν απούσα από καμιά μεγάλη μάχη για την ελευθερία. Και έδινε το είναι της, όταν οι άλλοι είχαν ήδη παραδώσει και την ψυχή και το πνεύμα.
Ευτυχώς ακόμα, η Ελλάδα έχει μέλλον.
Έβλεπα εκείνα τα κορίτσια της Εθνικής Ομάδος Πόλο, να ανεβαίνουν στον Όλυμπο, μες τη «φωλιά του Δράκου», και είπα , πως δεν χάθηκε η ελπίδα. Υπάρχει ακόμα το μέταλλο του νικητή.
Η Ελλάδα έχει μέλλον, γιατί στη μακραίωνα ιστορία της κάθε μεγάλη ήττα και καταστροφή, αντί να την αφανίσει, την ανάσταινε!
Γιατί τα γράφω αυτά; Μου τηλεφώνησαν κάποιοι «φίλοι» απ’ το εξωτερικό και μας ….νεκρολογούσαν! Είναι απ’ τα κοράκια που έχουν στοιχηματίσει στην πτώχευσή μας και ανησυχούν μήπως και χάσουν τα λεφτά τους! Και βιάζονται! Τόσο πολύ θύμωσα που έκλεισα το τηλέφωνο. Ύστερα τους έστειλα το κείμενο που ακολουθεί….

“Ἀνήκω σὲ µία χώρα µικρή.
Ἕνα πέτρινο ἀκρωτήρι στὴ Μεσόγειο, ποὺ δὲν ἔχει ἄλλο ἀγαθὸ παρὰ τὸν ἀγώνα τοῦ λαοῦ, τὴ θάλασσα, καὶ τὸ φῶς τοῦ ἥλιου.
Εἶναι µικρὸς ὁ τόπος µας, ἀλλὰ ἡ παράδοσή του εἶναι τεράστια καὶ τὸ πράγµα ποὺ τὴ χαρακτηρίζει εἶναι ὅτι µᾶς παραδόθηκε χωρὶς διακοπή.
Ἡ ἑλληνικὴ γλῶσσα δὲν ἔπαψε ποτὲ της νὰ µιλιέται. Δέχτηκε τὶς ἀλλοιώσεις ποὺ δέχεται καθετὶ ζωντανό, ἀλλὰ δὲν παρουσιάζει κανένα χάσµα.
Ἄλλο χαρακτηριστικὸ αὐτῆς τῆς παράδοσης εἶναι ἡ ἀγάπη της γιὰ τὴν ἀνθρωπιά, κανόνας της εἶναι ἡ δικαιοσύνη.
Στὴν ἀρχαία τραγωδία, τὴν ὀργανωµένη µὲ τόση ἀκρίβεια, ὁ ἄνθρωπος ποὺ ξεπερνᾶ τὸ µέτρο, πρέπει νὰ τιµωρηθεῖ ἀπὸ τὶς Ἐρινύες.
Ὅσο γιὰ µένα συγκινοῦµαι παρατηρώντας πὼς ἡ συνείδηση τῆς δικαιοσύνης εἶχε τόσο πολὺ διαποτίσει τὴν ἑλληνικὴ ψυχή, ὥστε νὰ γίνει κανόνας τοῦ φυσικοῦ κόσµου.
Καὶ ἕνας ἀπὸ τοὺς διδασκάλους µου, τῶν ἀρχῶν τοῦ περασµένου αἰώνα, γράφει: «… θὰ χαθοῦµε γιατί ἀδικήσαµε …».
Αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος ἦταν ἀγράµµατος. Εἶχε µάθει νὰ γράφει στὰ τριάντα πέντε χρόνια τῆς ἡλικίας του. Ἀλλὰ στὴν Ἑλλάδα τῶν ἡµερῶν µας, ἡ προφορικὴ παράδοση πηγαίνει µακριὰ στὰ περασµένα ὅσο καὶ ἡ γραπτή. Τὸ ἴδιο καὶ ἡ ποίηση.
Εἶναι γιὰ µένα σηµαντικὸ τὸ γεγονὸς ὅτι ἡ Σουηδία θέλησε νὰ τιµήσει καὶ τούτη τὴν ποίηση καὶ ὅλη τὴν ποίηση γενικά, ἀκόµη καὶ ὅταν ἀναβρύζει ἀνάµεσα σ’ἕνα λαὸ περιορισµένο.
Γιατί πιστεύω πὼς τοῦτος ὁ σύγχρονος κόσµος ὅπου ζοῦµε, ὁ τυρρανισµένος ἀπὸ τὸ φόβο καὶ τὴν ἀνησυχία, τὴ χρειάζεται τὴν ποίηση.
Ἡ ποίηση ἔχει τὶς ρίζες της στὴν ἀνθρώπινη ἀνάσα – καὶ τί θὰ
γινόµασταν ἂν ἡ πνοή µας λιγόστευε;
Εἶναι µία πράξη ἐµπιστοσύνης – κι ἕνας Θεὸς τὸ ξέρει ἂν τὰ δεινά µας δὲν τὰ χρωστᾶµε στὴ στέρηση ἐµπιστοσύνης.
Παρατήρησαν, τὸν περασµένο χρόνο γύρω ἀπὸ τοῦτο τὸ τραπέζι, τὴν πολὺ µεγάλη διαφορὰ ἀνάµεσα στὶς ἀνακαλύψεις τῆς σύγχρονης ἐπιστήµης καὶ στὴλογοτεχνία. παρατήρησαν πὼς ἀνάµεσα σ’ ἕνα ἀρχαῖο ἑλληνικὸ δράµα καὶ ἕνα σηµερινό, ἡ διαφορὰ εἶναι λίγη. Ναί, ἡ συµπεριφορὰ τοῦ ἀνθρώπου δὲ µοιάζει νὰἔχει ἀλλάξει βασικά. Καὶ πρέπει νὰ προσθέσω πὼς νιώθει πάντα τὴν ἀνάγκη ν’ ἀκούσει τούτη τὴν ἀνθρώπινη φωνὴ ποὺ ὀνοµάζουµε ποίηση. Αὐτὴ ἡ φωνὴ ποὺ κινδυνεύει νὰ σβήσει κάθε στιγµὴ ἀπὸ στέρηση ἀγάπης καὶ ὁλοένα ξαναγεννιέται. Κυνηγηµένη, ξέρει ποὺ νὰ ’βρει καταφύγιο, ἀπαρνηµένη, ἔχει τὸ ἔνστικτο νὰ πάει νὰ ριζώσει στοὺς πιὸ ἀπροσδόκητους τόπους. Γι’ αὐτὴ δὲν ὑπάρχουν µεγάλα καὶ µικρὰ µέρη τοῦ κόσµου. Τὸ βασίλειό της εἶναι στὶς καρδιὲς ὅλων τῶν ἀνθρώπων τῆς γῆς. Ἔχει τὴ χάρη ν’ ἀποφεύγει πάντα τὴ συνήθεια, αὐτὴ τὴ βιοµηχανία.
Χρωστῶ τὴν εὐγνωµοσύνη µου στὴ Σουηδικὴ Ἀκαδηµία ποὺ ἔνιωσε αὐτὰ τὰ πράγµατα, ποὺ ἔνιωσε πὼς οἱ γλῶσσες, οἱ λεγόµενες περιορισµένης χρήσης, δὲν πρέπει νὰ καταντοῦν φράχτες ὅπου πνίγεται ὁ παλµὸς τῆς ἀνθρώπινης καρδιᾶς, ποὺ ἔγινε ἕνας Ἄρειος Πάγος ἱκανός νὰ κρίνει µὲ ἀλήθεια ἐπίσηµη τὴν ἄδικη µοίρα τῆς ζωῆς, γιὰ νὰ θυµηθῶ τὸν Σέλλεϋ, τὸν ἐµπνευστή, καθώς µᾶς λένε, τοῦ Ἀλφρέδου Νοµπέλ, αὐτοῦ τοῦ ἀνθρώπου ποὺ µπόρεσε νὰ ἐξαγοράσει τὴνἀναπόφευκτη βία µὲ τὴ µεγαλοσύνη τῆς καρδιᾶς του.
Σ’ αὐτὸ τὸν κόσµο, ποὺ ὁλοένα στενεύει, ὁ καθένας µας χρειάζεται ὅλους τούς ἄλλους. Πρέπει ν’ ἀναζητήσουµε τὸν ἄνθρωπο, ὅπου καὶ νὰ βρίσκεται.
Ὅταν στὸ δρόµο τῆς Θήβας, ὁ Οἰδίπους συνάντησε τὴ Σφίγγα, κι αὐτὴ τοῦ ἔθεσε τὸ αἴνιγµά της, ἡ ἀπόκρισή του ἦταν: ὁ ἄνθρωπος. Τούτη ἡ ἁπλὴ λέξη χάλασε τὸ τέρας. Ἔχουµε πολλὰ τέρατα νὰ καταστρέψουµε. Ἂς συλλογιστοῦµε τὴν ἀπόκριση τοῦ Οἰδίποδα.»

Στις 29 Φεβρουαρίου του 1908 πέθανε ο Πατ Γκάρετ, θρυλική μορφή του Φαρ Ουέστ, άνθρωπος του νόμου, και μπάρμαν.

26 Φεβ 2012

Η Κοινωνία του Θεάματος

Η απατηλή εκλογή μέσα στη θεαματική αφθονία, εκλογή που συνίσταται στην αντιπαράθεση ανταγωνιστικών κι αλληλέγγυων θεαμάτων, καθώς και στην αντιπαράθεση αποκλειστικών και ταυτόχρονα αλληλένδετων ρόλων (κύριοι φορείς και σημαδιοδότες των οποίων είναι τα αντικείμενα), εξελίσσεται σε πάλη φαντασματικών ιδιοτήτων, προορισμένων να προσδώσουν πάθος στην προσκόλληση και στην ποσοτική χυδιαιότητα. Έτσι, αναβιώνουν ψευδείς αρχαϊκές αντιθέσεις, τοπικισμοί ή ρατσισμοί, επιφορτισμένοι να μεταμορφώσουν τη χυδαιότητα των ιεραρχικών θέσεων μέσα στην κατανάλωση σε φανταστική οντολογική ανωτερότητα. Έτσι ανασυστήνεταιη ατελείωτη αλληλουχία των γελοίων συγκρούσεων, απ' τα ανταγωνιστικά σπορ ως τις εκλογές, που διαγείρουν ένα υποπαιγνιώδες ενδιαφέρον. Εκεί όπου εγκαταστάθηκε η πληθωρική κατανάλωση, εμφανίζεται στο πρώτο πλάνο των απατηλών ρόλων μια θεμελιώδης θεαματική αντίθεση ενηλίκων - νέων: γιατί πουθενά δεν υπάρχει ενήλικος που να είναι κύριος της ζωής του κι η νιότη, η αλλαγή αυτού που υπάρχει, ο δυναμισμός του καπιταλισμού, δεν αποτελεί διόλου ιδιότητα των ανθρώπων που είναι σήμερα νέοι, αλλά του οικονομικού συστήματος. Τα π ρ α γ μ α τ α είναι που κυβερνούν κι αυτά είναι νέα. Εκτοπίζονται αμοιβαία κι αντικαθίστανται από μόνα τους.

[Η Κοινωνία του Θεάματος, Γκυ Ντεμπόρ, μτφρ. Πάνος Τσαχαγέας-Νίκος Αλεξίου, Εκδόσεις Ελεύθερος Τύπος, Έκδοση του 1986 στα ελληνικά]

Διαβάστε εδώ το βιβλίο.
Δείτε εδώ την ταινία "Η Κοινωνία του Θεάματος" (σκηνοθεσία: Γκυ Ντεμπόρ, παραγωγής 1973)
Διαβάστε εδώ για τον Γκυ Ντεμπόρ.

25 Φεβ 2012

Νέστορας Πουλάκος @ Eclectic Radio

Στο web radio του Ash in Art
Eclectic Radio,

ο Νέστορας Πουλάκος,
κριτικός κινηματογράφου
& υπεύθυνος του περιοδικού και των εκδόσεων Vakxikon.gr,

μιλάει στον ποιητή Σταύρο Καμπάδαη,
για σινεμά, το Vakxikon.gr, και άλλα παράδοξα της ζωής.

Η συγκεκριμένη συνέντευξη
μαζί με άλλες καλλιτεχνών και ανθρώπων των τεχνών,
θα μεταδίδεται από τον Μάρτιο του 2012,
σε όλη τη διάρκεια του καθημερινού προγράμματος του σταθμού.

Συντονιστείτε εδώ.

24 Φεβ 2012

4 πρόσωπα ζητούν τον Τομ Χανκς

Του Νέστορα Πουλάκου

Όσο μπανάλ κι αν έχει γίνει, ή να ξενίζει μερικούς το συντηρητικό προφίλ του, ο Τομ Χανκς, γνήσιο τέκνο του Χόλιγουντ, κι εδώ και μια δεκαετία πετυχημένος παραγωγός εμπορικών ταινιών και τηλεοπτικών σειρών (αμφίβολης ποιότητας βέβαια), παραμένει ένας από τους αξιολογότερους ηθοποιούς του αμερικανικού κινηματογράφου τα τελευταία τριάντα χρόνια.

Αυτό το επιβεβαιώνει και με την (σύντομη) ερμηνεία του στο “Εξαιρετικά δυνατά & απίστευτα κοντά” του Στήβεν Ντάλντρι, που βγαίνει από αύριο στις αίθουσες. Μαζί με τον Μαξ φον Σίντοφ, την Σάντρα Μπούλοκ, και τον πιτσιρικά Τόμας Χορν, συνθέτουν ένα ικανότατο καστ σε μια ιστορία που σε γυρίζει πίσω, στις σκοτεινές ημέρες της 11ης Σεπτεμβρίου, για τους Αμερικανούς.

Το SevenArt, ως αγαπημένη θέση του, ανίχνευσε τέσσερα stills, τουτέστιν στιγμιότυπα από τέσσερις ερμηνείες του Τομ Χανκς σε ταινίες, οι οποίες έκαναν αίσθηση τη χρονιά που προβλήθηκαν, αγαπήθηκαν πολύ και μάζεψαν ένα σκασμό βραβεία, διακρίσεις, και φυσικά εισιτήρια.

Ρόλοι που έχουν μείνει κιόλας στην ιστορία του παγκόσμιου σινεμά, ερμηνευμένοι από τον Τομ Χανκς, δις βραβευμένο με Όσκαρ και με τρεις ακόμη υποψηφιότητες, με πέντε Χρυσές Σφαίρες και περισσότερες από 50 βραβεύσεις παγκοσμίως, μεταξύ άλλων και στη Μπερλινάλε.

Φιλαδέλφεια (Philadelphia) – 1993

Είναι μια ιστορία για το AIDS, στην περίοδο που αρχίζει να απενοχοποιείται στην Αμερική. Η μαύρη δεκαετία του ’80 για τον ιό, έφερε στο φως το μείζον θέμα, πολλούς θανάτους βέβαια, μα κι επώνυμους να δηλώνουν δημοσίως πως είναι φορείς (ή και ομοφυλόφιλοι, ένα διπλό σοκ για την κοινωνία της εποχής).

Άλλωστε, ακόμη και σήμερα συνδέεται το AIDS με την ομοφυλοφιλία, παρόλο που έχει αποδειχτεί ως ψέμα. Στο προκείμενο, ο Τομ Χανκς παίρνει το πρώτο Όσκαρ του για τη μάχη του ν’ αποδείξει ότι απολύθηκε από τη δικηγορική εταιρεία που εργαζόταν (ως μεγαλοστέλεχος κι ευνοούμενος, κιόλας) επειδή ήταν ομοφυλόφιλος και φορέας του AIDS.

Η ταινία του Τζόναθαν Ντέμε εξακολουθεί και συγκινεί για τη σκληρότητα και την απανθρωπιά ορισμένων, στον αντίποδα της επιμονής και της θέλησης για ζωή. Πόσω μάλλον στην εποχή της.

Φόρεστ Γκαμπ (Forrest Gump) – 1994

Είναι η πολυβραβευμένη ταινία του Ρόμπερτ Ζεμέκις, με τα έξι Όσκαρ, μεταξύ των οποίων και το δεύτερο συνεχόμενο του Τομ Χανκς. Ο οποίος κι ερμηνεύει τον Φόρεστ Γκαμπ, που παρά το χαμηλό IQ του, από μικρό παιδί έως και τα γηρατειά του, είναι πάντοτε αγαπητός, πετυχημένος, απαραίτητος, ατόφιος κι αυθεντικός, σίγουρα στην πρώτη γραμμή των γεγονότων.

Η αφέλεια του Φόρεστ Γκαμπ, σε αυτό το ιδιότυπο “ρόουντ” μούβι μιας ολόκληρης ζωής, βασίστηκε στο βιβλίο του Γουίνστον Γκρουμ, και διαπερνά την Ιστορία στα σημαντικότερα γεγονότα της, μες στον 20ο αιώνα.

Και παρόλο που ο γλυκός Φόρεστ ήταν πάντοτε εκεί για όλους, στην μάχη μπροστά μπροστά, συνεπής και… τυχερός, η αγάπη του άλλου φύλου όλο κι απομακρυνόταν, ή καλύτερα συγκεντρωνόταν για να τον αποδεχτεί.

Η Διάσωση του Στρατιώτη Ράιαν (Saving Private Ryan) – 1998

Στο έπος του Σπίλμπεργκ για τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, όπου υμνείται κομψά ή αναλόγως χοντροκομμένα ο αμερικανικός πατριωτισμός και η ανιδιοτελής αυτοθυσία, ο Τομ Χανκς ως επικεφαλής ομάδας στρατιωτών, πραγματοποιεί απόβαση στη Νορμανδία, προς το τέλος του αιματηρού πολέμου.

Σκοπός του να διασώσει και να γυρίσει σώο κι αβλαβή στην πατρίδα τον στρατιώτη Ράιαν. Το ζήτημα είναι εθνικό, και φυσικά –τι άλλο;- άκρως συμβολικό. Βέβαια ο Ράιαν ήταν ο κάθε Ράιαν, ο αδελφός των Αμερικανών στρατιωτών-νικητών, που έπρεπε να γυρίσει πίσω στη χώρα του μαζί τους και ζωντανός, πάνω στις δάφνες της νίκης.

Αυτό το άψογα κατασκευασμένο αντιπολεμικό δράμα του Σπίλμπεργκ, αν και τιγκαρισμένο στα κλισέ, κέρδισε πέντε Όσκαρ, με εκείνο του Τομ Χανκς να παρέμεινε υποψηφιότητα.

Ο Ναυαγός (Cast Away) – 2000

Σε αυτή την ταινία του Ζεμέκις πάντως, ο Τομ Χανκς δεν πήρε το Όσκαρ, παρόλο που προτάθηκε και πάλι. Ερμηνεία καριέρας, αναμφισβήτητα. Μπορεί και η τελευταία του σπουδαία έως και σήμερα.

Σύμφωνα με το σενάριο που έγραψε ο Γουίλλιαμ Μπρόυλς Τζούνιορ, ο Τομ Χανκς ναυαγεί σε απόμερο, ξεχασμένο νησί, από το οποίο κι ο Θεός απουσιάζει. Όπως φαίνεται ότι εγκαταλείπει και τον ίδιο τον ναυαγό. Προσωρινά, βέβαια. Ο ήρωας πάντως, υπάλληλος της ταχυδρομικής FedEx, πρέπει να παραδώσει το δέμα έτσι κι αλλιώς.

Η αλήθεια είναι ότι η ιστορία μοιάζει κάπως απλοϊκή κι αφελής. Υπάρχει όμως κι άλλη αλήθεια. Αυτή που λέει ότι ο Τομ Χανκς πήρε όλη την ταινία πάνω του, δίνοντας μια συγκλονιστική ερμηνεία επιβίωσης.

*Το κείμενο δημοσιεύτηκε στο κινηματογραφικό πόρταλ www.sevenart.gr (22-2-12).

Γιώργος Αλισάνογλου - Jesu Christiana: Μια μελλοντική προσευχή

Vox Humana

ΚΑΠΟΤΕ, ένα βρέφος μ’ επισκέφθηκε στο όνειρό μου•
δεν μίλησε– δεν μίλησα• μόνο που τα πηδάλια της σκέψης του
μου μετέφεραν την ιδέα ότι
αν εμπιστευόμουν μια μελλοντική προσευχή
σε μια Θεά της σιωπής
η προσευχή δεν θα αποκαλυπτόταν ποτέ
παρά μόνο σ’ εκείνον που είναι ταγμένος–
να ασκείται στην Σιωπή_

Πρωινό στον πάγο

Σελίδα νερού– πρωινό λίγο πριν γεννηθώ/ πλάι στον ΛωΤΌ
αμυδρό φως στην άλλη πλευρά του τούνελ
σε μια γαλήνη τύφλωσης φόβος λευκού αγγέλου μ’ επισκέπτεται–
το νεογέννητο μωρό έκθαμβο από αντίστιξη γραφίδας χαραγμένο στον
βρωμισμένο πάγο με κοπίδι ιστορικής ακρίβειας_
«Δάκρυα θερμά λιβελούλας– μέσα σε κρήνη μελανί– ἣ τε κατ᾽ αιγίλιπος πέτρης δνοφερόν χέει ὓδωρ– τόν δέ ἰδών ὢκτιρε ποδάρκης δῖος Ἀχχιλεύς/ καί μιν φωνήσας ἒπεα πτερόεντα προσ/κύδα. Ω! Jesu Christiana» (…)

Ο Γιώργος Αλισάνογλου γεννήθηκε στην Καβάλα το 1975. Σπούδασε κοινωνιολογία. Από τον Νοέμβριο του 2005 διατηρεί το βιβλιοπωλείο και τις εκδόσεις "Σαιξπηρικόν" στην Θεσσαλονίκη.

23 Φεβ 2012

Tαινίες 23ης Φεβρουαρίου 2012

Του Νέστορα Πουλάκου

υτή την εβδομάδα κάνουν πρεμιέρα στις αίθουσες πέντε ταινίες, χωρίς να υπάρχει εκείνη που θα κάνει τη διαφορά. Από οσκαρικά και κωμικά “δράματα” μέχρι ελληνικό παράξενο σινεμά, και στο ενδιάμεσο η Μπάρμπι. Στο μεταξύ μπορείς να παρακολουθήσεις αφιερώματα στο αφρικανικό σινεμά καθώς και στον γερμανικό του Μεσοπολέμου, βέβαια μπορείς και να αφοσιωθείς στο καρναβάλι, τη λαγάνα, τον χαρταετό και τον ταραμά. Ταινία της εβδομάδας είναι το δυνατό δράμα “Εξαιρετικά δυνατά & απίστευτα κοντά”, με την οσκαρική υποψηφιότητα του Μαξ φον Σίντοφ, την έντονη απεικόνιση της ψυχολογικής κατάρρευσης των Αμερικανών μετά την 11η Σεπτεμβρίου, αλλά και την υπερβολική ερμηνεία του Τόμας Χορν. Από κοντά της, η ταινία επιβίωσης “The Grey”, μια ιστορία στα άκρα, με την αξιολογότατη ερμηνεία του Λίαμ Νίσον, ο οποίος προσπαθεί να επιβιώσει εν μέσω πολικού ψύχους και λύκων, μετά από αεροπορικό δυστύχημα. Το “L” του Μπάμπη Μακρίδη ταξίδεψε στα φεστιβάλ Σάντανς και Ρότερνταμ, και έφτασε στις αίθουσες για να επιβεβαιώσει το Athenscore του παράξενου. Σινεμά για λίγους, για εμένα σίγουρα όχι. Το “Αυτό θα πει πόλεμος” θα σου έλεγα τώρα τι άλλο θα μπορούσε να πει, αλλά εδώ μιλάμε για σινεμά όχι για ντομάτες. Μια κακή ταινία, με μια ακόμη πιο κακή Ριζ Γουίδερσπουν. Και στο τέλος, θα προβληθεί το σίκουελ της “Barbie” προφανώς για τις μικρές μας φίλες, και προφανώς από την Disney.

Εξαιρετικά Δυνατά & Απίστευτα Κοντά (6/10)

Κοίταξε, η ταινία αυτή με προβλημάτισε. Γνωρίζω το όντως πολύ συναισθηματικό, περίπλοκο και ζωντανό βιβλίο του Φόερ. Από τότε όμως με ξένιζε ο ασύλληπτος χαρακτήρας που υποδύεται, με μια κάποια αισθαντικότητα, ο πιτσιρικάς Τόμας Χορν. Η ερμηνεία του μικρού είναι απλώς καλή καθότι δεν παίρνει βοήθεια από τον ρόλο του. Πολύ ενδιαφέρον έχουν οι περιφερειακοί ρόλοι πάντως. Κυρίως ο σύντομος του Τομ Χανκς, αυτός του σιωπηλού Μαξ φον Σίντοφ (που του χάρισε και οσκαρική υποψηφιότητα), ακόμη και η άφαντη στην ταινία Σάντρα Μπούλοκ, η οποία όπου εμφανίστηκε χάριζε μια διαφορετική πινελιά που σε τραβούσε από τον προβληματικό κι εξωπραγματικό χαρακτήρα του Τόμας Σελ. Αν και μια ταινία που αξίζει να δεις, αφού, κατά τη γνώμη μου, πετυχαίνει στο να δείξει ανάγλυφα την ψυχολογική κατάρρευση του οικογενειακού περιβάλλοντος θυμάτων της 11ης Σεπτεμβρίου στην Αμερική, εντούτοις το συναισθηματικό μπανάλ δεν το αποφεύγει, ενώ ο Ντάλντρι δεν κάνει πουθενά την “εμφάνιση” του. Πιο άφαντος κι από την Μπούλοκ. Μια καλή ταινία είναι αυτή η κινηματογραφική μεταφορά μοσχοπουλημένου λογοτεχνικού έργου. Απίστευτα κοντά στον ψυχισμό του μέσου Αμερικανού πολίτη. Εξαιρετικά δυνατά όμως παίζει ο Χορν, ώστε σε κουφαίνει.

The Grey (6/10)

Κι όμως δεν πρόκειται για μια κλασική ταινία επιβίωσης του Χόλυγουντ. Ο τυποποιημένος, πια, Λίαμ Νίσον δίνει μια αξιοπρόσεχτη ερμηνεία σε μια ιστορία που διαθέτει βάθος, ψωμί αρκετό, και θέτει προβληματισμούς για το ασφαλές περιβάλλον στο οποίο ζεις. Από την άλλη μεριά, ο εντελώς αδιάφορος σκηνοθέτης Κάρναχαν υποστηρίζει όσο μπορεί αυτή την ιστορία. Εν γένει, θα δεις ένα πλούσιο, γευστικό σινεμά. Ναι, υπάρχουν σκηνές βίας κι έντασης. Άνθρωποι προσπαθούν να επιβιώσουν σε συνθήκες ψύχους, όντας ένα βήμα πριν την επιστροφή τους στον πολιτισμό, όταν το αεροπλάνο τους πέφτει. Και ζώα, λύκοι έτοιμοι να κατασπαράξουν το θήραμα τους. Τον άνθρωπο. Όσο και να σου φαίνεται παράξενο, η κάμερα του Κάρναχαν γίνεται ανθρωποκεντρική. Η ιστορία εισχωρεί στα τρίσβαθα του ανθρώπινου ψυχισμού, κι εξερευνά την αντοχή του στον “απολίτιστο” κόσμο. Μετά το πρώτο 10λεπτο και ξεπερνώντας κάποιες σκηνές κλασικής χολιγουντιανής βλακείας, επικεντρώνεσαι στον αγώνα επιβίωσης ανυπεράσπιστων ανθρώπινων σωμάτων. Το σινεμά αυτό είναι χορταστικό και συναρπαστικό. Σε συνεπαίρνει και σε κρατά σε αγωνία. Συμπάσχεις με τους ήρωες της οθόνης. Και ναι, πρόκειται για μια καλή πρόταση για σινεμά.

L (4/10)

Είτε πρόκειται για weird σινεμά είτε για ένα κάποιο είδος που προσωπικά αγνοώ εντελώς, το “L” πάντως ανήκει στα σίγουρα σε εκείνο το, τύπου, Athenscore, που συνέλαβε κι έγραψε ο κριτικός του indiewire, στη διάρκεια του Φεστιβάλ Ρότερνταμ. Καθότι, άξιο συνεχιστή των Λάνθιμου, Τσαγγάρη πρέπει να θεωρεί τον εαυτό του ο Μακρίδης, συμπληρώνοντας έτσι τη φράξια μιας διαφορετικής τάσης στο ελληνικό σινεμά. Δεν θα γίνω κουραστικός. Το χω δηλώσει και στις ταινίες των παραπάνω. Μπορεί να είμαι πιτσιρικάς, μα δεν θα πιέσω τον εαυτό μου να γίνω με το στανιό και πρωτοποριακός. Το σινεμά του Μακρίδη είναι ένα διαφημιστικό τρυκ, που σε μια άλλη φόρμα (μικρού μήκους;) μπορεί και να έπιανε, εδώ όμως κουράζει αφόρητα. Απελπιστικώς πληκτικά. Μια και, ναι, υπάρχουν τα στιβαρά πλάνα. Η παράξενα ελκυστική φωτογραφία τύπου ρετρό ή παλιακού, ας πούμε. Υπάρχουν βεβαίως και οι Φιλίππου στο σενάριο, και Σερβετάλης στον πρωταγωνιστικό ρόλο, άξια τέκνα του “άλλου” ελληνικού κινηματογράφου. Όμως σινεμά δεν θα το έλεγα όλο αυτό. Ίσως κάτι που φαντάζονται οι δημιουργοί του είναι. Κι εμένα λόγος δεν μου πέφτει, εν προκειμένω. Το θέμα πάλι, σε προβληματίζει. Καθότι είναι πασιφανές ότι θέλει να δείξει το αδιέξοδο του άντρα και τον προσδιορισμό του μέσα από τη δουλειά του. Ξεκινάει αυτοκινητιστής, γίνεται μηχανόβιος... Μπορεί και να καταλήξει με πατίνι, κάρο, ή κρις κραφτ, ποσώς με ενδιαφέρει. Θα προτιμούσα έναν άλλο τρόπο προσέγγισης αυτού του έτσι κι αλλιώς σοβαρού κοινωνικού ζητήματος. Και σου τελειώνω, αφού όντως δεν καταλαβαίνω γιατί ο Σερβετάλης δραματουργικά εξακολουθεί στο σινεμά του ουρακοτάγκου, κι εγώ πιθανότατα να είμαι τόσο ρετρό όσο και η εικαστική θέση των δημιουργών του Athenscore. Δεν το πιάνω το παρασύνθημα. Πάει γέρασα. Πετάει ο γάιδαρος; Αμέ, πώς δεν πετάει!

Αυτό θα Πει Πόλεμος (2/10)

Αυτό θα πει χαζομάρα στο τετράγωνο. Καταρχάς, η Ριζ Γουίδερσπουν έχει χάσει και με τη βούλα πια το όποιο ερμηνευτικό της εκτόπισμα, και το Όσκαρ της έχει μπει στη συλλογή με τα κειμήλια μια για πάντα. Τέτοιες εμφανίσεις δεν νομίζουν ότι την αβαντάρουν ώστε να προχωρήσει παραπέρα η, έτσι κι αλλιώς, βαλτωμένη καριέρα της. Κι όσον αφορά τους δύο Τζέιμς Μποντ που μάχονται για τα… μάτια της μόνο. Έλεος! Παιδιά συνέλθετε... Και στο τέλος, που η αντρική φιλία δυναμώνει και το καθήκον τους καλεί, τότε ξέρεις ότι το κινηματογραφικό παραλήρημα που παρακολουθείς έχει τόσο θράσος που θα σου ζητήσει και τα ρέστα σου πίσω. Μαζί με το εισιτήριο που πλήρωσες. Ταινία-διάλειμμα από το καλό σινεμά. Για όποιον έχει γερά νεύρα, ή απλώς δεν έχει τι άλλο να κάνει εκείνο το βράδυ.

*Τα κείμενα δημοσιεύτηκαν στο κινηματογραφικό πόρταλ www.sevenart.gr (23-2-12).

22 Φεβ 2012

"Τα πάντα απο-ρήτος / History of music and poetry : Magic Doors" - No 6

Written by Portishead


I can't deny what I've become
I'm just emotionally undone
I can't deny I can with someone else
When I have tried to find the words
To describe this sense absurd
Try to resist my thoughts but I can't lie

All the muse in myself
My desire I can't hide
No reason and I thought

I can't divide they'll hide from me
I don't know who I'm meant to be
I guess it's just the person that I am
Often I've felt that I don't wade
Into the gift of my mistake
Again, again I'm wrong, and I confess
[Magic Doors Lyrics On http://www.elyricsworld.com ]
All the muse in myself
My desire I can't hide
No reason I thought

All the muse in myself
My desire I can't hide
No reason I thought

Στις 22 Φεβρουαρίου γιορτάζεται η Παγκόσμια Ημέρα της Σκέψης.

Στις 22 Φεβρουαρίου του 1819 γεννήθηκε ο Αμερικανός συγγραφέας Τζέιμς Λόουελ.

Αυτός που δίνει από υποχρέωση, δίνει πράγματα χωρίς αξία.

Αυτός που λέει την αλήθεια χτυπάει το ψέμα στην καρδιά.

Οι μεγάλες αλήθειες είναι κομμάτι απ' την ανθρώπινη ψυχή.

Στις 22 Φεβρουαρίου του 1857 πέθανε στην Κέρκυρα ο εθνικός μας ποιητής Διονύσιος Σολωμός.

Οι γυναίκες απόψε, ενώ είχαν τα παράθυρα ανοιχτά για τη δροσιά,
μία απ’ αυτές, η νεώτερη, επήγε να τα κλείσει,
αλλά μία άλλη της είπε:
«Όχι, παιδί μου, άφησε να μπει η μυρωδιά από τα φαγητά, είναι χρεία να συνηθίσουμε.
Mεγάλο πράμα η υπομονή!
Eμείς πρέπει να έχουμε υπομονή, αν και έρχονταν οι μυρωδιές.
Aπ’ όσα δίν’ η θάλασσα, απ’ όσ’ η γη, ο αέρας.»

Kι’ έτσι λέγοντας εματάνοιξε το παράθυρο και η πολλή μυρωδιά των αρωμάτων
εχυνότουν μέσα κι’ εγιόμισε το δωμάτιο.
Kαι η πρώτη είπε: «Kαι το αεράκι μάς πολεμάει;»
Mία άλλη έστεκε σιμά εις το ετοιμοθάνατο παιδί της
κι άφ’σε το χέρι του παιδιού κι’ εσώπασε λιγάκι
και ξάφνου της εφάνηκε στο στόμα το βαμπάκι.

Kαι άλλη είπε χαμογελώντας, να διηγηθεί καθεμία τ’ όνειρό της
κι όλες εφώναξαν μαζί κι είπαν πως είδαν ένα
κι ότι αποφάσισαν μαζί να πουν τα ονείρατά τους.

Kαι μία είπε:
«Mου εφαίνοτουν ότι όλοι εμείς, άντρες και γυναίκες, παιδιά και γέροι,
ήμαστε ποτάμια, ποια μικρά, ποια μεγάλα κι’ ετρέχαμε ανάμεσα εις τόπους φωτεινούς,
εις τόπους σκοτεινούς, σε λαγκάδια, σε γκρεμούς, απάνου κάτου
κι έπειτα εφθάναμε μαζί στη θάλασσα με πολλή ορμή
και μες στη θάλασσα γλυκά βαστούσαν τα νερά μας».

Kαι μία δεύτερη είπε:
«Eγώ ’δα δάφνες κι εγώ φως
κι’ εγώ σ’ φωτιά μιαν όμορφη π’ αστράφταν τα μαλλιά της».

Kαι αφού όλες εδιηγήθηκαν τα ονείρατά τους, εκείνη πού 'χε το παιδί ετοιμοθάνατο είπε:
«Iδές, και εις τα ονείρατα ομογνωμούμε, καθώς εις τη θέληση και εις όλα τ’ άλλα έργα».
Kαι όλες οι άλλες εσυμφώνησαν κι’ ετριγύρισαν με αγάπη το παιδί της που 'χε ξεψυχήσει.

Iδού, αυτές οι γυναίκες φέρνονται θαυμαστά αυτές είναι μεγαλόψυχες
κι ας λένε ότι μαθαίνουν από μας δε δειλιάζουν, μολονότι τους επάρθηκε η ελπίδα που είχαν
να γεννήσουν τέκνα για τη δόξα και για την ευτυχία.
Eμείς λοιπόν μπορούμε να μάθουμε απ’ αυτές και να τες λατρεύουμε έως την ύστερην ώρα.

21 Φεβ 2012

Άδικες... ταινίες


Το πλέον σίγουρο είναι ότι βρισκόμαστε σ’ έναν άδικο κόσμο. Για παράδειγμα: θα ζούμε εφεξής, παιδιά, νέοι, μεσήλικες, γέροι, με ένα άδικο μνημόνιο ανάμεσα μας, πάνω από τα κεφάλια μας, που θα μας καταφάει και θα μας διαλύσει, θα μας σκοτώνει καθημερινά, θα βασανίσει, σταγόνα σταγόνα, εντελώς μα εντελώς άδικα τη ζωή μας. Καθότι, δεν τα φάγαμε μαζί τους.

Δυστυχώς, όταν καταπιάνεσαι με την αδικία διαπιστώνεις ότι βρίσκεται παντού, σε κάθε γωνιά αυτού του κόσμου, στην καθημερινότητα σου, από το πλέον μικρό, σε αξία, γεγονός, μέχρι το πιο μεγάλο, σε σημασία, περιστατικό. Και τότε πρέπει να συνομιλήσεις με το θυμικό σου, να μαλάξεις τον ψυχισμό σου, να τα πεις με τον εαυτό σου. Και να συγκρατήσεις τα νεύρα σου. Το κυριότερο. Καθότι η διαδικασία είναι ατέρμονη.

Κι όπως λεγόταν στην “Καντίνα” του Σταύρου Καπλανίδη, “ο κόσμος είναι κακός, ο κόσμος είναι άδικος”. Μια κουβέντα που όλο κι επαναλαμβανόταν, με έμφαση, για να τονίσει αυτό που θα πρέπει να σε κάνει πιο προσεκτικό, και να σε σπρώξει να το παλεύεις όλο και πιο πολύ: την αδικία. Μακριά από αυτό τον κόσμο…

Και στον πόνο μας: Η συντακτική ομάδα του SevenArt ετοίμαζε το αφιέρωμα αυτό, στον… άδικο κόσμο, από τα μέσα Δεκεμβρίου (!), αποτέλεσμα συμφωνίας που κατέληξε σε αδικία, μια στάση και συμπεριφορά εντελώς ακατανόητη. Δεν πειράζει. Γερό στομάχι να έχουμε, νέοι είμαστε. Θα φάμε κι άλλα σκατά, σίγουρα. Τελευταίο δεν θα είναι, καταπώς φαίνεται.

Γι’ αυτό λοιπόν, στα μέσα του Φλεβάρη (δυο μήνες μετά…), το SevenArt σου παρουσιάζει τις 10+5 ταινίες του παγκόσμιου κινηματογράφου, που ενέχουν την αδικία στο πετσί τους, στη ραχοκοκαλιά τους, στο ζουμί τους. Και συνδέει αυτή τη λίστα με τα γεγονότα των ημερών. Τα παντελώς άδικα. Τα όντως λυπηρά.

Νέστορας Πουλάκος
poulakos@sevenart.gr

10 + 5 Άδικες... ταινίες

Νέμεσις (Fury), 1936

Είναι η πρώτη χολιγουντιανή παραγωγή του Φριτζ Λανγκ, και κατά τη γνώμη μου πρόκειται για την καλύτερη ταινία του στην Αμερική. Μια δυνατή ιστορία… νέμεσης, η οποία αν είχε φτιαχτεί άλλη εποχή, μακριά από τα χολιγουντιανά κλισέ και τη λογοκριτική ματιά των χρόνων εκείνων, τότε θα είχαμε όντως ένα εκατό τοις εκατό κινηματογραφικό αριστούργημα. Εν ολίγοις, ο Λανγκ σκηνοθετεί τον Σπένσερ Τρέισι να θέλει την εκδίκηση του για το άδικο, δημόσιο λιντσάρισμα του, από το οποίο βγήκε κατά τύχη ζωντανός. Η ιστορία, που πιστεύω ότι στο τέλος γίνεται “σούπα” -ελέω και της λογοκρισίας της εποχής, μεταφέρει στην οθόνη ένα αληθινό κοινωνικό φαινόμενο της εποχής, μια λαϊκή δήθεν (πολλές φορές) αγανάκτηση, που είχε οδηγήσει την κοινωνική αντοχή στα όρια της. Η ταινία είναι πραγματικό διαμάντι συμβολισμών και δύναμης και αντοχής των ανθρωπίνων σχέσεων.

ΝΕΣΤΟΡΑΣ ΠΟΥΛΑΚΟΣ

Κλέφτης Ποδηλάτων (Ladri di biciclette), 1948

Ο “Κλέφτης Ποδηλάτων” είναι το διαχρονικό αριστούργημα του Ιταλικού Νεορεαλισμού, και μια από τις σπουδαιότερες στιγμές του σινεμά που γνώρισε παγκόσμια απήχηση. Ο συγκινητικός αγώνας του Αντόνιο Ρίτσι, που πασχίζει για την επιβίωση της οικογένειας του στην πληγωμένη μεταπολεμική Ρώμη, εξακολουθεί ακόμη και σήμερα ν’ αγγίζει με την απλότητα και την ανθρωπιά του τις καρδιές εκατομμυρίων θεατών. Ο για καιρό άνεργος Αντόνιο, μαθαίνει ένα πρωί ότι επιλέχτηκε για τη δουλειά του αφισοκολλητή, με μοναδική προϋπόθεση να διαθέτει ποδήλατο.
Μην έχοντας άλλη λύση, ο Αντόνιο και η γυναίκα του Μαρία αποφασίζουν να πουλήσουν τα σεντόνια του κρεβατιού στο οποίο κοιμούνται. Με τα χρήματα που θα πάρουν από την πώληση καταφέρνουν να προμηθευτούν το πολυπόθητο δίκυκλο, και ο Αντόνιο ξεκινά τη δουλειά. Παρ’ όλα αυτά το χαμόγελο δεν αργεί να χαθεί στην απόγνωση όταν την πρώτη κιόλας μέρα, σε μια στιγμή απροσεξίας, του κλέβουν το ποδήλατο. Οι μελανές σελίδες μιας ιστορίας που δεν γνωρίζει από χρονολογικούς περιορισμούς, και ψυχρές γεωγραφικές συντεταγμένες.
Τα στιγμιότυπα μιας καθημερινής αναμέτρησης, που στα χέρια του Βιτόριο Ντε Σίκα, ενορχηστρώνονται κάτω από έναν κατακλυσμό συναισθημάτων. Το βλέμμα του Αντόνιο που προσπαθεί να ανακαλύψει ανάμεσα σε χιλιάδες άλλα το κλεμμένο του ποδήλατο, αναζητά πολλά παραπάνω από ένα αντικείμενο που αγοράζεται, πουλιέται, φθείρεται και αχρηστεύεται, ψάχνει τη χαμένη του ελπίδα που του έδωσε το δικαίωμα να ονειρεύεται και πάλι. “Κάθε Κυριακή βρέχει” ακούγεται να λέει κάποιος, και ο Ιταλός σκηνοθέτης βάζει το πλήθος να στριμώχνεται, να στοιβάζεται κάτω από σαθρά παραπετάσματα για να προφυλαχτεί από αυτό που πλέον τείνει να μοιάζει με θεϊκή καταδίκη.
Η αθωότητα στο πρόσωπο του μικρού Μπρούνο, που συμμετέχει στον αγώνα του πατέρα του, είναι η αγνή έκφραση ενός αβέβαιου αύριο που παραπατά αλλά έχει ακόμα το θάρρος να κρατά φυλαγμένο ένα χαμόγελο, για να το χαρίσει την κατάλληλη στιγμή.

ΑΝΙΣΣΑ ΧΑΣΙΜ

13 Εγκλήματα Ζητούν Ένοχο (The Wrong Man), 1956

“Στο παρελθόν σας έχω δώσει πολλές ταινίες με σασπένς… Αυτή εδώ είναι μια πραγματική ιστορία… Και όμως περιέχει στοιχεία πιο παράξενα από όλη τη μυθοπλασία σε πολλά από τα θρίλερ που έχω κάνει μέχρι τώρα.”. Ο Χίτσκοκ απευθυνόμενος σε εμάς, με τον παραπάνω πρόλογο στην ταινία αυτή, με ιδιαίτερα έξυπνο τρόπο μας προδιαθέτει για ένα αστυνομικό θρίλερ με την ένταση και ταύτιση που προσδίδει το πραγματικό των καταστάσεων.
Η ιδιαιτερότητα όμως της γραφής είναι ότι ο δαιμόνιος δημιουργός έχει γδύσει την ταινία από δραματισμούς. Μέσα από την κάμερα βλέπουμε την εξέλιξη των καταστάσεων όπως ο ίδιος ο Μάνυ Μπαλεστρέρο, και έτσι χωρίς ιδιαίτερα σκηνοθετικά τρικ βιώνουμε με φοβερή ένταση και άγχος την πλεκτάνη να τυλίγεται γύρω από τον ήρωα. Φοβερή σκηνή η πρώτη νύχτα του Μάνυ στη φυλακή.
Ο Μάνυ είναι ένας καλός καθολικός ο οποίος εργαζόμενος τα βράδια ως μπασίστας σε τζαζ κλαμπ προσπαθεί να ζήσει την οικογένειά του. Όμως η ομοιότητά του με ένα σεσημασμένο ληστή τον οδηγεί τελικά στη φυλακή. Αφού βγει με εγγύηση επιδίδεται μαζί με τη σύζυγο και το δικηγόρο του σε ένα κυνήγι στοιχείων προκειμένου να αποδείξει την αθωότητά του. Αυτή η αναζήτηση δεν είναι χωρίς κόστος όμως αφού η γυναίκα του σταδιακά οδηγείται στην τρέλα.
Ο φόβος του εγκλεισμού και η αντιπάθεια προς την αστυνομία είναι διάχυτα. Βέβαια αυτά δεν είναι καινούργια στοιχεία στον Χίτσκοκ αφού λόγω τραυματικών παιδικών εμπειριών τα παραπάνω μοτίβα εμφανίζονται συχνά στα έργα του. Από τις πιο παρεξηγημένες ταινίες του Βρετανού τα προηγούμενα χρόνια, σιγά-σιγά βρίσκει τη θέση που της αξίζει δίπλα στα αριστουργήματά του.

ΘΩΜΑΣ ΧΑΡΙΤΑΚΗΣ

Σκιές και Σιωπή (To Kill a Mockingbird), 1962

Η γέννηση ενός έθνους και πιο συγκεκριμένα των Η.Π.Α έγινε με πολλούς πόνους, πόνους που κουβάλησε ο λαός τους, αυτός ο απίστευτα ιδιαίτερος, με εκρηκτικές αντιθέσεις λαός. Μεγαλύτερο θύμα ίσως (από τα πολλά) οι Αφρικανοί σκλάβοι, που πέρα από τη στυγνή εκμετάλλευσή τους στην εργασία, έγιναν και ο αποδιοπομπαίος τράγος για όλα τα προβλήματα της πλειοψηφίας. Πάνω σε αυτό το ζήτημα λοιπόν προβληματίζονται η συγγραφέας Harper Lee και ο σκηνοθέτης Robert Mulligan.
Σε μια φανταστική πόλη του νότου, λίγο μετά το κραχ, δύο νέα παιδιά ζουν ανέμελα τη ζωή τους μαζί με το δικηγόρο πατέρα τους, Άττικους Φιντς. Μέσα από τη δουλειά του πατέρα τους αυτά έρχονται σε επαφή με το ρατσισμό και τις βίαιες αντιθέσεις που επικρατούν στην κοινωνία κάτι που τελικά τα ωριμάζει γρήγορα.
Ο Άτικους αναλαμβάνει μια υπόθεση βιασμού μιας νεαρής λευκής από ένα μαύρο κάτοικο της πόλης. Η αδικία είναι προφανής από την αρχή της υπόθεσης όμως η προκατάληψη αποδεικνύεται ισχυρότερη από την αλήθεια και το δίκιο. Η ζωή ενός μαύρου αξίζει λιγότερο από την τιμή μιας λευκής οικογένειας (παρότι πάμπτωχης). Η ανάληψη της υπόθεσης δεν αφήνει στο απυρόβλητο τον Άτικους του οποίου τα παιδιά κινδυνεύουν. Όμως ο τρελός της πόλης (ο Ντυβάλ στο ντεμπούτο του) αναλαμβάνει δράση επαναφέροντας τις ισορροπίες και κατά ένα τρόπο φέρνοντας δικαιοσύνη εκεί που όλοι οι υπόλοιποι δεν μπόρεσαν.
Το δίδυμο Lee – Mulligan, με κέντρο μια δικαστική πλεκτάν,η προσπαθεί να δείξει ότι η έλλειψη σεβασμού, ίσων δικαιωμάτων και κατανόησης οδηγεί στον κανιβαλισμό και τη σύγκρουση η οποία λύνεται μόνο με τη βία. Η ταινία αποτέλεσε σταθμό στην, ας πούμε, στρατευμένη τέχνη της εποχής της αλλά και μετά. Μπορεί να μην είναι τόσο προφανές σήμερα αλλά το ότι γυρίστηκε στο μέσο της ταραγμένης περιόδου του κινήματος για τα πολιτικά-κοινωνικά δικαιώματα των αφροαμερικανών εξηγεί το θόρυβο γύρω από αυτή.

ΘΩΜΑΣ ΧΑΡΙΤΑΚΗΣ

Η Δίκη (The Trial), 1962

Ίσως η καλύτερη ταινία του Orson Welles, αν θεωρήσουμε πως δεν είναι το “Άγγιγμα του Κακού”. Ζοφερή και κλειστοφοβική, η “Δίκη” είναι ένα σουρεαλιστικό ταξίδι στους κόσμους του νόμου, της εργασίας και των διαπροσωπικών σχέσεων. Μια σύγχυση εφιαλτικών συνόλων που επεκτείνονται στο άπειρο, μια μελαγχολική και κρύα διάθεση απαλλαγμένη από την τροφοδότηση σε αυτό τον κόσμο, της απειροελάχιστης πολυπλοκότητας που στερείται μια καρδιά.
Ο Anthony Perkins είναι μια μάζα αντιφάσεων. Είναι συμπονετικός, αθώος, παρανοϊκός, ρητορικός, άγριος, και κυρίως βρίσκεται σε μια παντελή σύγχυση από τη ματαιότητα της προσπάθειας να αντιμετωπίσει μια κοινωνία που απαιτεί τη μηχανιστική του τελειότητα και συγχρόνως εκθέτει μια επίμονη απάθεια προς τη συνεχή του ύπαρξη καθώς επίσης και μια γραφειοκρατική προσπάθεια με στόχο την καταστροφή της. Χωρίς να το θέλει πληγώνει όποιον έρχεται σε επαφή μαζί του.
Οι καλές και αγαθές προθέσεις και πράξεις του, σε οποιοδήποτε λογικό κόσμο, δεν θα συνδέονταν με τις τραγωδίες που με κάποιον τρόπο εμφανίζεται να δημιουργούν. Όμως στην κοινωνία του Kafka και του Welles, οδηγούν ακριβώς στο φταίξιμο και την κατηγορία. Ένα επιδέξια επεξεργασμένο χάος εικόνων και συμβόλων που στοχεύουν σε ένα βαθύτερο επίπεδο από το συνειδητό.
Μια εφιαλτική απεικόνιση της γραφειοκρατίας, του σύγχρονου ολοκληρωτισμού, της δίωξης του ατόμου, του αδύνατου της εξέγερσης και των εναλλακτικών λύσεων. Με την αίσθηση του λαβύρινθου, του εφιάλτη και της σύγχρονης ερήμου, ενός κόσμου εγκαταλειμμένου από κάθε Θεό, στο καταπληκτικά οπτικό πλαίσιο της ταινίας, με παραισθησιακά κομμάτια, και αποπροσανατολιστική κωμωδία, χτίζεται η λογική σύγχυση.
Μια απεικόνιση της κοινωνίας, ξεκομμένης από άλλους ανθρώπους, ιδέες, πολιτισμούς, όπου δεν υπάρχει κανένας ερχομός ή μετάβαση, δεν υπάρχει καμία διαφυγή. Η προσπάθεια ερμηνείας από τη σκοπιά της “δυτικής” προπαγάνδας είναι τουλάχιστον άστοχη.

ΙΩΣΗΦ ΒΙΚΤΩΡΑΤΟΣ

Σάκο και Βαντσέτι (Sacco e Vanzetti), 1971

ΗΠΑ, 1920. Σχεδόν 100 χρόνια πριν, στα πλαίσια του πολέμου ενάντια στους «κόκκινους», οι αρχές της Αμερικής βρίσκουν έναν συμβολικό εχθρό στο πρόσωπο των ιταλών μεταναστών Νικόλα Σάκο και Μπαρτολομέο Βαντσέτι, αναρχικών και ενεργών συνδικαλιστών εργατών, οι οποίοι κατηγορούνται για μια ένοπλη ληστεία μετά φόνου που ποτέ δεν διέπραξαν. Οι διώκτες τους, αν και γνωρίζουν καλά ότι οι Σάκο και Βαντσέτι είναι αθώοι, καταδικάζουν τις «εξτρεμιστικές» τους ιδέες και ξορκίζουν τον κομμουνιστικό κίνδυνο, σε μια δίκη-παρωδία με προσχεδιασμένο αποτέλεσμα. Και στο όνομα του λαού, προστατεύουν την κοινωνία από τους «επικίνδυνους τρομοκράτες» αναρχικούς, μέσα από την «τυφλή» δικαιοσύνη της «γης της ελευθερίας». Ευτυχώς, έναν αιώνα μετά, μπορούμε να είμαστε περήφανοι που ούτε στις ΗΠΑ, ούτε στην Ευρώπη και στην Ελλάδα, ούτε πουθενά στον πολιτισμένο δυτικό κόσμο δεν υπάρχει κατασκευή ενόχων, φυσική και ηθική εξόντωση αγωνιστών με ανατρεπτικές ιδέες και δράση, δημιουργία «εχθρών του λαού». Η δικαιοσύνη άλλωστε σήμερα βασιλεύει. Και κανείς δεν υποφέρει στο όνομά μου, στο όνομά σου, στο όνομά μας. Σωστά;

ΓΙΑΝΝΗΣ ΔΗΡΑΚΗΣ

Στη Φωλιά του Κούκου (One Flew Over the Cuckoo's Nest), 1975

"Ο πολιτισμός μιας κοινωνίας φαίνεται από το πώς συμπεριφέρεται στα πιο αδύναμα μέλη της", μια φράση που πιθανότατα είχε στο μυαλό του ο Τσέχος Μίλος Φόρμαν καθώς γύριζε την ταινία του "Στη φωλιά του κούκου". Η ταινία περιγράφει τη ζωή σ’ ένα άσυλο, όπου η καθημερινότητα των εκούσια ή μη εγκλείστων διαταράσσεται με την άφιξη του Τζακ Νίκολσον. Ο πρωταγωνιστής της ταινίας βρίσκεται στο άσυλο ύστερα από θητεία στις φυλακές και κανείς, ούτε ακόμη οι γιατροί του, δε γνωρίζει αν είναι πράγματι τρελός.
Ο Φόρμαν ωστόσο είναι σίγουρος πως υπάρχει, πέρα από το άφθονο υποκριτικό ταλέντο του Νίκολσον, κι αρκετή δυστυχία στην ιστορία που αναπαριστά. Έτσι, οι τρόφιμοι του ασύλου είναι τα πειστήρια της αδικίας κι ο Νίκολσον δίνει μια από τις καλύτερες ερμηνείες της καριέρας του. Πολύ περισσότερο, η κοινωνία γίνεται κάτι παραπάνω από άδικη στους ψυχικά ασθενείς Αμερικάνους και το μόνο που φαίνεται να γνωρίζει είναι η καταστολή είτε μέσα από φάρμακα είτε από την ίδια τη βία.
Ωστόσο, ο Φόρμαν ενώ δημιουργεί μια αρκετά δυνατή ταινία, δίνει τόση βαρύτητα στο συναίσθημα ώστε βλέποντας το δέντρο χάνει το δάσος. Στη ταινία η ψυχρή νοσοκόμα Ρέιτσεντ, γίνεται η προσωποποίηση του κακού, μεταβάλλοντας την πολιτική κριτική σε ηθικολογία, μέσα από ένα κλασικό, για τα αμερικάνικα γούστα, μανιχαϊστικό σχήμα. Ή διαφορετικά είναι πιθανό να παρακολουθήσει κανείς την ταινία και να καταλάβει πως αν υπήρχε άλλο προσωπικό στο άσυλο τίποτα από τα παραπάνω δε θα είχε συμβεί.
Ένα συμπέρασμα που ενδεχομένως λειτουργεί σαν υπόθεση εργασίας στο σενάριο της ταινίας, μα απέχει παρασάγγας από τη ζοφερή πραγματικότητα που υπήρχε στα περισσότερα άσυλα και ψυχιατρεία της εποχής.

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ

Ματωμένη Αμερική (Matewan), 1987

Μια ταινία του John Sayles γεμάτη δύναμη, που απεικονίζει τόσο τους όρους υπό τους οποίους οι περισσότεροι ανθρακωρύχοι εργάστηκαν, όσο και τους κοινωνικούς όρους που υπήρχαν στην Αμερική τη δεκαετία του '20. Απεικονίζει ακριβώς τον τρόπο με τον οποίο τα ισχυρά βιομηχανικά συμφέροντα χειρίστηκαν την οικονομική εξάρτηση του εργαζόμενου και έλεγξαν την απόκτηση των πρώτων αναγκών του, όπως η στέγη, το φαγητό, και η ένδυση.
Με την “ιδιοκτησία” των καταστημάτων, ελέγχοντας την απασχόληση-εργασία, απειλώντας τη φυσική ευημερία των εργαζομένων, και με τη μίσθωση κακοποιών που είχε ως στόχο τον εκφοβισμό του κόσμου και της δυνατότητάς τους να εφαρμόσουν οποιαδήποτε οργανωμένη αμοιβαία βοήθεια ή διαμαρτυρία, αυτές οι πλούσιες και ισχυρές επιχειρήσεις επιδίωξαν (και πέτυχαν) τη μεγιστοποίηση των κερδών τους με τη χρησιμοποίηση της εργασίας των φτωχών και ανίσχυρων χωρίς σχεδόν κανένα κόστος στις επιχειρήσεις τους. Κάποιος θα πρέπει να ψάξει πολύ για να μπορέσει να μάθει τελικά την αληθινή ιστορία της περιόδου εκβιομηχάνισης της χώρας της “ελευθερίας”, της Αμερικής.
Είναι πολύ ελπιδοφόρο η ύπαρξη παραγωγών και σκηνοθετών τέτοιων ταινιών όπως η “Ματωμένη Αμερική”, στις οποίες μπορούμε να δούμε πεντακάθαρα την ιστορία αλλά και τη μεγάλη μάχη της εργατικής τάξης ενάντια στην πλούσια ελίτ προκειμένου να πάρει στα χέρια της τα “κέρδη” που της ανήκουν. Μια ταινία που ίσως κάποιος θα ήθελε να δει για να διασκεδάσει. Καθώς τελειώνει όμως, ο οίκτος και η προσβολή αυξάνεται μέσα του, ίσως γιατί του υπενθυμίζει ότι υπάρχει μια ανθρώπινη τιμή που καταβάλλεται για το οικονομικό κέρδος. Μας υπενθυμίζει ότι ο καπιταλισμός πατάει πάνω στα κεφάλια και το αίμα της εργατικής τάξης.

ΙΩΣΗΦ ΒΙΚΤΩΡΑΤΟΣ

Ο Φυγάς (The Fugitive), 1993

Ο Harrison Ford υποδύεται τον αγγειοχειρουργό Dr. Richard Kimble, του οποίου η ειδυλλιακή ζωή ανατρέπεται άρδην όταν κατηγορείται άδικα για το φόνο της συζύγου του, Helen. Καλείται για ανάκριση, δικάζεται και πολύ σύντομα καταδικάζεται ως δολοφόνος. Στο δρόμο προς τη φυλακή κατά τη μεταφορά του θα συμβεί ένα αυτοκινητιστικό ατύχημα, τυχερή γι' αυτόν συγκυρία καθώς στη διάρκειά του θα καταφέρει να δραπετεύσει κι έκτοτε θα μπορεί να αναζητήσει με πρωτοφανή επιμονή τον αληθινό δολοφόνο.
Κατά τη διάρκεια της αναζήτησής του αυτής και της αναζήτησής του από την αστυνομία, ο Kimble θα ανακαλύψει όχι μόνο ποιοι είναι πραγματικοί φίλοι και ποιοι οι αληθινοί εχθροί, αλλά και μία συνωμοσία μεγάλης φαρμακευτικής εταιρίας. Θα καταλάβει ακολουθώντας τις ενδείξεις που παρέλειψαν οι αστυνόμοι ότι ο δολοφόνος είναι ένας μονόχειρας άνδρας. Περίπου 100 λεπτά αργότερα η αδικία θα αποκατασταθεί και η αλήθεια θα λάμψει για άλλη μία φορά.
Όσο κι αν ακούγεται γεμάτη κλισέ η αφήγηση της υπόθεσης, η αλήθεια είναι ότι ο "Φυγάς" είναι μία από τις πολύ καλές κινηματογραφικές περιπέτειες που έχουν γυριστεί, χωρίς να κατατρύχεται από γνωστούς αμερικανικούς μελοδραματισμούς και φαντασιακές εξάρσεις. Μία ταινία έντονης δράσης, με ωραία πλάνα της πόλης του Chicago, με μία ομάδα καλών ηθοποιών, Harrison Ford, Tommy Lee Jones, Sela Ward και Julianne Moore, ωραία μουσική και την αρμονική σκηνοθεσία του Andrew Davis.
Μία ταινία που πολύ δύσκολα δεν θα σε παρασύρει στον κόσμο της, στην αγωνία των ηρώων της και κυρίως στην έντονη επιθυμία τους για την απονομή της προσωπικής και κοινωνικής δικαιοσύνης με το όποιο κόστος.

ΣΤΕΛΛΑ ΧΑΙΡΕΤΗ

Τυφώνας: Η Αληθινή Ιστορία (The Hurricane), 1999

Είναι μια ιστορία αδικίας. Αληθινής κιόλας, πέρα για πέρα, άσχετα αν ο Νόρμαν Τζιούισον της δίνει διαστάσεις μυθικές, μελοδραματικές, ηθικοπλαστικές, όλο τυχαιότητες και συμβολισμούς. Άλλωστε, το σινεμά υπηρετεί τη μυθοπλασία ακόμη και σε πραγματικά γεγονότα. Με μια εξαίρετη ερμηνεία του Γουάσινγκτον, για την οποία κέρδισε Χρυσή Σφαίρα και Αργυρή Αρκούδα στη Μπερλινάλε, ο Τζιούισον σκηνοθετεί την άδικη φυλάκιση του μποξέρ “Τυφώνα” για δολοφονίες που ποτέ δεν έκανε, πέφτοντας θύμα ρατσιστικής αντιμετώπισης και συμπεριφοράς, και τον δικαστικό αγώνα του μετά από δεκαετίες για την απόδειξη της αθωότητας του. Παρόλο που η ταινία πέφτει σε κλισέ και χολιγουντιανές εξτραβαγκάντσες, η στιβαρή ερμηνεία του Γουάσινγκτον και το καλοδουλεμένο σενάριο σε κρατούν σε αγωνία για το αποτέλεσμα αυτής της κατάφωρης αδικίας. Κι όλα αυτά στην Αμερική της ελευθερίας και της δικαιοσύνης, η οποία βέβαια εθελοτυφλεί όταν έχει να κάνει με μαύρο και πετυχημένο στο επάγγελμα του.

ΝΕΣΤΟΡΑΣ ΠΟΥΛΑΚΟΣ

Το Πράσινο Μίλι (The Green Mile), 1999


Ακόμη μια εξαίσια μεταφορά ιστορίας του Στήβεν Κινγκ στη μεγάλη οθόνη, και πάλι από τον Φρανκ Νταραμπόντ ("Τελευταία έξοδος: Ρίτα Χέιγουορθ"). Σε φυλακή υψίστης ασφαλείας μεταφέρεται ένας αγαθός γίγαντας, για τον φόνο δύο μικρών κοριτσιών. Γρήγορα θα τον δει με συμπάθεια ο μεσήλικας δεσμοφύλακας, ειδικότερα όταν συνειδητοποιήσει ότι ο κρατούμενος διαθέτει ψυχικά, θεραπευτικά χαρίσματα. Τομ Χανκς και Μάικλ Ντάνκαν σε δυο όμορφες, αισθαντικές ερμηνείες, υπό τη μουσική του Νιούτον, και την χρυσίζουσα φωτογραφία του Τέιτερσολ. Η ταινία αυτή, πάνω απ’ όλα, θα σε συγκινήσει.

ΝΕΣΤΟΡΑΣ ΠΟΥΛΑΚΟΣ

Χορεύοντας στο Σκοτάδι (Dancer in the Dark), 2000

Στην τρίτη ταινία της τριλογίας του “Golden Heart Trilogy” o Lars Von Trier θα μας μεταφέρει στην Αμερική για να μας θέσει αντιμέτωπους με τα ηθικά διλήμματα που προκύπτουν από την επιβολή της θανατικής ποινής. Συνιδρυτής με τον έτερο μεγάλο σκανδιναβό σκηνοθέτη Thomas Vinterberg του “Δόγματος 95”, στο “Χορεύοντας στο σκοτάδι” θα διατηρήσει ορισμένα από τα στοιχεία δόγματος. Τελικά, θα δημιουργήσει ένα δράμα που δανείζεται στιγμές από το μιούζικαλ, θα μας παρουσιάσει μια ψυχροπολεμική Αμερική που θεωρητικά έχει πάψει να υπάρχει και θα αναφερθεί σε μια προσωπική ιστορία που μπορεί να πάρει διαφορετικές διαστάσεις μέσα από αλληγορικά σχήματα.
Η γυναίκα που θα χορέψει στο σκοτάδι είναι η Selma Jezkova που την υποδύεται η Ισλανδή τραγουδίστρια Bjork. Μεγαλωμένη στην κομμουνιστική Τσεχοσλοβακία η Selma, αποφασίζει να έρθει στην Αμερική όταν θα φέρει στον κόσμο τον γιό της. Τα κίνητρα της απόφασης θα είναι οι προηγμένες ιατρικές μέθοδοι που εφαρμόζονται στην Αμερική. Στην Selma φαίνονται ως οι μόνες που μπορούν να σώσουν τον γιο της από την ασθένεια που κληρονόμησε από την ίδια και θα τον οδηγήσει μεγαλώνοντας στην τύφλωση. Στην Αμερική θα εργαστεί σ’ ένα εργοστάσιο κατασκευής αντικειμένων οικιακής χρήσης με μόνο σκοπό να συγκεντρώσει το υπέρογκο ποσό της εγχείρησης.
Στο “Χορεύοντας στο σκοτάδι” την αλήθεια της Selma δεν την γνωρίζει κανένας, ούτε ακόμη κι η πιο κοντινή της φίλη Kathy που την υποδύεται η Catherine Deneuve. Θα την εμπιστευτεί στον μόνο άνθρωπο, τον Bill Houston που θα της ανοιχτεί για ένα προσωπικό του πρόβλημα. Ο Bill είναι αστυνομικός κι ο ιδιοκτήτης του μικρού τροχόσπιτου στο οποίο διαμένουν η Selma με τον γιό της. Στους υπόλοιπους πέρα από τον Bill, η Selma θα υποστηρίζει πως τα χρήματα που συγκεντρώνει τα στέλνει πίσω στον πατέρα της, μη θέλοντας να γνωστοποιήσει το κληρονομικό, οικογενειακό τους πρόβλημα.
Η Selma θέλει να προλάβει, να καταφέρει να μαζέψει το απαραίτητο ποσό για την εγχείρηση. Ωστόσο, έχει αρχίσει ήδη να χάνει το φως της, γεγονός που θα καταλάβει πρώτα ο Bill και θα το εκμεταλλευτεί κλέβοντας τις οικονομίες της. Στην συνέχεια, η πλοκή θα ακολουθήσει μια πορεία που υιοθετεί θα λέγαμε την χειρότερη εκδοχή του σεναρίου. Η Selma θα σκοτώσει τον Bill χωρίς την πρόθεση της, θα συλληφθεί από την αστυνομία, θα καταδικαστεί σε θάνατο από την δικαιοσύνη και τελικά θα απαγχονιστεί στο τέλος της ταινίας. Η μόνη στιγμή που η Selma εμπιστεύτηκε την κοινωνία και εκμυστηρεύτηκε το πρόβλημα της όταν μίλησε με τον Bill είναι η στιγμή που δρα καταλυτικά διαμορφώνοντας την εξέλιξη.
Κατά την άποψη μου, ίσως το σημείο που είναι περισσότερο χρήσιμο να σταθεί κανείς σ’ αυτήν όπως και στις περισσότερες ταινίες του Δανού σκηνοθέτη είναι οι προεκτάσεις που έχουν. Πέρα από την επαναδιαπραγμάτευση κεφαλαιώδους σημασίας ζητημάτων όπως είναι εν προκειμένω το άδικο μέτρο της θανατικής ποινής, ο Lars Von Trier ηθελημένα με σεναριακές νύξεις ή σκηνοθετικές εστιάσεις κάνει τα ερωτήματα πιο πολύπλοκα. Στο “Χορεύοντας στο σκοτάδι” έχουμε μόνο την απεικόνιση της ιστορίας μιας μετανάστριας που γνωρίζει την χειρότερη εκδοχή του κατ’ ευφημισμόν αμερικάνικου ονείρου; Ή μήπως είναι η τραγική κατάληξη της Bjork, η πορεία της εργατικής τάξης σε μια χώρα που στο παρελθόν επιφύλασσε αυτήν την μοίρα για πολλούς από τους πολίτες της;

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ

Η Ζωή του Ντέιβιντ Γκέιλ (The Life of David Gale), 2003

Ο δρ. David Gale είναι καθηγητής φιλοσοφίας στο πανεπιστήμιο του Τέξας και πολέμιος της θανατικής ποινής, με την οποία έρχεται αντιμέτωπος μετά την καταδίκη του για το βιασμό και τη δολοφονία μιας φοιτήτριάς του. Τότε έρχεται η Bitsey Βloom, η δαιμόνια δημοσιογράφος, η οποία συγκινείται από τη βαρύγδουπη ιστορία του καθηγητή και αποφασίζει να ανακαλύψει την αλήθεια πίσω από το έγκλημα.
Η ταινία - φλασμπάκ αποτελεί τη συνέντευξη του Gale στη δημοσιογράφο, τρεις μέρες πριν την εφαρμογή της θανατικής ποινής. Με τη βοήθεια πολλών κινηματογραφικών “τρικ”, το φιλμ καταφέρνει να πλανεύσει το μυαλό του θεατή, αν και ορισμένες φορές καταντά κουραστικό. Αρκετά καλές ερμηνείες από τον Spacey και την Winslet, ολίγον τι επιτηδευμένες σε αρκετά σημεία, βέβαια.
Τελικά, ο David Gale είναι αθώος; Ή ο ακτιβισμός και οι πεποιθήσεις του αποτελούν προσωπείο, πίσω από το οποίο κρύβονται οι αληθινές πράξεις του; Η συνέχεια επί της οθόνης.

ΣΟΦΙΑ ΚΑΛΑΓΚΑ

Old Boy (Oldeuboi), 2003


Ο Ο-Νταε-Σου βρίσκεται κλειδωμένος σε ένα σπίτι, χωρίς να γνωρίζει αυτούς που τον κρατούν, ούτε και τον λόγο της φυλάκισής του. Με μοναδικό σύνδεσμο με τον έξω κόσμο μια τηλεόραση, προσπαθεί να κρατήσει το σώμα του και το πνεύμα του σε εγρήγορση. Μέχρι την ώρα που μαθαίνει ότι η γυναίκα του είναι νεκρή. Όταν βγαίνει έξω, 15 χρόνια μετά, αποφασίζει να πάρει τη δικαιοσύνη στα χέρια του, να ψάξει για τον απαγωγέα του και να πάρει εκδίκηση για τα χρόνια που έχασε. Κι όμως. Στο σύμπαν του Παρκ Τσαν-Γουκ δεν υπάρχει διέξοδος. Οι ήρωες -φιγούρες τραγικές- κινούνται ακολουθώντας τα πάθη τους (εκδίκηση, πόθος) νομοτελειακά προς την καταστροφή τους.
Ο Κορεάτης σκηνοθέτης κατασκεύασε έναν κλειστοφοβικό και βίαιο μύθο (έναν εναλλακτικό Οιδίποδα) και μια αριστουργηματική ταινία, της οποίας οι εικόνες εγχαράσσονται στον εγκέφαλο. Η ταινία που βραβεύτηκε το 2004 στις Κάννες με το ειδικό βραβείο της Επιτροπής (Grand Prix Prize) και έχει φανατικούς θαυμαστές, διεθέτει ένα συγκλονιστικό τελευταίο 20λεπτο. Μετά από αυτήν την τελική αποκάλυψη, τίποτα δεν είναι το ίδιο, η έννοια του δίκαιου και του άδικου μπερδεύονται ανεπανόρθωτα και γίνονται τόσο ασαφείς, όσο και είναι στην πραγματικότητα (και όχι όπως παρουσιάζονται στις ταινίες).
Για την ιστορία να πούμε ότι ο Σπάικ Λι ετοιμάζει το αμερικανικό ριμέικ (όχι που δεν θα ετοιμαζόταν και αυτό), με πρωταγωνιστή τον Τζος Μπρόλιν.

ΤΑΪΛΕΡ ΝΤΕΡΝΤΕΝ

Σκοτεινό Ποτάμι (Mystic River), 2003

Από τις καλύτερες ταινίες της περασμένης δεκαετίας, κι από εκείνες που έχουν σημαδέψει την, έτσι κι αλλιώς, μεγάλη καριέρα του Κληντ Ίστγουντ. Τρεις παιδικοί φίλοι συναντιούνται έπειτα από 25 χρόνια εξαιτίας ενός εγκλήματος. Το βάρος των ενοχών παραμένει. Η αυτοδικία παραμένει στην γωνία. Όπως κι εκδίκηση που είναι έτοιμη να εκραγεί ανά πάσα στιγμή. Αυτή την καταAlign Rightπληκτική ιστορία την έκανε ταινία ο Ίστγουντ, αν και κάπως ηθικοπλαστικά θα έλεγα. Προσεγγίζοντας με τρόπο κομ ιλ φο το έγκλημα και την απόδοση ευθυνών, ο Ίστγουντ εντούτοις καταφέρνει να σε συγκλονίσει με την άψογη δραματουργική δουλειά που έχει κάνει στους ηθοποιούς του. Γι’ αυτό άλλωστε, Σων Πεν και Τιμ Ρόμπινς έλαβαν τα αντίστοιχα Όσκαρ ερμηνειών.

ΝΕΣΤΟΡΑΣ ΠΟΥΛΑΚΟΣ

*To αφιέρωμα δημοσιεύτηκε στο κινηματογραφικό πόρταλ www.sevenart.gr (20-2-12).

20 Φεβ 2012

Ένα Κλικ και Ζω

Οι δαίμονες
Που κάποτε κυνήγησα
Με απαντήσανε
Ζάρια ρίξαμε
Κέρδισαν
Γίναμε
Ένα

Στράτος Π.

stratosprousalisphotography.com

*"Chimere'' βλ. επίσης εδώ
*Ανανέωση κάθε Δευτέρα.

18 Φεβ 2012

Λάο Τσε/Φώτος Γιοφύλλης/Μενέλαος Λουντέμης

Απαλός κι ανίσχυρος γεννιέται ο άνθρωπος
Στο θάνατό του είναι σκληρός και άκαμπτος.
Τα χλωρά φυτά είναι τρυφερά κι όλο χυμό.
Στα τέλη τους, μαραμένα και ξερά.

[Τάο Τε Κινγκ, Λάο Τσε, μτφρ. Πέτρος Κουρόπουλος, Εκδόσεις Κέδρος, 1978]

*

Με το κεφάλι σου ψηλά, στο σπίτι μπαινοβγαίνεις
και κυβερνάς το σόι σου, μα κι οδηγάς τα νιάτα.
Ούλα σοφά τα σκέφτεσαι, σ' ούλα μονάχη μπαίνεις,
άξια και κλειδοκράτα.

[Φρέσκες Φωνές, Φώτος Γιοφύλλης, Αθήνα, 1970]

*

Όταν οι άνθρωποι βρίσκονται ζωσμένοι από τη βία, σπάνια αποφασίζουν οι ίδιοι. Ούτε και στο χέρι του Συγγραφέα είναι να αποφασίσει αυτός το πόση ζωή θα δώσει ακόμη στους ήρωες του, αφού και για τη δική του ζωή, αποφασίζουν άλλοι...
Σας χαιρετώ με αγάπη. Ελπίζω
γρήγορα να ξαναιδωθούμε.

[Το Κρασί των Δειλών, Μενέλαος Λουντέμης, Εκδόσεις Δωρικός, 1966]

17 Φεβ 2012

Vakxikon.gr @ ClipArt Radio

Το Vakxikon.gr (Περιοδικό & Εκδόσεις) ξανά στο ραδιόφωνο. Κάθε Παρασκευή στο ClipArt Radio, 4-6 το απόγευμα, ο Μουσικός Προπαγανδιστής Τάσος Ρήτος με την εκπομπή του Τα Κουρέλια Τραγουδάνε Ακόμα, παίζει μουσικές, απαγγέλει ποίηση και μεταδίδει όλα τα βακχικά νέα.

Συντονιστείτε εδώ.

Στη σημερινή εκπομπή (17/2/12):

Θα ακουστούν τραγούδια από το νέο δίσκο των Walkabouts με τίτλο "Travels in the Dustland". Θα χορέψουμε με τους ρυθμούς του "El Camino" των Black Keys και θα διαβάσουμε ποίηση με μουσικό backround τους Woven Hand και το δίσκο "Black of the Ink".

Επίσης θα διαβαστούν αποφθέγματα από ανθρώπους της Ιστορίας του κόσμου και παράλληλα 10 ποιητές συστήνονται με ανέκδοτα ποιήματά τους.

16 Φεβ 2012

ΟΥΔΕΝ ΣΧΟΛΙΟΝ


*πηγή www.marilungo.com

Ταινίες 16ης Φεβρουαρίου 2012

Του Νέστορα Πουλάκου

Αυτή την εβδομάδα κάνουν πρεμιέρα στις αίθουσες (περίπου) δύο ταινίες, καθότι ο “Έρωτας από την αρχή” ξεκίνησε να προβάλλεται από την ημέρα του Αγίου Βαλεντίνου μπας και πιάσει το buzz που του αναλογεί. Θα έκανε πρεμιέρα μαζί τους “Kι ο κλήρος έπεσε στον Σμάιλι”, αλλά επέλεξε εκτεταμένο preview από τις 9 Φλεβάρη. Κι ενώ τα βλέμματα είναι στραμμένα στην 62η Μπερλινάλε (το SevenArt είναι εκεί, με τον Ιάκωβο Γωγάκη), ξεκινούν από σήμερα το 6ο Φεστιβάλ Psarokokalo, το 10ο Φεστιβάλ Καλτ Κινηματογράφου, καθώς και οι Ταινίες που Τόλμησαν. Ταινία της εβδομάδας είναι το “Hugo” του Μάρτιν Σκορσέζε, ένα αμάλγαμα Σπίλμπεργκ και “The Artist”, που επανέρχεται στην αρχή της ιστορίας του κινηματογράφου. Με το οσκαρικό φορτίο στην πλάτη του, και το πασπάλισμα του 3D, δεν το λέω και πολύ αγαπημένη μου πρόταση. Το “Έρωτας από την αρχή” είναι αυτό που δηλώνει και τίποτε άλλο. Τουτέστιν, ρομαντική κομεντί, τιγκαρισμένη στα κλισέ, που έχει καλούς πρωταγωνιστές με “γεροδεμένη” αγάπη και “στιβαρό” έρωτα. Αν τον επιλέξεις γιατί είσαι φαν, θ’ ανταμειφθείς.

Hugo (6/10)

Να σου πω και την αλήθεια μου, συνηθισμένος σε τέτοιο σινεμά από τον Σκορσέζε δεν είμαι, και κάπως με ξένισε εκ πρώτης αυτή του η μεταστροφή, η πιο ακαδημαϊκή. Φαίνεται θέλει να μαζέψει Όσκαρ και μπόλικη εκτίμηση περί σινεφιλίας. Βλέπεις, το “Hugo” με το πασπάλισμα του 3D και την ρετρό διάθεση του, προέρχεται μεν από τα τρίσβαθα του σινεφίλ Σκορσέζε, ο οποίος βουτηγμένος στις αποκαταστάσεις κλασικών ταινιών του παγκόσμιου σινεμά, αποφάσισε και να γυρίσει στην αρχή του μέσω της μυθοπλασίας. Μια και πιάνει τον μύθο του Ζωρζ Μελιές, του ανθρώπου του “Ταξιδιού στη Σελήνη” και περισσοτέρων από 500 ταινιών κάθε μορφής και είδους, τη ζωή του στο Παρίσι στις αρχές του 20ου αιώνα, τους αδελφούς Λυμιέρ, μπλα μπλα μπλα μπλα… Κι όλα αυτά με επίκεντρο ένα παιδάκι φτωχό, που ασχολείται με τα ρολόγια της πόλης, και ονειρεύεται να φτιάξει το ρομπότ που θα βοηθήσει την ανθρωπότητα, Πως δηλαδή ο Μελιές εφηύρε (;) το σινεμά; Από τον Σπίλμπεργκ στα χρόνια του “Ε.Τ.” μέχρι το φαινόμενο “The Artist”, ο Σκορσέζε βουτάει στην παιδική φαντασία, παίζει με το sci-fi, χωρίς να ξεχνά τις βαθιές σινεφίλ αναφορές του. Άλλωστε, στην οθόνη σου αναβιώνει από το… τρένο που φτάνει στο σταθμό, που τρόμαζε τους Γάλλους στα τέλη του 19ου αιώνα, μέχρι τα θαυμαστό “Ταξίδι στη Σελήνη”. Το “Hugo” είναι μια πρόταση μελιστάλαχτης διασκέδασης. Ούτε η καλύτερη ταινία του Σκορσέζε είναι, όσα Όσκαρ και να του δώσουν, ούτε και πρόκειται ποτέ να γίνει.

Έρωτας από την Αρχή (4/10)

Δεν θα σου πω και πολλά γι’ αυτή την ταινία, δεν με χρειάζεσαι άλλωστε, είσαι έξυπνος και καταλαβαίνεις εξ αρχής περί τίνος πρόκειται. Επομένως ρομαντική κομεντί θα δεις, που “δένει” με τον Άγιο Βαλεντίνο, μια και η αγάπη η αιώνια και πάντοτε ποθούσα για όλους μας, βρίσκει την τέλεια εφαρμογή της σε αυτή την ταινία. Θα μπορούσε να είναι μια διαφορετική εκδοχή της “Αιώνιας Λιακάδας ενός Καθαρού Μυαλού” όμως χάνεται στα κλισέ της. Παρολαυτά απογοητευτική ή μπανάλ δεν τη λες. Με τους κεντρικούς πρωταγωνιστές της, Τσάνινγκ Τατούμ και Ρέιτσελ ΜακΆνταμς, να στηρίζουν σθεναρά τους ρόλους τους, θα δεις μια ενδιαφέρουσα ιστορία που φυλλοροεί στα γρήγορα στο μυαλό σου. Καθότι, η ιστορία της Πέιτζ που χάνει τη μνήμη της μετά από ατύχημα, και ο αγώνας του Λέο να της επαναφέρει την αγάπη και τον έρωτα τους που φυσικά… τα έχει απεμπολήσει, έχει και ρομαντισμό, και ευφυή τρυκ, και εξυπνάδες και λεονταρισμούς και τραγικά κλισέ. Όλα αυτά πακέτο, αχταρμάς. Εν ολίγοις είναι μια ταινία καλή για dvd στο σπίτι σου, τύπου “Serendipity”, για να τη δεις με την αγαπημένη σου και ερωτευτείτε κι άλλο, πιο λογικά, και πιο έντονα.

*Τα κείμενα δημοσιεύτηκαν στο κινηματογραφικό πόρταλ www.sevenart.gr (16-2-12).

15 Φεβ 2012

Πένυ, του Νέστορα Πουλάκου

Κυκλοφόρησε από τις Απλές Εκδόσεις
-Ένα μεγάλο ευχαριστώ στον Παναγιώτη Πάκο-

"Τα πάντα απο-ρήτος / History of music and poetry : Like a stone" - No 5

photo taken by Tasos Ritos

Written by Audioslave



On a cold, wet afternoon
In a room full of emptiness
By a freeway I confess
I was lost in the pages
Of a book full of death
Reading how we'll die alone
And if we're good, we'll lay to rest
Anywhere we want to go

In your house I long to be
Room by room patiently
I'll wait for you there
Like a stone
I'll wait for you there
Alone

On my deathbed I will pray
To the gods and the angels
Like a pagan to anyone
Who will take me to heaven
To a place I recall
I was there so long ago
The sky was bruised
The wine was bled
And there you led me on

Alone

And on I read
Until the day was gone
And I sat in regret
Of all the things I've done
For all that I've blessed
And all that I've wronged
In dreams until my death
I will wander on

Alone

Στις 15 Φεβρουαρίου του 1959 ο Μπόρις Πάστερνακ, που διώκεται για το μυθιστόρημά του "Δρ.Ζιβάγκο", προσπαθεί να επανεγγραφεί στη Σοβιετική Ένωση Συγγραφέων.

Στις 15 Φεβρουαρίου του 1965 πεθαίνει ο Αμερικανός τραγουδιστής και πιανίστας της τζαζ Νατ Κινγκ Κόουλ. Ο Νατ Κινγκ Κόουλ ήταν ένας από τους πρώτους αφροαμερικανούς καλλιτέχνες που άγγιξαν το μεγάλο ακροατήριο διεθνώς. Ηταν αυτός που με μια παρέα εκλεκτών, ανάμεσά τους και ο Φρανκ Σινάτρα, κυριάρχησε τη δεκαετία του '40 με τη γνωστή ιδιότητα του κρούνερ. H βελούδινη φωνή του έμεινε ανεξίτηλη σε αρκετές δεκάδες τραγούδια και δύσκολα άλλοι καλλιτέχνες κατάφεραν να μην ακολουθήσουν τις ερμηνευτικές οδηγίες του ώστε να μην αποτύχουν. Δεν ήταν μόνο το ερμηνευτικό στυλ του που επηρέασε όλους όσοι ασχολήθηκαν με το τραγούδι έκτοτε. Και ο τρόπος που έπαιζε πιάνο «πέρασε» στην ερμηνεία καλλιτεχνών όπως ο Οσκαρ Πήτερσον, ο Ερολ Γκάρνερ και ο Μπιλ Εβανς. Πούλησε συνολικά στην καριέρα του περισσότερα από 60 εκατομμύρια δίσκους.

Στις 15 Φεβρουαρίου του 1981 πεθαίνει ο μεγάλος μπλουζίστας στην δεκατία των 70's Μάικ Μπλούμφιλντ.

14 Φεβ 2012

Κερδίστε προσκλήσεις για τη "Στάχτη του Καλοκαιριού"

Οι τρεις πρώτοι
που θα στείλουν στο info@vakxikon.gr
διπλή πρόσκληση
για όποια παράσταση θελήσουν.

Το θέατρο Αιώρημα παρουσιάζει

ΣΤΑΧΤΗ ΤΟΥ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙΟΥ

του Ιορδάνη Κουμασίδη

Τρεις γυναίκες, 20, 30 και 40 ετών γνωρίζουν τον ίδιο (;) μυστηριώδη νεαρό άνδρα. Η αποστασιοποιημένη συμπεριφορά του τις φέρνει στα όρια τους..

με τις Γιώτα Τσιότσκα, Νίκη Κατσαρού, Μαρίνα Αντωνοπούλου.

Σκηνοθεσία: Κώστας Αποστόλου

Πέμπτη 16, Παρασκευή 17
Σάββατο 18, Κυριακή 19 Φεβρουαρίου 2012

στις 9.30 μ.μ.

στο Βαφοπούλειο Πνευματικό Κέντρο
Γ. Βαφόπουλου 3, Ντεπώ

Γενική είσοδος: 10 ευρώ
Φοιτητικό-Μαθητικό-Ανέργων: 8 ευρώ


Σκηνογραφία-Φωτισμοί:……….. Στέργιος Καλαμόπουλος
Επιμέλεια κοστουμιών:………… Ντίνα Μόσιαλου
Μουσική σύνθεση:……………... Γιώργος Καζαντζής
Φωτογραφίες:…………………... Στέργιος Τσιούμας
Οργάνωση παραγωγής:………… Ιορδάνης Κουμασίδης
Ομάδα παραγωγής:................... Κατερίνα Μπακιρτζή, Τάσος Ξένος, Ανθή Κανιούρα, Έλενα Γιαννουτάκη

Με την υποστήριξη:
Ark Classic Rock Bar, Νικηφόρου Φωκά 12
Καφέ-Μπαρ Σάρωθρον, Κατούνη 17, Λαδάδικα
Καφέ Μπαρ Έντεχνον, Δέλλιου 4, Συντριβάνι

Χορηγοί επικοινωνίας:
Sport 103fm, Skordo Radio, Sfina Radio, Mosquito radio
Alterthess.gr, Refresh.gr, Vakxikon.gr, Fave.gr

Τηλέφωνο Κρατήσεων: 6983472581 (5-9 μ.μ.)
Τηλέφωνο επικοινωνίας: 6986096804 (Έλενα Γιαννουτάκη)
facebook event: https://www.facebook.com/events/350759941616019/
ραδιοφωνικό σποτ: http://www.youtube.com/watch?v=7ZlenE-n_ao

Κι ο κλήρος έπεσε στον Σμάϊλι

Του Νέστορα Πουλάκου

...να δούμε ποιος, ποιος, ποιος θα φαγωθεί, οέ, οέ, οέ, οέ! Με τίτλο εμπνευσμένο από το παραδοσιακό παιδικό τραγούδι-παιχνίδι, κυκλοφορεί το βιβλίο (από τις Εκδόσεις Καστανιώτη, το 2008, σε μτφρ. Μιχάλη Μακρόπουλου) και θα κυκλοφορήσει η ταινία (από την Village Films, στις 16 Φεβρουαρίου), στην Ελλάδα. Μόλις την περασμένη εβδομάδα έφτασε στα χέρια μου το πετυχημένο εισπρακτικά και μεταφρασμένο σε τόσες γλώσσες παγκοσμίως, μυθιστόρημα του Τζον Λε Καρέ, του Άγγλου συγγραφέα που είχε υπάρξει τη δεκαετία του 1960 πράκτορας των βρετανικών μυστικών υπηρεσιών μέχρι που δόθηκε το όνομα του στη δημοσιότητα από τον –αυτομολούντα στην ΕΣΣΔ- Κιμ Φίλμπι, κι έτσι “κάηκε” η –αλά Τζέιμς Μποντ- καριέρα του.

Στο “Tinker, Tailor, Soldier, Spy” (μτφρ. Γανωτής, ράφτης, στρατιώτης, κατάσκοπος), επίσης με τίτλο εμπνευσμένο από βρετανικό παραδοσιακό παιδικό τραγούδι-παιχνίδι, το οποίο και κυκλοφόρησε το 1974 γνωρίζοντας αμέσως επιτυχία, ο Τζον Λε Καρέ αφηγείται την περιπέτεια του Τζορτζ Σμάιλι, πρώην υπαλλήλου της υπηρεσίας πληροφοριών, ο οποίος αναλαμβάνει να ξετρυπώσει έναν “Τυφλοπόντικα” που έχει φωλιάσει στα ανώτερα κλιμάκια της βρετανικής αντικατασκοπείας και πουλάει μυστικά στη Σοβιετική Ένωση.

Για να τον ανακαλύψει, ο Σμάιλι αρχίζει ένα δύσκολο σκακιστικό παιχνίδι με τον Κάρλα, το Σοβιετικό ομόλογό του. Κινήσεις που στην αρχή φαντάζουν ασύνδετες μεταξύ τους στο τέλος θα συγκλίνουν και θα αποκαλύψουν την ταυτότητα του “Τυφλοπόντικα”. Κι όλα αυτά μέσα σ' έναν αμείλικτο ψυχρό πόλεμο όπου δεν υπάρχουν καλοί και κακοί.

Το βιβλίο του Τζον Λε Καρέ είναι απολαυστικό. Προσωπικά και τις 450 σελίδες του, τις ρούφηξα μέσα σε πέντε μέρες. Αγωνιώδες, αρκούντως ερεβώδες, ένα παιχνίδι κατασκόπων, γεμάτο μυστήριο, αλλά και μυστικιστικά συμπλέγματα, με σκακιστικές κινήσεις ακριβείας, μα και λάθη, αναβολές και αποφάσεις που οδηγούν στο θάνατο, ή στην αποκάλυψη του γεγονότος και της κατάστασης, στην οποία έχουν περιέλθει οι ήρωες, Εγγλέζοι και Σοβιετικοί.

Η ιστορία του βιβλίου είναι φυσικά εμπνευσμένη από την προσωπική, πολύκροτη υπόθεση του Λε Καρέ (κατά κόσμον Ντέιβιντ Κόρνγουελ). Ο οποίος ως πράκτορας των βρετανικών μυστικών υπηρεσιών βρέθηκε στη δίνη του κυκλώνα, και είδε την προσωπική και επαγγελματική του ζωή να καταρρέουν και να ξεμπροστιάζονται, όταν το όνομα του δόθηκε στη δημοσιότητα από έναν προδότη του εγγλέζικου έθνους: πρώην συνάδελφος του στην υπηρεσία αποδείχθηκε διπλός πράκτορας, συνεργαζόμενος με την Σοβιετική Ένωση, στις δεινές εποχές του Ψυχρού Πολέμου.

Ορμώμενος από αυτό το γεγονός, που τον συντάραξε όσο τίποτε άλλο, ο Λε Καρέ αποφάσισε να γράψει και να διηγηθεί μια περιπέτεια κατασκοπίας δυο κρατών και εκατομμυρίων πολιτών. Αναπόφευκτο ήταν λοιπόν, να μεταφερθεί η ιστορία αυτή στον κινηματογράφο. Κι όταν μιλάμε για τον Λε Καρέ, οι καταστάσεις είναι πλέον δεδομένες: ο Άγγλος συγγραφέας έχει ήδη δει πολλές από τις ιστορίες του στο σινεμά.

“Ο Κατάσκοπος που γύρισε από το κρύο” (1965) του Μάρτιν Ριτ, με τον Ρίτσαρντ Μπάρτον, “Η Κατάσκοπος του Λονδίνου” (1966) του Σίντνει Λιούμετ, με τους Τζέιμς Μέισον, Σιμον Σινιορέ, Μαξιμίλαν Σελ και Χάριετ Άντερσον, “Η ώρα των κατασκόπων” (1969) του Φρανκ Πήρσον, με τον Άντονι Χόπκινς, “Η μικρή τυμπανίστρια” (1984) του Τζωρτζ Ρόι Χιλ, με τους Ντάιαν Κήτον, Γιώργο Βογιατζή και Κλάους Κίνσκι, “Ρωσική εστία” (1990) του Φρεντ Σεπίσι, με τους Σων Κόνερι, Μισέλ Φάιφερ και Ρόι Σνάιντερ, “Ο ράφτης του Παναμά” (2001) του Τζων Μπούρμαν, με τους Πηρς Μπρόσναν και Τζέφρι Ρας, “Ο επίμονος κηπουρός” (2005) του Φερνάντο Μειρέγιες, με τους Ρέιφ Φάινς και Ρέιτσελ Γουάιζ, ενώ ήδη ετοιμάζεται η ταινία “A most wanted man”, σε σκηνοθεσία Άντονι Κόρμπιν (“Control”, “Ο Αμερικανός”).

Πάντως, το βιβλίο “Κι ο κλήρος έπεσε στον Σμάιλι” έχει ήδη γνωρίσει ένδοξες μέρες, μια και το 1979 μεταφέρθηκε στην αγγλική τηλεόραση σε μίνι σειρά, με πρωταγωνιστή τον Άλεκ Γκίνες, και σε σκηνοθεσία Τζων Ίρβιν. Με ιδιαίτερο ενδιαφέρον αναμένεται και η κινηματογραφική του εκδοχή, σε λίγες μέρες. Πριν απ’ όλα να σου πω, ότι η ταινία έχει προταθεί για τρία Όσκαρ (Α’ Ανδρικού Ρόλου, Διασκευασμένου Σεναρίου, Πρωτότυπου Σάουντρακ) και 11 βραβεία BAFTA, ενώ έκανε την παγκόσμια πρεμιέρα της στο πρόσφατο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Βενετίας.

Στη σκηνοθεσία συναντάμε τον Τόμας Άλφρεντσον, τον Σουηδό κινηματογραφιστή που εξαργυρώνει τη μεγάλη επιτυχία της ταινίας “Άσε το κακό να μπει”. Για τη διασκευή του σεναρίου συνεργάστηκαν οι Μπρίτζεντ Ό Κόνορ και Peter Straughan (“Οι άντρες που κοιτούν επίμονα κατσίκες”). Ενώ στο πολυπληθές καστ της ταινίας, συμμετέχουν οι Τζων Χαρτ, Κόλιν Φερθ, Μαρκ Στρονγκ, Γκάρι Όλντμαν, κ.ά.

Για τον επίλογο, σου προτείνω να μην αφήσεις ανεκμετάλλευτα ούτε την ταινία ούτε και το βιβλίο. Αφενός, το μυθιστορήμα του Λε Καρέ είναι κάτι περισσότερο από εκστατικά απολαυστικό. Ενώ και η ταινία του Άλφρεντσον σε βάζει κατευθείαν στο ψυχροπολεμικό κλίμα της εποχής, κάνοντας σε κοινωνό ενός διαφορετικού κόσμου, βρωμιάς και σαπίλας, μυστηρίου και ανθρώπινης ηθικής.

*Το κείμενο δημοσιεύτηκε στο κινηματογραφικό πόρταλ www.sevenart.gr (30-1-12).

13 Φεβ 2012

Αυτοί έκαψαν την Αθήνα (και το Αττικόν και το Άστυ)

Του Γιάννη Δηράκη
(Αναδημοσίευση από το SevenArt.gr, 13-2-2012)

Από χθες το βράδυ έχει ξεκινήσει μια συζήτηση που συνηθίζεται κάθε φορά που διαδηλώσεις καταλήγουν σε επεισόδια, συνήθως από τηλεοπτικά "παράθυρα" δελτίων ειδήσεων και διάφορους σχολιαστές-δημοσιογράφους που βγαίνουν σε αυτά και σκούζουν για τους βάνδαλους που σπάνε, καίνε, καταστρέφουν ό,τι βρουν, δεν σέβονται κανέναν και τίποτα και "αμαυρώνουν" τις ειρηνικές διαμαρτυρίες των απλών πολιτών -τις οποίες βέβαια ποτέ ή ελάχιστα προβάλλουν στα δελτία τους.

Το διαφορετικό με τα χθεσινά γεγονότα είναι ότι σ' αυτό το "παιχνίδι" μπήκαν και άνθρωποι που προηγουμένως δεν είχαν βήμα σ' αυτά τα "παράθυρα", δημοσιογράφοι του πολιτιστικού, κριτικοί κινηματογράφου και τέχνης γενικότερα, απλοί σινεφίλ, με αφορμή την -παραλίγο- πυρπόληση τριών εκ των ιστορικότερων κινηματογράφων της Αθήνας, του Άστυ, του Αττικόν και του Απόλλωνα (τα οποία τελικώς γλίτωσαν με μικροζημιές και θα επαναλειτουργήσουν σύντομα -το Άστυ μάλιστα, λειτουργεί κανονικά από σήμερα).

Ομολογώ ότι προς στιγμήν κι εγώ ο ίδιος σκέφτηκα (όταν μαθεύτηκε η είδηση στους δρόμους) ότι είναι απαράδεκτο να καίνε τα σινεμά, ότι όλοι αυτοί που πετάνε τις μολότοφ είναι βάρβαροι, απολίτιστοι και άθλιοι προβοκάτορες. Όμως, οι σινεφίλ συναισθηματισμοί οφείλουν να σταματάνε εκεί, στις πρώτες σκέψεις και να ακολουθεί περισυλλογή και μεγάλη προσοχή όταν ξεκινάς να γράψεις κάτι (ειδικά με τίτλους όπως "Αττικόν: Γλύτωσε από τους Γερμανούς - Το έκαψαν οι Έλληνες..."), προκειμένου να μη χαθεί το δάσος για να σωθεί ένα δέντρο. Το δέντρο είναι οι 3 αίθουσες. Το δάσος είναι οι ζωές όλων μας, τα ήδη καμένα σπίτια μας, τα κλειστά καταστήματα κι οι άστεγοι στους δρόμους κι αν θέλετε να το εντοπίσουμε και στον πολιτισμό, το δέντρο είναι δύο (και περισσότερα) ιστορικά κτίρια κατεστραμμένα, το δάσος όμως είναι η καθημερινή αργή κατάρρευση εκατοντάδων ιστορικών κτιρίων, το ξεπούλημα του συνόλου των μνημείων μας (άραγε, έχει διαβάσει κανείς απ' όσους σήμερα κλαίνε το πρώτο μνημόνιο;), η άθλια πολιτιστική πολιτική των τελευταίων χρόνων και η μηδενική χρηματοδότηση στον πολιτισμό και την παιδεία.

Τελικά, ακόμα κι αν δεχτεί κανείς ότι τα κτίρια κάηκαν απ' αυτούς που υπονοείται, αν αγνοηθούν δηλαδή κάποιες καταγγελίες που ακούστηκαν χθες ότι την ώρα που πήρε φωτιά το Αττικόν τριγύρω υπήρχαν μόνο ΜΑΤ (άλλωστε, δεν θα ήταν η πρώτη φορά), στην πραγματικότητα, αυτή που τα έκαψε είναι η πολιτική του μνημονίου που δημιούργησε μια κοινωνία 50.000 αστέγων, 1.000.000 ανέργων και των μισών κατοίκων της Ελλάδας στα όρια της φτώχιας, όσοι σχεδίασαν την ολοκληρωτική εξόντωση των εργαζόμενων και της νεολαίας στο βωμό του θεού-κέρδους, όσοι κλέβουν το μέλλον των παιδιών μας και το παραδίδουν στους καπιταλιστές για πάντα (ή μέχρι ο ίδιος ο λαός να αποφασίσει επιτέλους να αλλάξει τη μοίρα του). Αυτοί που έκαψαν και λεηλάτησαν χθες, είναι οι ίδιοι που ευθύνονται για τον εδώ και χρόνια αργό "θάνατο του εμποράκου" (όπως με περίσσιο συναισθηματισμό γράφουν κάποιοι σήμερα).

Η ιστορική μνήμη μιας πόλης δεν είναι μόνο τα κάγκελα του Αβραμόπουλου, τα αρχοντικά κτίρια, τα σιντριβάνια και όμορφα παρτέρια, είναι και οι καταστροφές που συντελούνται σε εποχές κρίσης και έξαρσης της φτώχιας. Οι χθεσινές εικόνες, είναι εικόνες από το μέλλον μιας χώρας που οι "ηγέτες της" ψήφισαν ναι σε όλα: στην φτώχια, την πείνα και στην εξαθλίωση. Γι' αυτό δεν θα πάω μ' ένα κερί στο χέρι απόψε έξω απ' το Αττικόν αλλά με φωτιά και με μαχαίρι ενάντια σε αυτούς που καίνε τις ζωές μας. Σήμερα ή όποτε χρειαστεί. Άλλωστε, τα κτίρια ξαναγίνονται. Οι ζωές μας;

Ένα Κλικ και Ζω


Σαν η Πείνα
Πρώτιστη ανάγκη γίνει
Το Κτήνος
Αρχίζει να βρυχάται
Κι όταν το νήμα του χρήματος
Τις μαριονέτες
Πάψει να κινεί
Τότε
Μόνο αυτός που περπατά
Θα επιβιώσει


*"Chimere'' βλ. επίσης εδώ
*Ανανέωση κάθε Δευτέρα.

12 Φεβ 2012

O Oργισμένος Βαλκάνιος

Hρθε και στάθηκε πάνω απ' την αστραφτερή Machules. Mε νωχελικές κινήσεις πέρασε στα χέρια του ένα ζευγάρι μαύρα γάντια κεντημένα όλο μ' ασημόκαρφα. Mετά φόρεσε τα γυαλιά του... Kοιτάχτηκε στο καθρεφτάκι.

Δεν καταλαβαίνω κανέναν, μουρμούρισε μέσ' απ'τα δόντια του και σήκωσε αργά το πόδι του, το ζύγιασε και το τίναξε με δύναμη πάνω στο πεντάλ, καθώς τα γαντοφορεμένα χέρια του πέταξαν κι άρπαξαν το στριφτοκέρατο τιμόνι. Mαρσάρισε σκληρά, ώσπου ένα σύννεφο σκόνης ξεσηκώθηκε και τον τύλιξε. Mετά, πάντα χωρίς να βιάζεται, καβάλησε τη μοτοσυκλέτα.

Kοίταξε δεξιά, αριστερά, κι ύστερα σφίγγοντας τη Machules μές στα σκέλια του, έδωσε όλο το γκάζι κι αναδύθηκε μέσα απ' το γαλανό σύννεφο της εξάτμισης σαν μαύρος άγγελος εκδικητής, ιππεύοντας τα εκατόν είκοσι βρυχώμενα μίλια της και χύθηκε στην άσφαλτο χαράζοντας μια ασημένια λάμψη μές στ' απομεσήμερο...

Ήταν Παρασκευή, ξημερώματα του κερατά. Δυό μέρες πρίν γνωρίσει την Tερέζα.

[Νίκος Νικολαΐδης, Ο Οργισμένος Βαλκάνιος, Athens Voice Books, 2011]

11 Φεβ 2012

Ένας κόμης στον Άδη

Η θεατρική ομάδα Cheek-bones, μετά την πρώτη της παράσταση "Το αγόρι που κλώτσαγε" (πρώτο βραβείο στο Scratch Night του Bob Theatre Festival 2010 στο θέατρο Χώρα) επιστρέφει στο θέατρο Χώρα το Σάββατο 4 Φεβρουαρίου με το καινούριο έργο δικής τους συγγραφής που συμμετείχε στο 2o Low Budget Festival 2011 στο Ίδρυμα Μιχάλης Κακογιάννης.

''Ένας κόμης στον Άδη''. Ένα γοτθικό παραμύθι που ταξιδεύει ως τα βόρεια της Σκωτίας και συναντά ένα μακρινό χωριό, ονόματι Στονάδι. Η ιδιαιτερότητα αυτού του χωριού είναι οι ίδιο οι κάτοικοί του. Απομονωμένοι με τους δικούς τους νόμους και κανόνες ζουν αρμονικά, ανυποψίαστοι για το τί πρόκειται να συμβεί. Ο ερχομός ενός ξένου θα είναι η αιτία για τη διατάραξη της συμβατικότητας της καθημερινής ζωής τους. Πρόκειται για την αδυναμία των κατοίκων μπροστά στον παραλογισμό του διαφορετικού που κανένας δε μπορεί να πολεμήσει. Το χωριό κατηγορεί τον ξένο για τη διαφορετικότητά το μέχρι αυτός να τη μετατρέψει σε ευλογία.

ΣΥΝΤΕΛΕΣΤΕΣ:

Σκηνοθεσία-Συγγραφή-Ερμηνεία:
ομάδα Cheek-bones (Εύη Δόβελου,Ελένη Ευταξοπούλου,Αγγέλικα Σταυροπούλου)

Σκηνογράφος Ενδυματολόγος -: Ζαίρα Φαληρέα σε συνεργασία με την Τόνια Μπέκου

Συνθέτης πρωτότυπης μουσικής Μουσική επιμέλεια : Νίκος Καραδοσίδης

Χορογράφος: Τάσος Καραχάλιος

Φωτιστής: Βαγγέλης Μούντριχας

Μακιγιάζ: Μαρία Ηλιάδου

Info: Που: Θέατρο '' Μικρή Χώρα'', Αμοργού 18-20, Κυψέλη Πότε: Κάθε Σάββατο στις 7.30 μ.μ και Κυριακή στις 9.30 μ.μ Πρεμιέρα το Σάββατο 4 Φεβρουαρίου και ώρα 7.30 μ.μ Διάρκεια :60' Τιμή εισιτηρίου 10 ευρώ Τηλέφωνα κρατήσεων: 210 8610714, 6986705894 email : eleni_efta@hotmail.com

http://www.facebook.com/events/303562543027447

Συνέντευξη του Γαβριήλ Τζάφκα

Στον Νέστορα Πουλάκο

Την περίοδο αυτή μελετάω το “ταλαιπωρημένο” ελληνικό ντοκιμαντέρ, από την αρχή του. Από τα “Μέγαρα” του 1974 στην “Αγέλαστο Πέτρα” του 2000 και τούμπαλιν, καταλήγεις στο "Champions" του Γαβριήλ Τζάφκα. Κοινή συνισταμένη όλων αυτών είναι η καταγραφή με συνέπεια, που ενοχλεί.

Τον Τζάφκα τον έχω γνωρίσει μέσα από τις μικρού μήκους ταινίες του στο Φεστιβάλ Δράμας, τα τελευταία χρόνια. Είναι δεν είναι 26 χρονών και έχει εντυπωσιάσει Έλληνες και ξένους με τη διεισδυτικότητα και το βάθος ποιότητας της δουλειάς του.

Από την άλλη μεριά, με το “Champions” επιλέγει να κάνει το σκηνοθετικό του ντεμπούτο στη μεγάλη φόρμα, ενοχλώντας άπαντες. Το ντοκιμαντέρ αυτό εισχωρεί στον αμαρτωλό πυθμένα της κινηματογραφικής παιδείας στην Ελλάδα, καταδεικνύοντας τη σαπίλα του συστήματος, κι αναδεικνύοντας τη βλακεία της φυλής μας.

Ο νεαρός σκηνοθέτης σπάζει τους κανόνες και βγάζει τη γλώσσα του στους κρατούντες με το μαχαίρι και το πεπόνι, στους καρεκλάκηδες πάσης φύσεως, και τους θεσμικούς της πλάκας. Στην αντίστιξη, ο Τζάφκας κάνει μια εξαιρετική ερευνητική δουλειά και συνομιλεί με την πρώτη γραμμή της ελληνικής κινηματογραφίας.

Αυτοαναίρεση, υπεκφυγές, ανευθυνότητες, επιβεβαίωση, διάψευση, αυτοδιάψευση, καταγγελίες και αποστροφές, εντέλει ξεμπρόστιασμα κάθε είδους. Ειρωνεία, θυμός, νευρά, δήθεν σκληράδες, εμφυλιακές και ανεξήγητες κόντρες, όλα μα όλα βράζουν στο ίδιο καζάνι, και περνούν μπροστά από το φακό του νεαρού κινηματογραφιστή.

Ο Γαβριήλ Τζάφκας ξέρει καλά το θέμα, καθότι υπήρξε στην πρώτη γενιά αποφοίτων της περίφημης αλλά παραπαίουσας και αδύναμης πια (μέσα σε 7 χρόνια!) κινηματογραφικής σχολής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Γι’ αυτό και η δημόσια καταγγελία του τη Δευτέρα το βράδυ στην Ταινιοθήκη της Ελλάδας:

Η προγραμματισμένη εκδήλωση-συζήτηση του ακυρώθηκε, αφού μια τρομερή συγκυρία οδήγησε σε αδυναμία τους Θόδωρο Αγγελόπουλο, Μάνο Ζαχαρία και Κατερίνα Ευαγγελάκου!! Πάντως, επίσημη ανακοίνωση δεν βγήκε ποτέ…

Από την άλλη μεριά οι Περικλής Χούρσογλου και Αντουανέττα Αγγελίδη (σκηνοθέτες και καθηγητές στο ΑΠΘ), παρά τα χρόνια και τις εμπειρίες που κουβαλούν στις πλάτες τους, έλαβαν το μήνυμα της νέας γενιάς μέσα από τον Γαβριήλ Τζάφκα: οι μικρότητες του παλιού ελληνικού σινεμά τελειώνουν. Τα κακώς κείμενα πρέπει να καταγγέλλονται και ο κάθε κατεργάρης να γυρίζει στον πάγκο του.

Ο Γαβριήλ Τζάφκας μίλησε στο SevenArt για όλα αυτά που έζησε και δεν θέλει να ξαναντικρίσει ποτέ στο μέλλον.

Έβλεπα την καταγραφή σου, κι εκεί που ήθελα να γελάσω την άλλη στιγμή νευρίαζα με τα τραγελαφικά που άκουγα. Εντέλει είναι για γέλια ή για κλάματα η ιστορία της κινηματογραφικής παιδείας στην Ελλάδα;

Κάποτε ο Χατζiδάκις είπε πως η Ελλάδα είναι εγκλωβισμένη ανάμεσα σε Ανατολή και Δύση. Σήμερα θα προσέθετα και τα Βαλκάνια. Αντιλαμβάνομαι την κινηματογραφική παιδεία ως μια ιστορία άκρως βαλκανική λοιπόν και ως τέτοια δεν θα μπορούσε να είναι σκληρή και μαζί συναισθηματική, τρομακτική και ταυτόχρονα ανεκδοτολογική.

Είναι ένα μείγμα από καταστάσεις άκρως αντιθετικές όπου η μια προσπαθεί να επικρατήσει της άλλης χωρίς κριτήρια ορθολογικά. Και αποδεικνύεται αυτό από την εξαιρετική πορεία που είχε ανά καιρούς ο ελληνικός κινηματογράφος σε εμπορικό και καλλιτεχνικό επίπεδο, παρά την έλλειψη σχολών, μηχανημάτων, μεγάλων στούντιο, χρηματοδότησης και τα λοιπά.

Δεν έχω καταφέρει ακόμα μέσα μου, να αποκρυπτογραφήσω την καταγραφή αυτή, αν και έχουν περάσει δύο χρόνια από τότε που ξεκίνησα. Είμαι παραπάνω από βέβαιος ωστόσο, πως πρόκειται για ένα φαινόμενο μοναδικό στο χωρόχρονο, άξιο μελέτης και άλλων επιστημών!

Γιατί ένας νεαρός σκηνοθέτης, που κάνει τώρα τα πρώτα του βήματα στο χώρο, να θέλει να τεκμηριώσει αυτά που έζησε ή είδε στη διάρκεια των σπουδών του; Και φυσικά ν’ αναζητήσει την αλήθεια για την “αμαρτία”, που και ο ίδιος αντιμετώπισε;

Υπάρχει ανάμεσα στα παρακλάδια της Ιατρικής και η λεγόμενη Ομοιοπαθητική. Κάπως έτσι νομίζω πως λειτούργησε η ενασχόλησή μου με αυτό το ντοκιμαντέρ. Θεραπευτικά! Έπρεπε να αναζητήσω αλήθειες που δεν κατάφερα να μου απαντηθούν όσο ήμουν στη Σχολή. Ένιωσα ότι βίωσα μια πρόωρη ολοκλήρωση του κύκλου της.

Ξεκινήσαμε να ζούμε κάτι πολύ δυνατό και πολύ ωραίο το οποίο ανακόπηκε μεμιάς. Φυσικά ως φοιτητές αντιδράσαμε. Ωστόσο στα κέντρα αποφάσεων δεν ίδρωσε το αυτί τους. Έτσι η πρώτη φουρνιά αποχώρησε με τα πρώτα επίσημα κρατικά κινηματογραφικά πτυχία, τα οποία συνοδευόντουσαν με μια γεύση πικρή στην ψυχή, άκρως μοναχική.

Από την άλλη το ντοκιμαντέρ μας προσέφερε ένα ταξίδι υπέροχο και περιπετειώδες που έφτασε ως τις πραγματικές ρίζες του προβλήματος. Η επαφή με όλους αυτούς του ανθρώπους, το ταξίδι στην Ιστορία μέσα από το πρίσμα της κινηματογραφικής παιδείας, τα σκαμπανεβάσματα στις διαθέσεις μας και οι δυσκολίες που αντιμετωπίσαμε μας γέμισαν με πλούσιες ιστορίες που θα διηγούμαστε για πολύ καιρό. Ένα ιδιαίτερου τύπου μεταπτυχιακό αν θες.

Μπορείς να φανταστείς ποιος είναι ο λόγος ώστε κανένας από τους σκηνοθέτες όποιας ηλικίας και εμπειρίας, με λίγες ή πολλές ταινίες, με βραβεία και διακρίσεις στα φεστιβάλ, δεν ασχολήθηκε με αυτό το τόσο καυτό θέμα; Πιστεύεις πως δεν τους απασχόλησε ποτέ;

Όσο υπήρχε η σχολή Σταυράκου ή οι ιδιωτικές σχολές, η ποιότητα των σπουδών δεν είναι ήταν αυτονόητη ούτε στόχος για να διεκδικηθεί. Οι σχολές αυτές έλεγαν και λένε “αυτό έχουμε, τόσο κοστίζει, αν θες το αγοράζεις”. Με την δημιουργία του Τμήματος Κινηματογράφου στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο, οι ισορροπίες αυτές αλλάζουν συλλήβδην.

Μιλάμε πια για δημόσια δωρεάν παιδεία όπου οι φοιτητές έχουν δικαιώματα και συμμετοχή στις όποιες αποφάσεις που λαμβάνονται. Υφίσταται επίσης η δυνατότητα της κρίσης των καθηγητών και της ελεύθερης έκφρασης. Πιστεύω πως ήταν αυτές οι ποιότητες που τροφοδότησαν την απόφαση και ταυτόχρονα μου έδωσαν το σθένος να ασχοληθώ με ένα ζήτημα σαν κι αυτό.

Συχνά με κατηγορούν ότι εκθέτω την Σχολή μου και ότι την κακολογώ. Η σχολή είναι ένας θεσμός. Πως θα μπορούσα να εκθέσω έναν θεσμό; Είναι άλλο πράγμα να θίγεις τα κακώς κείμενα για να διορθωθούν και άλλο να αποποιείσαι μια ολόκληρη σχολή από την οποία προέρχεσαι και την οποία γαλουχήθηκες. Το ντοκιμαντέρ αυτό έχει πολύ αγάπη μέσα του και ας μη του φαίνεται.

Το ζήτημα λοιπόν αυτό απασχόλησε πολλούς και κατά τα παλαιότερα χρόνια. Η έγνοιά τους όμως να κάνουν τις δικές τους ταινίες ήταν πολύ μεγαλύτερη. Από την άλλη ο πρώτος σοβαρός, νομικά χώρος, όπου στεγάστηκε η κινηματογραφική παιδεία είναι το ΑΠΘ και από κει και πέρα μπορούμε να συζητάμε σε άλλη βάση.

Ως απόφοιτος της μοναδικής δημόσιας κινηματογραφικής σχολής, πες μου τις προβλέψεις σου… Τι θ’ απογίνει αυτή η σχολή; Έχει ελπίδα, μέλλον, στόχους, οράματα;

Όπως είπα και πριν η Σχολή αυτή έκλεισε τον πρώτο κύκλο της, δυστυχώς με ιλιγγιώδη ταχύτητα. Είναι ένας κρατικός θεσμός. Δεν χάνεται. Τίθεται βέβαια το δύσκολο έργο της επανεκκίνησης και οι νέοι όροι λειτουργία της, οι άνθρωποι που θα φέρουν εις πέρας μια τέτοια αποστολή και η εν γένει νοοτροπία τους.

Θα αλλάξουν τα πράγματα όταν θα αλλάξουν οι άνθρωποι, γεγονός αναπόφευκτο. Και τότε θα αρχίσουμε πάλι από την αρχή. Είμαστε πολύ νέοι για να τρώμε το θανατικό παραμύθι. Αυτή η σχολή μου θυμίζει λίγο το “Θα ανατέλλω” του Γιάννη Αγγελάκα.

Συμφωνείς με την απαισιοδοξία της αποτίμησης των συνεντευξιαζόμενων στο ντοκιμαντέρ σου; Θεωρείς κι εσύ ότι είμαστε όντως ανίκανοι για μια ακαδημία τεχνών ή έστω κινηματογραφική σχολή;

Η απαισιοδοξία προέρχεται κυρίως από την προηγούμενη γενιά. Μας έχουν κληρονομήσει ανάμεσα σε όλα τα άλλα και λίγη από αυτή. Είμαι της άποψης πως όπου γκρεμίζονται σάπια οικοδομήματα φυτρώνουν νέα λουλούδια!

Σε καμία περίπτωση δεν είμαστε ανίκανοι. Το αντίθετο θα έλεγα. Το πρόβλημα είναι ότι εφαρμόζουμε τις ικανότητές σε μη υγιείς κατευθύνσεις. Ο κινηματογράφος στην Ελλάδα μέχρι την δεκαετία το ‘70 είχε την ρετσινιά του λαϊκού θεάματος. Αργότερα την αποδέχτηκαν και ως τέχνη.

Έπρεπε να φτάσουμε το 2004 για να μπει στην Ανώτατη Εκπαίδευση. Κατά τη γνώμη μου τα πάντα είναι θέμα προσώπων. Ε, λοιπόν, υπήρχε η ατυχία να μην βρίσκονται στις κατάλληλες θέσεις τα κατάλληλα πρόσωπα ώστε να ληφθούν οι απαραίτητες αποφάσεις.

To ντοκιμαντέρ έτσι κι αξιοποιηθεί σωστά είναι ένα ισχυρό μέσο μετάδοσης, χειραγώγησης, δυναμικής καταγραφής και αδιαμφισβήτητης τεκμηρίωσης δεδομένων;

Σαν σκηνοθέτης δεν κρύβω πως προτιμώ την μυθοπλασία. Έτσι λοιπόν στο μυαλό μου δεν υφίσταται διαφορά στο ρόλο που παίζουν οι ταινίες μυθοπλασίας και τα ντοκιμαντέρ. Έχει να κάνει πάντοτε με τον διάλογο. Οι ταινίες ανοίγουν παράθυρα σε άλλους κόσμους. Εκεί ταξιδεύεις και στο τέλος γυρίζεις πίσω πλουσιότερος σαν άνθρωπος.

Δεν είμαι της άποψης η τέχνη να στρατεύεται και να εξυπηρετεί άλλους σκοπούς πέρα από την εμπλουτισμό των αόρατων ποιοτήτων του ανθρώπου. Οι ταινίες όπως και όλα τα έργα τέχνης έχουν μεγάλη ζωή και λειτουργίες απρόοπτες από στον καθένα μας. Μας επηρεάζουν αθόρυβα όπως κάνουν και όλα τα όνειρά μας!

Τι πιστεύεις ότι μπορείς να καταφέρεις με το “Champions”;

Να ανοίξω ένα παράθυρο για να μπει καθαρός αέρας!

*Η συνέντευξη δημοσιεύτηκε στο κινηματογραφικό πόρταλ www.sevenart.gr (25-1-12).