30 Απρ 2012

Ένα Κλικ και Ζω


Το λευκό βάφω νύχτα
Οι Χίμαιρες
Σε κάθε εκπνοή
Τις Ερινύες διώχνουν
Φίλοι 
Φόβος
Φαντάσματα
Βαθιά στην γη
Χαμένοι
*Chimere'' βλ. επίσης εδώ
*Ανανέωση κάθε Δευτέρα.

27 Απρ 2012

Tαινίες 26 Απριλίου 2012

Του Νέστορα Πουλάκου 

Αυτή την εβδομάδα κάνουν πρεμιέρα στις αίθουσες πέντε ταινίες, ενώ η πρώτη συγκλονιστική επανέκδοση της σεζόν ακούει στο όνομα “Πατέρας Αφέντης”, η βραβευμένη με Χρυσό Φοίνικα ταινία των αδελφών Ταβιάνι, που επαναπροβάλλεται 35 χρόνια μετά αποκλειστικά στο Άστυ. Βέβαια, τα βλέμματα είναι στραμμένα και στο νέο διαδικτυακό ντοκιμαντέρ “Catastroika” των Άρη Χατζηστεφάνου & Κατερίνας Κιτίδη, που κάνει απόψε την πρεμιέρα του και αναμένεται να συζητηθεί ποικιλοτρόπως. Ταινία της εβδομάδας είναι “Οι Εκδικητές” του Τζος Γουέντον, το πρώτο αστραπομπουμπουνισμένο μπλοκμπάστερ της θερινής περιόδου που προσφέρει αληθινή διασκέδαση σε 3D διαστάσεις. Αξίζει να το δεις, θα το ρουφήξεις και θα το ευχαριστηθείς. Ισάξιου ενδιαφέροντος ταινία, όμως, είναι και ο “Υπουργός”, μεγάλη επιτυχία στη Γαλλία, που δεν προσεγγίζει τόσο τον Νικολά Σαρκοζί όπως είχε αρχικά διαρρεύσει όσο το πρότυπο πολιτικού στη γαλλική κυβέρνηση. Κριτική σου γράφει ο Γωγάκης, που την είδε στο περυσινό Φεστιβάλ Καννών. Να σου τονίσω ό,τι η ταινία έλαβε και το μεγάλο βραβείο του πρόσφατου Φεστιβάλ Γαλλόφωνου Κινηματογράφου της Αθήνας. Με φόρα από το indie & underground arthouse παρελθόν του καταφτάνει ο Ντέιβιντ Μακένζι που σου προσφέρει την ιλουστρασιόν new age “Η Αίσθηση του Έρωτα”, μια sci-fi ιστορία με τον Γιούαν ΜακΓκρέγκορ να ψιλοχάνει τις αισθήσεις του. Κουλτούρα να φύγουμε… Από την άλλη μεριά βέβαια υπάρχει και το Χόλυγουντ να φύγουμε… Μια και οι Ματ Ντέιμον και Σκάρλετ Γιόχανσον μυρίστηκαν “οικογενειακή” αρπαχτή και συμμετέχουν στην ταινία “Ο Ζωολογικός μας κήπος” που σύντομα θα καταλήξει στο dvd club της γειτονιάς σου και στο μεσημεριανό τηλεοπτικό πρόγραμμα σαββατοκύριακου του σαλονιού σου. Μυρίζεται δυσπιστία στην οικογενειακή ευτυχία η Ζυλιέτ Μπινός και προστρέχει στην πορνεία νεαρών φοιτητριών για να μάθει τη ζωή. Όλα αυτά στο “Elles” που διέκρινε από τη μεριά του άλλη δυσπιστία ο Γωγάκης, κατά το πρόσφατο Φεστιβάλ Γαλλόφωνου Κινηματογράφου. Και όσον αφορά την επανέκδοση του “Πατέρα Αφέντη” των αδελφών Ταβιάνι, των οποίων τα αριστουργήματα θα ξαναθυμηθούμε με αφορμή τη Χρυσή Αρκούδα που έλαβαν στο τελευταίο Φεστιβάλ Βερολίνου, σου γράφει η νεαρά κριτικός του SevenArt, Σοφία Καλάγκα.

Οι Εκδικητές (6/10) 

Και εδώ έρχεσαι κι αναφωνείς, επιτέλους ένα μπλοκμπάστερ της προκοπής. Είναι σαν να έβλεπα τον πρώτο “Iron Man”, τότε που ο υπερήρωας της Μάρβελ ενσαρκωμένος από τον εξαιρετικό Ρόμπερτ Ντάουνι Τζούνιορ, σου χάριζε στιγμές απόλαυσης: γέλιου, γοητείας, στυλ και ποπκορν –καλής- μπουμπουνητής διασκέδασης. Και μπορεί η συνέχεια των υπολοίπων ηρώων να μην ήταν η ανάλογη, μπορεί ακόμη να ξεχωρίζει και πάλι ο απίστευτος Ρόμπερτ Ντάουνι Τζούνιορ όπως και ο… Απίθανος Χαλκ από τον Μαρκ Ράφαλο, ο οποίος βέβαια στην ταινία του κάθε άλλο παρά απίθανος ήταν. Μπορεί επιπλέον το σενάριο να φλυαρεί σε στιγμές του και να σε κάνει να βαριέσαι όταν δεν μαζεύονται οι μαντραχαλέοι για να τα σπάσουν… Όμως σε αποζημιώνει η σκηνοθετική συνέπεια του Γουέντον και ο καλός ρυθμός που διατηρεί το φιλμ σε όλη τη διάρκεια του. Επίσης, το καλό επίπεδο των ερμηνειών μια και, ναι, σε αυτό το μπλοκμπάστερ μπορούμε να μιλάμε για δραματουργία και όχι μόνο για εφέ και σπασίματα πλάκας στους εξωγήινους. Ενώ, τα εξαίσια κάλλη της Σκάρλετ Γιόχανσον με τα συγκεκριμένα και προσεγμένα πλάνα που της πρoσφέρει ο σκηνοθέτης, απογειώνουν την ταινία και το δικό σου υπερηρωϊκό μεν σεξουλιάρικο δε φαντασιακό χτυπάει limit up. Είναι μια καλή διασκέδαση, που αξίζει να ακολουθήσεις στις αίθουσες.

Η Αίσθηση του Έρωτα (4/10) 

Δυστυχώς σε αυτή την ταινία, ο Μακένζι κάνει το ίδιο λάθος με τον Ζαν Μαρκ Βαλέ στο δικό του δράμα, το “Café de Flore”. Ιλουστρασιόν αισθητική, σπινταριστή μουσική που επιτείνει το συναίσθημα ωσάν βιντεοκλίπ, υπέροχα πρόσωπα, κορμιά, χαμόγελα, πειράγματα, συμπεριφορές, τρέλα, ενός δυτικού τρόπου ζωής κομ ιλ φο που δεν πείθει για το βαθύ ανθρώπινο πόνο του. Ο Μακένζι των ιδιαίτερων και άκρως πρωτότυπων ταινιών “Νεαρός Αδάμ” και “Ημερολόγιο ενός ρομαντικού ηδονοβλεψία”, μεταχειρίζεται το –υπέροχο σε σύλληψη- σενάριο του Άακεσον με τον πλέον μπαναλιτέ, παρωχημένο τρόπο που προστάζει ο –υποτίθεται- σύγχρονος τρόπος hype κινηματογράφησης. Προφανώς οξύμωρο το σχήμα. Η αρχική σύλληψη, λοιπόν, της σταδιακής απώλειας των αισθήσεων, που οδηγεί στον έρωτα ως τη μόνη σανίδα σωτηρίας σε έναν κόσμο που καταρρέει, μια προφανής ευθεία παραβολή στη ζωή του σημερινού κόσμου, αλλά τελικά δεν αγιάζει μια και η ανθρώπινη ματαιότητα καταστρέφει τη μαγιά, θα μπορούσε να φέρει μια ταινία που θα συγκινήσει το ψαγμένο, βαθιά συναισθηματικό κοινό. Φευ! Η καλοφτιαγμένη ταινία, από άποψη αισθητικής και παραγωγής, τα ωραία πρόσωπα και τα τοπία της καταστροφής (αλά “28 Μέρες Μετά”), έρχονται σε αντιπαράθεση με τους επιφανειακούς και πρόχειρα σχηματισμένους, σχεδόν βαρετούς αν και αρχετυπικούς, χαρακτήρες, όσο και με το χάσιμο της μπάλας, από ένα σημείο και μετά, του σκηνοθέτη ο οποίος δεν ξεδιπλώνει ένα σενάριο που θα μπορούσε και να μην καταλήγει πουθενά, όπως και γίνεται. Θα μπορούσε αλλά δεν είναι καλή ταινία η “Αίσθηση του Έρωτα” παρά τα λίγα προτερήματα της.

 Ο Ζωολογικός μας Κήπος (4/10) 

Με τρεις συντελεστές απορώ γι’ αυτό και μυρίζομαι αρπαχτή. Τον Κάμερον Κρόου πίσω από την κάμερα, και τους Ματ Ντέιμον και Σκάρλετ Γιόχανσον στους πρωταγωνιστικούς ρόλους, μια και η καριέρα τους βρίσκεται σε ένα πολύ καλό σημείο αυτή τη στιγμή για να το ρίχνουν στο all time classic οικογενειακό Χόλυγουντ, που αποδεδειγμένα προσφέρει χασμουρητά, λεφτά, χασμουρητά. Θλιμμένος πατέρας από την απώλεια της γυναίκας του, αν και ιδιαίτερα δημοφιλής στις μαμάδες και στις δασκάλες του σχολείου των παιδιών του, τα παρατάει όλα, παίρνει τα παιδιά του και αράζουν στη φύση όπου θα γνωρίσει αγρότες και την εξής μια αγρότισσα που θα του (ξανα)προσφέρουν τη χαρά της ζωής. Καθώς λέμε συνήθως, ταινία για τα μεσημέρια Σαββάτου και Κυριακής στη μικρή οθόνη, όταν θέλεις, μετά το καλό φαγητό, να χαλαρώσεις για να κοιμηθείς. Εν ολίγοις δεν είναι κανένα έκτρωμα, αντιθέτως πρόκειται για μια προσεγμένη και καλοφτιαγμένη μεν εντελώς τετριμμένη, προβλέψιμη και ανούσια δραμεντί δε. Για παιδιά και μεγάλους που θέλουν να σκοτώσουν την ώρα τους αξιοπρεπώς.

*Τα κείμενα δημοσιεύτηκαν στο κινηματογραφικό πόρταλ www.sevenart.gr (26-4-12).

Στη σημερινή εκπομπή (27/4/12): "One hour before the trip"

Το Vakxikon.gr (Περιοδικό & Εκδόσεις) ξανά στο ραδιόφωνο. Κάθε Παρασκευή στο ClipArt Radio, 4-6 το απόγευμα, ο Μουσικός Προπαγανδιστής Τάσος Ρήτος με την εκπομπή του Τα Κουρέλια Τραγουδάνε Ακόμα, παίζει μουσικές, απαγγέλει ποίηση και μεταδίδει όλα τα βακχικά νέα.
 
Συντονιστείτε. http://www.clipartradio.gr
 
Στη σημερινή εκπομπή (27/4/12): "One hour before the trip"
 
Οι One hour before the trip θα βρίσκονται καλεσμένοι στην εκπομπή Τα κουρέλια τραγουδάνε, σε μια συνέντευξη πριν το ταξίδι. Θα μας μιλήσουν για τον δρόμο τους, τα όνειρά τους, της ανησυχίες τους και τον τελευταίο τους δίσκο #3, όπως επίσης και για το live στις 28 Απρίλίου στο Six D.O.G.S.

Οι One Hour Before The Trip στη σκηνή του Six D.O.G.S, το Σάββατο 28 Απριλίου 2012

Οι One Hour Before The Trip παρουσιάζουν ζωντανά το οπτικοακουστικό τους υλικό το Σάββατο 28 Απριλίου 2012 στη σκηνή του Six D.O.G.S. Για δύο περίπου ώρες θα έχουμε τη δυνατότητα να παρακολουθήσουμε τις μικρές οπτικοακουστικές τους ιστορίες με κομμάτια τόσο από τη νέα τους δουλειά #3 όσο και από τις προγενέστερες #1 και #2. Οι πόρτες ανοίγουν στης 21:00. Ώρα Έναρξης 22:00. Είσοδος 8€. Από το site της μπάντας (www.ohbtt.gr) μπορείτε να κατεβάσετε δωρεάν τη δισκογραφία τους.


One Hour Before The Trip will perform live presenting their visual and accoustic material on Saturday 28th April 2012, at Six D.O.G.S live stage. For approximately 2 hours we will have the chance to enjoy their small stories including tracks from their new album #3 as well as old material from #1 and #2. Doors open at 21.00. Gig starts at 22.00. Tickets from 8 euros.

26 Απρ 2012

Pass2Day | Το Μεράκι του Ραδιοφώνου | #7


Pass2Day. O Διονύσης Κούτρας επιμελείται τη μουσική στήλη του vakxikon.blogspot.com. Kάθε Πέμπτη στο blog γράφει για μουσική. Και κάθε Σάββατο στον Eclectic Radio του Ash in Art, 2-5 το μεσημέρι, παίζει μουσική και μιλάει γι' αυτήν.

Συντονιστείτε http://www.ashinart.com/

*
 
Σε προηγούμενο άρθρο έγραψα ότι η μουσική είναι η ζωή μας και οι μεταπτώσεις της την επηρεάζουν, άρα και το ραδιόφωνο ως μέσο επικοινωνίας είναι η ζωή μας. Πολλές φορές, όλοι εμείς έχουμε χαρακτηριστεί ως "ρομαντικοί" με την αρνητική έννοια. Εμείς οι λίγοι ρομαντικοί, που έχουμε πάει κόντρα στην τηλεόραση, προσπαθούμε να μείνουμε σ' ένα μουσικό δρόμο, ο οποίος να μην υποτιμά τη νοημοσύνη μας αλλά και αυτό που ακούνε τ' αυτιά μας. Το ραδιόφωνο, τα παλιότερα χρόνια, ήταν η καλύτερη παρέα. Σήμερα τα πράγματα έχουν αλλάξει. Μπορεί στο ραδιόφωνο να βελτιώθηκε η ποιότητα του ήχου, όμως η μουσική που παίζεται σήμερα το παρασύρει στον ξεπεσμό και την απαξίωση. Στηρίζεται αποκλειστικά και μόνο στην εμπορικότητα των κομματιών καθώς ο κάθε σταθμός προμοτάρει καλλιτέχνες και κομμάτια από μεγάλες δισκογραφικές εταιρείες, οι οποίες έχουν δώσει ένα χρηματικό ποσό ή χορηγία για να παίζονται αυτά.

Είναι αυτό ποιότητα; Είιναι αυτό εμπορικότητα; Έχω αναφέρει πάλι και θα το λέω συνέχεια ό,τι η εμπορικότητα είναι συνυφασμένη με την ποιότητα μόνο όταν καλλιτέχνες και τραγούδια μπορούν ν' αντέξουν στη διάρκεια του χρόνου. Το ραδιόφωνο, εκτός από μουσική, είναι και μέσο επικοινωνίας. Όταν δεν υπήρχε η τηλεόραση, το ραδιόφωνο κυριαρχούσε στις ζωές των ανθρώπων. Τους κρατούσε συντροφιά, τους ενημέρωνε, τους διασκέδαζε. Η μουσική και η φωνή του ραδιοφώνου δίνουν υλικό στις φαντασίες των ακροατών. Οι μέρες του ραδιοφώνου άρχισαν να ξεθωριάζουν. Χρειάζεται περίσσια τέχνη, ταλέντο στην επικοινωνία για ν' ακούγεσαι ευχάριστα και να μπορείς να συνδυάζεις το λόγο με την μουσική. Χρειάζεται μουσική παιδεία και όχι ημιμάθεια. Δυστυχώς λίγοι άνθρωποι έχουν αυτό το συνδυασμό σήμερα.

Χρειάζεται ένα πραγματικό μεράκι, θέληση, ενδιαφέρον, κι όχι μια στείρα απομίμηση. Μένει απλώς ν' αφεθούμε, θα έλεγα να απελευθερωθούμε σε νέα ακούσματα… Το ραδιόφωνο είναι από μόνο του μια πράξη αγάπης για τη μουσική. Ανυπομονώ για τη στιγμή που θ' ανοίξω το ραδιόφωνο και δεν θα παίξει Dildo μετά από Mano Chao ή Σακίρα πρίν από Laibach. Που δεν θα ανυπομονώ να τελειώσει το τραγούδι τρεμάμενος από φόβο για το επόμενο. Θέλω να είναι κάθε μέρα ένα θέμα, ένας κόσμος μικρός, προσωπικός, μ' ένα χρώμα, έναν αέρα, ένα άρωμα, που θα ξεφτίζει με την ανατολή του ήλιου. 

Σαν one night stand sex που φεύγοντας ξέρεις για ποιον λόγο έγιναν όλα αυτά…

*

Ο πρώτος ραδιοφωνικός σταθμός  βγήκε στον αέρα το 1909, στο  San Jose στην Καλιφόρνια. Εκατό και κάτι χρόνια αργότερα, ο σταθμός ονομάζεται KCBS στο San Francisco. Δύο καθηγητές από το πανεπιστήμιο του San Jose έκαναν την έρευνα και είπαν την ιστορία τους σε βιβλίο.

 Δείτε λεπτομέρειες εδώ.

25 Απρ 2012

"Τα πάντα απο-ρήτος / History of music and poetry : Lust for Life" - No 14

Photo downloaded by  http://www.bukowskigallery.com

Written by David Bowie & Iggy Pop


Here comes Johnny Yen again
With the liquor and drugs
And a flesh machine
He's gonna do another strip tease

Hey man, where'd you get that lotion?
I've been hurting since I bought the gimmick
About something called love
Yeah, something called love
Well, that's like hypnotising chickens

Well, I'm just a modern guy
Of course, I've had it in the ear before
'Cause of a lust for life
'Cause of a lust for life

I'm worth a million in prizes
With my torture film
Drive a G.T.O.
Wear a uniform
All on government loan

I'm worth a million in prizes
Yeah, I'm through with sleeping on the sidewalk
No more beating my brains
No more beating my brains
With the liquor and drugs
With the liquor and drugs

Well, I'm just a modern guy
Of course, I've had it in my ear before
'Cause, of a lust for life (lust for life)
'Cause of a lust for life (lust for life, oooo)
I've got a lust for life (oooh)
Got a lust for life (oooh)
Oh, a lust for life (oooh)
Oh, a lust for life (oooh)
A lust for life (oooh)
I got a lust for life (oooh)
Got a lust for life

Well, I'm just a modern guy
Of course, I've had it in my ear before
'Cause I've a lust for life
'Cause I've a lust for life.

Well, here comes Johnny Yen again
With the liquor and drugs
And a flesh machine
I know he's gonna do another strip tease

Hey man, where'd ya get that lotion?
Your skin starts itching once you buy the gimmick
About something called love
Oh Love, love, love
Well, that's like hypnotising chickens.

Well, I'm just a modern guy
Of course, I've had it in the ear before
And I've a lust for life (lust for life)
'Cause I've a lust for life (lust for life)
Got a lust for life
Yeah, a lust for life
I got a lust for life
Oh, a lust for life
Got a lust for life
Yeah a lust for life
I got a lust for life


Στις 25 Απριλίου του 1719 o Ροβινσώνας Κρούσος παίρνει «σάρκα και οστά» μέσα από την πένα του Ντάνιελ Ντεφό.

Ο Ροβινσώνας Κρούσος είναι μυθιστόρημα το οποίο εκδόθηκε για πρώτη φορά το 1719. Επιστολικό, εξομολογητικό και διδακτικό στη μορφή του, το βιβλίο είναι μία φανταστική αυτοβιογραφία του ομώνυμου χαρακτήρα -ενός ναυαγού που πέρασε 28 χρόνια σε ένα απομακρυσμένο τροπικό νησί κοντά στο Τρινιντάντ, αντιμετωπίζοντας κανίβαλους, αιχμαλώτους και στασιαστές πριν διασωθεί.

Η ιστορία είναι ίσως επηρεασμένη από τον Αλεξάντερ Σέλκιρκ, έναν Σκωτσέζο ναυαγό που έζησε για τέσσερα χρόνια σ' ένα νησί του Ειρηνικού, το "Μας α Τιέρα" (το 1966 μετονομάστηκε σε Ροβινσών Κρούσο), που βρίσκεται στο αρχιπέλαγος Χουάν Φερνάντεζ στη Χιλή. Οι λεπτομέρειες του νησιού του Ροβινσώνα Κρούσου κατά πάσα πιθανότητα βασίστηκαν στο νησί Τομπάγκο στην Καραϊβική Θάλασσα, δεδομένου ότι αυτό το νησί βρίσκεται σε μικρή απόσταση βόρεια από τις ακτές της Βενεζουέλας, κοντά στις εκβολές του ποταμού Ορινόκου, και είναι ορατό από το Τρινιντάντ. Ο Ροβινσώνας Κρούσος ήταν το πρώτο σημαντικό λογοτεχνικό έργο του οποίου η ιστορία ήταν ανεξάρτητη από μυθολογίες, θρύλους ή προηγούμενη βιβλιογραφία.

Στις 25 Απριλίου του 2007 απονέμονται τα βραβεία του λογοτεχνικού περιοδικού «Διαβάζω». Βραβείο Μυθιστορήματος αποδόθηκε στον Αντώνη Σουρούνη για το βιβλίο «Το Μονοπάτι της Θάλασσας» και Βραβείο Ποίησης αποδόθηκε στη Θεώνη Κοτίνη για το βιβλίο «Ανίδεοι Πάλι».

Μαζί σου έμαθα απλότητα
έμαθα της φωνής σου τους καιρούς
τον ύπνο σου το μεσημέρι
έμαθα τη λήθη των κορμιών που αγκαλιάζονται
το αρχίνισμα της μέρας όταν γυρνάς στο σπίτι
την άφεση του στήθους που σε γνωρίζει ολόκληρο.
Έμαθα την επάρκεια της παρουσίας
το εδώ του χρόνου.
Μαζί σου έμαθα τον πόλεμο
έμαθα άμυνες και τακτικές
σιωπές αντίδοτα αλήθειας
σκληρή εξουσία.
Έμαθα το άλλοθι των ευγενών προθέσεων
την έπαρση του δυνατού
εκδίκηση του νικημένου.
Μαζί σου διδάχτηκα απώλεια
ενέργειες παραβατικές
και τιμωρία.

Στις
25 Απριλίου του 1917 γεννήθηκε η Έλα Φιτζέραλντ. Ήταν αμερικανίδα τραγουδίστρια της τζαζ η οποία πέθανε στις 15 Ιουνίου του 1996. Στη διάρκεια της σταδιοδρομίας της κέρδισε 14 βραβεία Γκράμι και γνώρισε πολυάριθμες τιμητικές διακρίσεις, μεταξύ των οποίων ξεχωρίζουν οι απονομές του Εθνικού Μεταλλίου Τέχνης το 1987 και του Προεδρικού Μεταλλίου της Ελευθερίας τον Δεκέμβριο του 1992.

Σ
τις 25 Απριλίου του 1940 γεννήθηκε ο αμερικανός ηθοποιός Αλ Πατσίνο. Γεννήθηκε στο Μπρονξ της Νέας Υόρκης από Ιταλούς γονείς. Ο παππούς του καταγόταν από το Κορλεόνε της Σικελίας. Είναι από τους λίγους ηθοποιούς του Χόλυγουντ που δεν έχει παντρευτεί ποτέ, αλλά παρόλα αυτά έχει μια κόρη με την ηθοποιό Τζούλι Μαρί και δίδυμα με την ηθοποιό Μπέβερλυ Ντ' Άντζελο.

Φιλμογραφία:

1969 Me, Natalie  
1971 The Panic in Needle Park  
1972 The Godfather (Ο Νονός)  
1973 Scarecrow  
1973 Serpico (Σέρπικο)  
1974 The Godfather Part II (Ο Νονός ΙΙ)  
1975 Dog Day Afternoon  
1977 Bobby Deerfield  
1979 ...And Justice for All  
1980 Cruising  
1982 Author! Author!  
1983 Scarface (Σημαδεμένος
1985 Revolution  
1989 The Local Stigmatic  
1989 Sea of Love  
1990 Dick Tracy  
1990 The Godfather Part III (Ο Νονός ΙΙΙ)  
1991 Madonna: Truth or Dare 1991 Frankie and Johnny  
1992 Glengarry Glen Ross  
1992 Scent of a Woman (Άρωμα Γυναίκας)  
1993 Carlito's Way 1994 Jonas in the Desert  
1995 Two Bits  
1995 Heat (Ένταση)  
1996 City Hall  
1996 Looking for Richard  
1997 Pitch  
1997 Donnie Brasco  
1997 Devil's Advocate (Ο Δικηγόρος του Διαβόλου)  
1999 The Insider  
1999 Any Given Sunday  
2000 Chinese Coffee  
2002 Insomnia  
2002 S1m0ne  
2002 People I Know  
2003 The Recruit (Η Δοκιμασία)  
2003 Gigli  
2003 Angels in America  
2004 The Merchant of Venice 
2005 Two for the Money (Όλα για τα λεφτά)  
2006 88 Minutes (88 λεπτά)  
2006 Torch  
2007 Rififi  
2007 Ocean's Thirteen  
2008 Righteous kill  
2010 You Don't Know Jack  
2011 Salome  
2011 Son of No One  
2011 Jack & Jill

24 Απρ 2012

Συνέντευξη του Κώστα Καπάκα

Στον Νέστορα Πουλάκο 

Ελάχιστα πριν τα 60 του, ο Κώστας Καπάκας, έμπειρος και πολυβραβευμένος σκηνοθέτης που έζησε στο πετσί του τον ελληνικό κινηματογράφο της κρατικής επιχορήγησης, επανέρχεται με το “Magic Hour”, μια ταινία που γυρίστηκε μεταξύ φίλων, με ελάχιστα χρήματα από ιδιωτικούς πόρους και το αυτοσχεδιαστικό του μεγαλείο να ξεδιπλώνεται σε όλη τη διάρκεια του. 

Το “Magic Hour” συμπληρώνει την τριάδα ταινιών του Καπάκα με αγγλόφωνο τίτλο (οι άλλες είναι το “Peppermint”-1999 και το “Uranya”-2006), και χωρίς να είναι ιστορία εποχής σαν τις προηγούμενες, μιλάει για το τώρα και γίνεται τόσο επίκαιρη όσο δεν φαντάζεσαι. Δυο άντρες σε κρίση υπαρξιακή, βιώνουν την κρίση την κοινωνική και την οικονομική και αυτοσχεδιάζουν για ν’ αντέξουν, όπως ακριβώς κάνει το ελληνικό σινεμά τα τελευταία χρόνια. 

O Κώστας Καπάκας μίλησε στο SevenArt για το “Magic Hour”, το οποίο έκανε την πρεμιέρα του στο 52ο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης, και βγαίνει από αύριο στις αίθουσες σε διανομή Feelgood Entertainment. 

Με αφορμή την κρίση… 

Έγινε το “Magic Hour”. Η ελληνική κρίση, η κοινωνική και η οικονομική. Η κρίση του ελληνικού σινεμά, και γι’ αυτό οι διάφορες, σατυρικού τύπου, αναφορές. Αυτές οι… κρίσεις αποτέλεσαν το ερέθισμα μου για να γράψω το σενάριο της ταινίας. Το οποίο και μπόλιασα με πολλές αυτό-αναφορές, ως άνθρωπος του σινεμά που βιώνει αυτό το χάος που επικρατεί. Η ταινία μου μπορεί και να ιδωθεί ως μια κριτική, με πολύ χιούμορ, σε αυτά που συμβαίνουν τώρα στο σινάφι μας. Πέρα από αυτό όμως μιλάει για δύο άντρες της εποχής μας: ο ένας (Ρένος Χαραλαμπίδης) βιώνει μια έντονη υπαρξιακή κρίση. Και ο άλλος (Τάσος Αντωνίου), αν και κάποτε “τακτοποιημένος”, είναι πλέον θύμα της οικονομικής κρίσης. Η οποία εν συνεχεία μεταφέρεται και στην προσωπική του ζωή. 

Σκοπός είναι το χαμόγελο… 

Και από κει και πέρα ότι αισθανθεί ο κάθε θεατής. Όταν έγραφα το σενάριο σχεδίαζα μια ταινία που μπορεί να προκαλέσει στον θεατή γέλιο ακόμη και αν συμβαίνει κάτι πραγματικά σοβαρό. Γι’ αυτό κιόλας, στη διάρκεια των γυρισμάτων, άφησα τους δυο ηθοποιούς ν’ αυτοσχεδιάσουν ώστε ν’ αποτυπωθεί στην οθόνη κάτι το πηγαίο, το άμεσο, το αυθόρμητο, με μπροστάρη τον Ρένο Χαραλαμπίδη που είναι και πιο έμπειρος. 

Δεν κυνήγησα καμία επιχορήγηση… 

Δεν υπήρχε και λόγος άλλωστε. Ούτε καν προσπάθησα. Οι άνθρωποι στο Ελληνικό Κέντρο Κινηματογράφου δεν κοροϊδεύουν, δεν έχουν όντως χρήματα για να διαχειριστούν. Βέβαια, πρέπει όλοι να αναλογιστούν τι λόγο ύπαρξης έχει ένας δημόσιος οργανισμός που πληρώνει μόνο το προσωπικό του χωρίς να προσφέρει ουσιαστικά. Δεν λέω να κλείσει, μη φτάσουμε και σε αυτό το σημείο. Όμως πρέπει να γίνει κάτι και όχι να βρίσκεται συνεχώς σε αυτό το μεταβατικό στάδιο, χωρίς συγκεκριμένη πολιτική, και φυσικά χωρίς ένας υπουργός ν’ αναλαμβάνει το όποιο πολιτικό κόστος. Μετά την πρεμιέρα του “Magic Hour” στο 52ο Φ.Κ.Θ. τον περασμένο Νοέμβριο, συμμετείχα στις επιχορηγήσεις για τις έτοιμες ταινίες του Ε.Κ.Κ. Η ταινία εγκρίθηκε από το δ.σ., βέβαια λεφτά δεν έχω δει ακόμη στο λογαριασμό μου. 

 Το “Magic Hour” ήταν άμεση ανάγκη μου… 

Και γι’ αυτό δεν ακολούθησα τον “παλιό” τρόπο για τη δημιουργία του. Δε μπήκα στη διαδικασία να “τρέξω” τη συνηθισμένη διαδικασία, καθότι θα έχανα χρόνο χωρίς και να κάνω τελικά την ταινία, καταπώς φαίνεται. Επομένως, με μικρό, σχεδόν αστείο, μπάτζετ λες και κάνεις μικρού μήκους ταινία, πολλούς φίλους στο επιτελείο, και σε μόλις 25 μέρες γύρισα το “Magic Hour”. Είχαμε διάθεση, κέφι, αυτοσχεδιάσαμε, κι αυτή η αμεσότητα μάς έβγαλε κερδισμένους. 

Και η φεστιβαλική του πορεία… 

Θα είναι αυτή που του πρέπει. Έχω στείλει την ταινία σε φεστιβάλ του εξωτερικού και περιμένω απαντήσεις. Για μένα, ουσιαστικά, το “Magic Hour” κλείνει τον κύκλο του μετά κι από αυτή την περιορισμένη διανομή του στις αίθουσες. Ήδη από το Φ.Κ.Θ. έχει τελειώσει για μένα η ταινία: Νιώθω τόσο απογοητευμένος για το πώς άλλαξαν τα πράγματα στο ελληνικό σινεμά, όσο και ανακουφισμένος που έκανα εντέλει την ταινία. Όσο για το Φ.Κ.Θ.: Δεν έγινε καλύτερο. Από τη μια μεριά, διαθέτει καλύτερη οργάνωση και ένα πνεύμα εξορθολογισμού των παλιών κακώς κειμένων. Από την άλλη μεριά, το ελληνικό τμήμα σα να χάθηκε… 

*Η συνέντευξη δημοσιεύτηκε στο κινηματογραφικό πόρταλ www.sevenart.gr, στις 18 Απριλίου 2012.

23 Απρ 2012

Ένα Κλικ και Ζω


Κρεβάτι διάπυρο
Το θήλυ
Λυσσασμένη σκύλα
Κυνηγά την ηδονή
Ο Διάβολος
Στα σκέλια της ανάμεσα
Λαγνεία σαν σκορπά
Πάντα χαμογελάει
*"Chimere'' βλ. επίσης εδώ
*Ανανέωση κάθε Δευτέρα.

Συνέντευξη του Γιώργου Παπαϊωάννου

Στον Νέστορα Πουλάκο 

Ήταν από τα highlights του 52ου Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης, τον περασμένο Νοέμβριο. Πιτσιρικάδες από τη Θεσσαλονίκη φτιάχνουν την απόλυτη handmade σάτιρα για τα καλώς ή κακώς κείμενα της πόλης τους. Ο γύρος, ο Ψωμιάδης, ο ΠΑΟΚ, η θρησκεία, τα Σκόπια, ο Άγιος Δημήτριος, ο φραπέ, είναι μερικά από τα σύμβολα της πόλης που πέρασαν από το μπλέντερ του Γιώργου Παπαϊωάννου και της παρέας του. 

Τόσο σωστά μελετημένα είναι η νοοτροπία και τα καθημερινά ειωθότα της Θεσσαλονίκης, ώστε ο “Σούπερ Δημήτριος” είναι μια καλά στοχευμένη και στιβαρή κωμωδία, όπου το γέλιο βγαίνει αβίαστα. Επομένως, το Βραβείο Κοινού στο 52ο ΦΚΘ ήταν κάτι αναμενόμενο, ενώ το Τιμητικό Βραβείο Μιχάλης Κακογιάννης έφερε μεταξύ άλλων και τη διανομή της ταινίας στην κινηματογραφική αίθουσα του Ιδρύματος Μιχάλης Κακογιάννης, από αυτή την Πέμπτη. 

Ο νεαρός σκηνοθέτης του “Σούπερ Δημήτριου”, Γιώργος Παπαϊωάννου, μίλησε στο SevenArt γι’ αυτή την άκρως πρωτότυπη σάτιρα του. 

Πάντοτε η αρχική ιδέα παρουσιάζει ενδιαφέρον. Από πού προέκυψε ο “Σούπερ Δημήτριος”; Τι ήταν αυτό που σε ιντρίγκαρε για να γυρίσεις την ταινία; 

To 2007 και ενώ ως OTiNaNAi Productions δουλεύαμε πάνω σ’ ένα διαφορετικό σενάριο, ένας από τους χαρακτήρες της πλοκής άρχισε να δείχνει περισσότερες δυνατότητες ανάπτυξης και να κερδίζει το ενδιαφέρον, σε σχέση με τους υπόλοιπους. Ο χαρακτήρας αυτός ήταν ο Σούπερ Δημήτριος. Έτσι, με συνοπτικές διαδικασίες, το παλιό σενάριο εγκαταλείφθηκε και χτίστηκε σιγά σιγά η ιστορία του προστάτη-υπερήρωα της Θεσσαλονίκης. Πάντα θέλαμε να κάνουμε μια ταινία για την πόλη και όταν έπεσε αυτή η ιδέα στο τραπέζι ενθουσιάστηκα και πίστεψα πως ήταν καταπληκτικός ο συνδυασμός: μια ματιά του βορειοελλαδικού γίγνεσθαι μέσω του σουπερ-ηρωικού πρίσματος. 

Χαρακτηρίζω τον “Σούπερ Δημήτριο” ως μια υπέρ-ηρωική σάτιρα που καυτηριάζει ήθη, πρόσωπα και έθιμα της Θεσσαλονίκης. Θεωρείς, λοιπόν, ότι ενδείκνυται η πόλη για σάτιρα, κριτική και σχολιασμό; 

Σωστά τον χαρακτηρίζεις και επιπλέον είναι και μια καθαυτή σάτιρα στις υπέρ-ηρωικές ταινίες, με βασική αναφορά στον “Superman” του Ρίτσαρντ Ντόνερ. Δεν νομίζω ότι ενδείκνυται η πόλη συγκεκριμένα, αλλά ότι “έδεσε” πολύ ωραία το τρίπτυχο: δήμαρχος, παπάς, αστυνόμος που δανειστήκαμε από την τηλεοπτική σειρά “Μπάτμαν” των ‘60s με τον Άνταμ Γουέστ. Με τη σημερινή κατάσταση, τα πάντα γύρω μας ενδείκνυνται για σάτιρα. Τον καιρό μάλιστα που η ταινία συμμετείχε στο 52ο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης είχαμε την τραγελαφική παραίτηση Παπανδρέου. 

Ο Σούπερ Δημήτριος εναντίον του Κάπτεν Φ.ΡΟΜ. Ποια είναι η δική σου θέση για τη διαμάχη αυτή, και την περιβόητη ονομασία που οδηγεί ακόμη και σε διπλωματικό επεισόδιο; 

Ο χαρακτήρας προέκυψε από τα χαρακτηριστικά του Σούπερ Δημητρίου, είναι δηλαδή ο κακός που θα άξιζε σε ένα τέτοιο ύπερ-ήρωα. Η ταινία δεν έχει πολιτική χροιά και χρησιμοποιεί την υπόθεση αυτή ως ακόμα ένα στοιχείο της πόλης. Προσωπικά νομίζω πως είναι ένα πρόβλημα που πρέπει να λυθεί και πώς του έχει δοθεί περισσότερη σημασία από όσο πρέπει. Εξυπηρετεί αρκετούς να υπάρχει ένταση στην περιοχή και να αποπροσανατολίζεται ο κόσμος από τα πραγματικά προβλήματα (και από τις δύο πλευρές). 

Πιστεύεις ότι η Θεσσαλονίκη είναι μια πόλη βαθιά συντηρητική; Και αν ναι, γιατί να ισχύει αυτό; Έχει από κάπου τις ρίζες της αυτή η στάση ζωής των κατοίκων της πόλης; 

Σ’ ένα βαθμό ναι. Αλλά δεν είναι καθολικός ο συντηρητισμός. Έχει έναν είναι ιδιαίτερο χαρακτήρα. Μετά τον Εμφύλιο και όταν τα βόρεια σύνορα έκλεισαν, η πόλη έχασε τον κοσμοπολίτικο χαρακτήρα της. Από βαλκανική πρωτεύουσα μετατράπηκε σ’ ένα μεγάλο ελληνικό επαρχιακό κέντρο. Αποδέχτηκε το ρόλο της και εγκλωβίστηκε στο “πατρίς-θρησκεία-οικογένεια”. Νομίζω, όμως, πως πλέον η κοινωνία της έχει αρχίσει και αντιδρά. Τώρα που καταρρέει και το σάπιο πολιτικό σύστημα είναι μια καλή ευκαιρία. 

Αν γινόσουν δήμαρχος (ή περιφερειάρχης) τι θα άλλαζες αμέσως στην περιοχή; 

Θα έβαζα τον Σούπερ Δημήτριο προϊστάμενο στην Τεχνική Υπηρεσία του Δήμου. Το φαντάζεσαι; Θα μεταφερόταν, επιτέλους, η Διεθνής Έκθεση έξω από το κέντρο και θα τελείωνε το Μετρό το πολύ σε καμία εβδομάδα. 

Είσαι αυτοδίδακτος κινηματογραφιστής. Γιατί δεν επιδίωξες να σπουδάσεις σινεμά σε μια σχολή; Δεν σε ενδιέφερε ή θεωρείς περιττές τις σπουδές; 

Δεν θεωρώ απαραίτητες τις κινηματογραφικές σπουδές αλλά όχι και περιττές. Θα ήθελα να σπουδάσω αλλά δεν το επέτρεψαν οι συνθήκες. Το μικρόβιο μου μπήκε για τα καλά στα 19 μου και ενώ είχα ήδη μπει στο Πολυτεχνείο. Παράλληλα, λοιπόν, με τις σπουδές μου άρχισα να ασχολούμαι ερασιτεχνικά και ότι έμαθα ήταν στην πράξη και από πληροφορίες στο διαδίκτυο. Από την άλλη μεριά, βρισκόμαστε και σε μια χώρα που το Τμήμα Κινηματογράφου Α.Π.Θ. δημιουργήθηκε το 2004. Μεγάλωσα σε μικρομεσαία οικογένεια και αν έχεις δει τα δίδακτρα των καλών σχολών κινηματογράφου του εξωτερικού, είναι απαγορευτικά. 

Η low budget παραγωγή του “Σούπερ Δημήτριου”, κι αυτή η DIY ή guerilla κινηματογράφηση που προωθείς, είναι το μέλλον για τη δημιουργία μιας ταινίας ή μια ανάγκη της εποχής λόγω και των οικονομικών συνθηκών που επικρατούν; 

Σίγουρα, οι δύσκολες οικονομικές συνθήκες οδηγούν από ανάγκη αρκετούς σκηνοθέτες σε DIY λύσεις. Για εμάς, ήταν ο μόνος τρόπος που είχαμε για να γυρίσουμε την ταινία. Όταν ξεκινήσαμε, θυμάμαι ότι έλεγα χαρακτηριστικά, “…αν είχαμε χρήματα θα ήθελα να τραβούσαμε με 16mm Technicolor. Να βγει η ταινία Κωνσταντάρας με εφέ…”. Από την άλλη μεριά, όσο προχωράει η τεχνολογία, γίνεται πιο προσιτό ένα κινηματογραφικό αποτέλεσμα με χαμηλό προϋπολογισμό και αυτό είναι πολύ καλό για το νέο δημιουργό. Ένα χρόνο αφού ξεκινήσαμε την ταινία, ξέσπασε το DSLR κίνημα που είδες τι αποτέλεσμα έχει φέρει. Άρα θα σου απαντήσω ότι είναι και τα δύο: και ανάγκη αλλά και θα παίξει σημαντικό ρόλο στο μέλλον του κινηματογράφου. 

Αν ζητούσες από το Ελληνικό Κέντρο Κινηματογράφου και την ΕΡΤ χρηματοδοτήσεις για τον “Σούπερ Δημήτριο”, πιστεύεις ότι θα είχες θετική ανταπόκριση; 

Προσπάθησε να φτιάξεις την εξής εικόνα στο μυαλό σου: εμένα να μπαίνω στο γραφείο του Γενικού Διευθυντή του Ε.Κ.Κ., να κάθομαι σε μια καρέκλα απέναντι του και να λέω: “Γεια σας, θέλουμε να κάνουμε μια ταινία με τον Σούπερ Δημήτριο… Ο οποίος πετάει και ρίχνει λέιζερ από τα μάτια… Και δουλεύει ως δημοσιογράφος στη Χρυσή Ιερουσαλήμ… Και μετά θα έρχεται ο Κάπτεν Φ.ΡΟΜ με ένα δορυφόρο και θα χτυπάει τον Λευκό Πύργο….”. Τώρα φαντάσου το πρόσωπο του Γενικού Διευθυντή. Ορίστε η απάντηση στην ερώτηση σου. 

Έχεις κάνει πολλές ψηφιακές μικρού μήκους ταινίες, οι οποίες -μόνο από τους τίτλους τους- παραπέμπουν στη σάτιρα και το χιούμορ. Δεν σε ενδιαφέρει να καταπιαστείς με ζητήματα κοινωνικά, με δράματα και ερωτικές ιστορίες, ή με θέματα που περνούν πολιτικά μηνύματα; 

Με ενδιαφέρει πάρα πολύ και στο μέλλον θα προσπαθήσω σίγουρα να κάνω κάτι διαφορετικό. Εκτός από τα φιλμάκια της OTiNaNAi έχω γυρίσει μουσικά βίντεο και έχω ασχοληθεί και με visuals συναυλιών για τα συγκροτήματα Sleepin Pillow, 2L8 και Gravity Says I. Κινηματογραφικά όμως ότι έχω κάνει μέχρι σήμερα ήταν στα πλαίσια της OTiNaNAi Productions και η ομάδα λειτουργεί αποκλειστικά με βάση το χιούμορ, την “ακατάσχετη τρόμπα” όπως χαρακτηριστικά λέμε μεταξύ μας. 

Πόσο αναμενόμενο θεωρούσες το βραβείο κοινού στο 52ο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης; 

50/50. Εννοείτε πως όλοι στην ομάδα πιστεύαμε ότι υπάρχει ένα πλεονέκτημα παρουσιάζοντας μια ταινία για τη Θεσσαλονίκη, αλλά δεν ήμασταν σίγουροι ότι θα αρέσει στο κοινό και ότι θα μας βαθμολογήσει θετικά. Ευτυχώς πήγαν όλα καλά και χαρήκαμε πάρα πολύ. Η ταινία δε μας κόστισε τίποτα σε χρήμα αλλά δε φαντάζεσαι πόσο σε προσωπικό χρόνο. 

Και η τελευταία ερώτηση μου είναι κλασική: Έχεις επόμενα κινηματογραφικά σχέδια; 

Υπάρχουν αρκετά σενάρια για καινούργιες ψηφιακές μικρού μήκους ταινίες με την OTiNaNAi Productions. Μόλις τελειώσουμε με τις προβολές του “Σούπερ Δημητρίου” θα ξεκινήσουμε. Σε προσωπικό επίπεδο, σχεδιάζουμε με μια φίλη την πολύ ωραία ιδέα της για μια μικρού μήκους ταινία, και θέλω κάνω και ένα μουσικό βίντεο για το συγκρότημα του Παρασκευά (Κάπτεν Φ.ΡΟΜ), τους Meanwhile in Mexico. Το μόνο σίγουρο είναι ότι δεν θα σταματήσω να κάνω πράματα. 

*Η συνέντευξη δημοσιεύτηκε στο κινηματογραφικό πόρταλ www.sevenart.gr, στις 17 Απριλίου 2012.

22 Απρ 2012

Από το βιβλίο στην οθόνη: Δεσμά Αίματος

Του Νέστορα Πουλάκου 

Πρόσφατα έφτασε στα χέρια μου το μυθιστόρημα της Μαρίας Πάουελ, “Δεσμά Αίματος”. Αυτή τη φορά είχε συμβεί το εξής παράδοξο: Είχα πρώτα δει την ταινία του Νίκου Παναγιωτόπουλου, η οποία εξακολουθεί να προβάλλεται στο Αθήναιον. Και είχα συνομιλήσει με τον πολυβραβευμένο σκηνοθέτη για τη σχέση βιβλίου-κινηματογράφου, αλλά και για τη δική του επαφή με το μυθιστόρημα της Μαρίας Πάουελ. 

Τα “Δεσμά Αίματος”, που κυκλοφορούν από τις Εκδόσεις Κέδρος (πρώτη έκδοση: 2003), τα “ρούφηξα” σε ένα σαββατοκύριακο. Οι –μόλις- 183 σελίδες κύλησαν σα νερό. Ο Παναγιωτόπουλος είχε δίκιο: πρόκειται για μια ιστορία στα όρια, που παίζει με τα ανθρώπινα παράδοξα, και κινείται στα άκρα. Πρόκειται για ένα ερωτικό θρίλερ, απολύτως συνεπές στο είδος, που διαθέτει σκληρό ύφος, μεγάλες δόσεις κυνισμού, και μιλάει εντόνως ψυχρά για τον γυναικείο ψυχισμό, ο οποίος –συνήθως- περιλούζεται με μπόλικο ρομάντζο. 

Και, όντως, πρόκειται για κινηματογραφική ιστορία. Αυτό το οδοιπορικό ψυχής της Μαργαρίτας, που μετουσιώνεται σε ένα οδοιπορικό αναζήτησης της χαμένης πατρικής φιγούρας στη Βόρεια Ελλάδα, προκαλεί ενδιαφέρον και αναπαριστά τα συμπλέγματα και τους φόβους, τις ψυχώσεις και τις νευρώσεις, που βιώνουμε άπαντες στη σύγχρονη κοινωνία των γρήγορων ρυθμών και του άγχους. 

Ο δύσκολος πατέρας, οι εφήμεροι εραστές με τα ονόματα-κεφαλαία γράμματα, ο σκοτεινός –εντέλει- ένας που της κερδίζει το ενδιαφέρον και την καρδιά, ο οποίος φέρει τον πατρικό αέρα αλλά και πολύ κακές συνήθειες συνάμα (τζόγος, γυναίκες), ανακατεύονται στο μυαλό και την ψυχή της σέξι αεροσυνοδού, που παρατηρεί τη ζωή της να περνά και να χάνεται, έτσι στο φτερό. Παρά τις σκέψεις και τις εντρυφήσεις στο μέσα της, παρά τις αναζητήσεις και τα υπαρξιακά της, τα αδιέξοδα παραμένουν. 

Κι, όπως, μου είπε ο Παναγιωτόπουλος, “το ομώνυμο βιβλίο της Μαρίας Πάουελ με συγκίνησε γιατί, για πρώτη φορά, διάβαζα μια γυναίκα να γράφει έτσι για τις γυναίκες. Ψυχρά και κυνικά. Συνήθως οι αφηγήσεις τους βρίθουν ρομαντισμό. Ενώ σε αυτή την ιστορία διαβάζεις για πράγματα, τα οποία είτε τα φοβάσαι είτε τα ντρέπεσαι. Για μένα αυτή είναι καλή λογοτεχνία. Ο αποστασιοποιημένος λόγος της Πάουελ μου έκανε εντύπωση. Κι έτσι γύρισα μια πολύ ιδιαίτερη γυναικεία ταινία, που δεν έχει να κάνει βέβαια με τον όρο “γυναικεία” όπως έχει διαμορφωθεί σήμερα”. 

 Και συνεχίζει, για τη σχέση του κινηματογράφου με το βιβλίο, “δεν είναι άρρηκτη η σχέση λογοτεχνίας-κινηματογράφου. Και να μην υπήρχε το βιβλίο το σινεμά θα εξακολουθούσε. Τι θέλω να πω: Όταν σχεδιάζεις να μεταφέρεις ένα βιβλίο στην οθόνη, αποζητάς να κάνεις κάτι ανάμεσα στα δύο. Δεν είμαι δηλαδή υπέρ της πιστής μεταφοράς, γιατί έτσι τι νόημα θα είχε η ταινία; Κανένα. Υπάρχει το βιβλίο και αρκεί. Για μένα το βιβλίο είναι το ερέθισμα για να γυρίσω την ταινία. Θέλω να κάνω ένα τρίτο πράγμα, γι’ αυτό και δεν συμφωνώ με την ανάμειξη του συγγραφέα στο σενάριο της ταινίας. Όσον αφορά το βιβλίο της Πάουελ, θεωρώ ότι όσο αυτό “φώτισε” πράγματα σε εμένα τόσο κι εγώ “φώτισα” πράγματα του βιβλίου, που δεν υπήρχαν στη συγγραφέα”. 

Τέλος, κατά τον Παναγιωτόπουλο πάντα, “οι δεσμοί αίματος γίνονται δεσμά αίματος. Η γυναίκα της διπλανής πόρτας, μια αεροσυνοδός, που έχει μια δύσκολη σχέση με τον πατέρα της, και νιώθει τύψεις γι’ αυτόν αναφορικά με την κατάσταση στην οποία βρίσκεται, δοκιμάζεται καθημερινά. Ουσιαστικά ζει σε ένα μόνιμο συναισθηματικό εκβιασμό. Ίσως και να εύχεται να πεθάνει ο πατέρας της για να λυτρωθεί… Βέβαια, όταν αυτό γίνεται, στενοχωριέται πολύ. Στη συνέχεια, ψάχνει μια σχέση που καταλήγει ολέθρια, και βασικά της θυμίζει τον πατέρα της. Τα δεσμά αίματος που σου είπα και προηγουμένως”. 

Από τη μεριά μου, το βιβλίο στο συνιστώ με κλειστά τα μάτια. 

*Η βιβλιοπαρουσίαση δημοσιεύτηκε στο κινηματογραφικό πόρταλ www.sevenart.gr, στις 26 Μαρτίου 2012.

21 Απρ 2012

ΤΟ ΠΑΛΤΟ (1996)

Επανήλθε στην επικαιρότητα αυτή η τηλεταινία του Νίκου Τριανταφυλλίδη και δημιούργησε σχετικές συζητήσεις και ποικίλα σχόλια, όταν και προβλήθηκε μετά από πολλά χρόνια στην ΕΡΤ, στις γιορτές των Χριστουγέννων του 2011. Άλλωστε μια συμπαραγωγή με την –τότε- ΕΤ2 ήταν, που όμως έμενε στο… αχανές αρχείο της δημόσιας τηλεόρασης και σκονιζόταν. 

Ο πολυπράγμων Νίκος Τριανταφυλλίδης, του Gagarin 205, του Φεστιβάλ Καλτ Κινηματογράφου, των ταινιών “Ράδιο Μόσχα” και “Μαύρο Γάλα”, του μουσικού ντοκιμαντέρ “Screamin' Jay Hawkins - Ι put a spell on me”, και πολλών άλλων, διασκευάζει το ομώνυμο διήγημα του Νικολάι Γκογκόλ, “Το Παλτό”, και χρησιμοποιεί στους πρωταγωνιστικούς ρόλους αγαπημένους ηθοποιούς αλλά και ηθοποιούς-φετίχ του. 

Ο Ντίνος Ηλιόπουλος (που είχε παίξει και στο “Ράδιο Μόσχα”) και ο Βασίλης Διαμαντόπουλος, οι γερόλυκοι του ελληνικού σινεμά, υποδύονται δυο γεροπαράξενους της σύγχρονης Αθήνας που δεν μπορούν να κατανοήσουν τις εξελίξεις και τις αντιλήψεις του κόσμου, εμμένοντας στις παλιές τους συνήθειες. Ο Ηλιόπουλος είναι ένας υπάλληλος σε εταιρεία παιχνιδιών, ο οποίος εξακολουθεί να εργάζεται με τα χέρια του, μην καταλαβαίνοντας τις νέες τεχνολογίες των βιντεοπαιχνιδιών. 

 Ο Διαμαντόπουλος είναι ένας απόμαχος ράφτης, ο οποίος κλεισμένος στο σπίτι του προσμένει τη μοίρα του. Η συνάντηση του με τον Ηλιόπουλο, προκειμένου να του φτιάξει ένα καινούριο παλτό, θα τον αναζωογονήσει. Ηθοποιοί-φετίχ του Τριανταφυλλίδη είναι ο Παναγιώτης Θανασούλης, γνωστός από την ταινία του Δημήτρη Αθανίτη “Αντίο Βερολίνο”, και φυσικά ο Κώστας Γκουσγκούνης. 

Φετίχ είναι βέβαια και ο τζαζίστας Blaine L. Reininger ο οποίος ντύνει μουσικά την ταινία με ένα υποβλητικό, υπόκωφο ήχο που προσδίδει τον τόνο του παράξενου και του ιδιαίτερου στην ιστορία αυτή, της αποξένωσης και της νοσταλγίας του παλιού. Οι παραπάνω ηθοποιοί έχουν συμμετάσχει, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, σε όλες τις ταινίες του Τριανταφυλλίδη. 

Κατά τη γνώμη μου, εξαίσια είναι η σκηνή τους καφενείου. Όπου μια παρέα αντρών, μεταξύ των οποίων βρίσκονται οι Βάσος Γεώργας και Blaine L. Reininger, παίζει χαρτιά και κάπου στη γωνία οι Διαμαντόπουλος-Ηλιόπουλος ως φαντάσματα σχολιάζουν την παρέα, αλλά και επιδιώκουν να ξανακερδίσουν το κλεμμένο παλτό. 

Αν “τύχει” να ξαναπαιχτεί στη δημόσια τηλεόραση, δες αυτήν την ταινία, αξίζει να “μυρίσεις” και να αφουγκραστείς αυτό το ιδιότυπο tribute σε μιαν άλλη εποχή.

ΜΑΝΙΑ (1985)

Στο πρόσφατο αφιέρωμα για τις Ταινίες που Τόλμησαν, στον πολυχώρο CAMP της Πλατείας Κοτζιά, επαναπροβλήθηκε η “Μανία” του Γιώργου Πανουσόπουλου, μια από τις πλέον χαρακτηριστικές ταινίες άκρατου παγανισμού στον ελληνικό κινηματογράφο, σίγουρα απόγονος της ταινίας του Νίκου Κούνδουρου, “Μικρές Αφροδίτες” (παραγωγής 1963). 

Στην δεκαετία του 1980, όπου τα πάντα έτρεχαν με ιλιγγιώδη ταχύτητα χάρη στην… πράσινη ανάπτυξη του Ανδρέα Παπανδρέου, ο Πανουσόπουλος, εκ των βασικών συντελεστών του Νέου Ελληνικού Κινηματογράφου και αναμεμειγμένος μέχρι το λαιμό με την τηλεοπτική διαφήμιση, επανατοποθετεί τη δράση της ιστορίας του στο κέντρο της Αθήνας, μετά τους “Απέναντι”. 

Αυτή τη φορά όμως υπάρχει μια διαφορά, και μάλιστα ειδοποιός. Γρήγορα η κεντρική ηρωίδα της “Μανίας” εγκαταλείπει τα γραφεία της πολυεθνικής εταιρείας της, τους υπολογιστές και την καριέρα της στο εξωτερικό, το αλαλούμ της οικογένειας της, τις τσιρίδες της μικρής κόρης της, και τις νουθεσίες της πεθεράς (χαρακτηριστική εικόνα μεσοαστικού σπιτιού της εποχής εκείνης), για να χαθεί στον Εθνικό Κήπο των Αθηνών… 

Η έντονη ζέστη που την αποπροσανατολίζει, τα αρχέγονα ένστικτα που της βγαίνουν στην επιφάνεια, οι περίεργοι χαρακτήρες που συνθέτουν την ιδιαίτερη ανθρωπογεωγραφία του πάρκου (από τον “ματάκια” και το ζευγάρι που ερωτοτροπεί μέχρι τα καλλιτεχνικά γυρίσματα και τα παιχνίδια των παιδιών), οι φυσιολατρικές προεκτάσεις και οι ζωοφιλικές παραστάσεις, προκαλούν την έκρηξη της ευαίσθητης μεν ολοζώντανης δε γυναίκας. 

Και ουσιαστικά την πιάνει μια μανία… Η μανία. Να γυρίσει στη φύση και να χάσει την ταυτότητα της. Στη μάχη ανάμεσα στην παραδοσιακή μητέρα και σύζυγο και τη σύγχρονη καριερίστα δεν ξέρει ποιο μέρος να πάρει εντός της. Σύντομα η συμπεριφορά της στο πάρκο προκαλεί. Και όλο και τρελαίνεται… Κόσμος μαζεύεται, αστυνομία έρχεται. Γίνεται πρώτο θέμα στην πόλη, και η οικογένεια της ανησυχεί. 

Ο Πανουσόπουλος γύρισε όντως μια πολύ ιδιαίτερη, εντελώς προκλητική ταινία. Προσπάθησε να διερευνήσει, πάντοτε με την Αθήνα του κατακαλόκαιρου στο φόντο, τη θέση της γυναίκας στην ελληνική κοινωνία των ‘80s, που φαινόταν να αλλάζει. Όπως κι έγινε φυσικά. Θέλησε να αποδώσει στην οθόνη αυτήν τη μάχη. Από την ανατολίτισσα γυναίκα σε εκείνη της νέας εποχής, τη γιάπισσα της μεγάλης πόλης και της ιλουστρασιόν ζωής. 

 Όπως και σε κάθε ταινία του Πανουσόπουλου, μέσα από τη “Μανία” αναδεικνύονται τα συστατικά μιας περιόδου. Οι συνήθειες, οι σκέψεις, οι προβληματισμοί και οι συμπεριφορές, οι αποφάσεις και οι ανησυχίες του μέσου όρου των ανθρώπων της δεκαετίας. Σε αυτή την παγανιστική σύγχυση ήταν και η Ελλάδα τότε. Μόνο που δεν ξέμπλεξε ποτέ. 

Παραμένει σε σύγχυση ακόμη.

ΚΑΡΑΒΑΝ ΣΑΡΑΪ (1986)

Με το πρόσφατο αφιέρωμα της Ταινιοθήκης της Ελλάδας, επανήλθε στο προσκήνιο η “καυτή πατάτα” της ελληνικής Ιστορίας του 20ου αιώνα. Ο ελληνικός εμφύλιος, που ακολούθησε το τέλος της ναζιστικής, φασιστικής κατοχής, μεταξύ του ελληνικού και του δημοκρατικού στρατού, και φυσικά οι έντονες, αν όχι καθολικές επιπτώσεις του επί του κοινωνικού συνόλου, οι οποίες επέφεραν το “σχίσμα” που στιγμάτισε τη χώρα στο υπόλοιπο μισό του αιώνα. 

Φυσικό επακόλουθο ήταν να επηρεάσει το γεγονός και το ντόπιο σινεμά. Δεκάδες ταινίες μυθοπλασίας και ντοκιμαντέρ δημιουργήθηκαν, προβλήθηκαν, συζητήθηκαν, βραβεύτηκαν, έκαναν το γύρο του κόσμου, δίχασαν κι αυτές με τη σειρά τους. Όντως ένα αντιπροσωπευτικό δείγμα αυτής της φιλμογραφίας συμπεριλήφθηκε στο πρόσφατο αφιέρωμα Ο ελληνικός εμφύλιος στην οθόνη. Και κατά την προσωπική μου άποψη, η πλέον χαρακτηριστική ταινία του είδους είναι η πολυβραβευμένη “Καραβάν Σαράι” του Τάσου Ψαρρά. 

Το σημαντικότερο έργο του έμπειρου σκηνοθέτη Τάσου Ψαρρά ήταν η αριστοτεχνική περιγραφή του σκηνικού, και η ατόφια μεταφορά του πνεύματος της εποχής. Σκηνοθετώντας για την οθόνη το μυθιστόρημα του Λάζαρου Παυλίδη, ο Ψαρράς ντύνει την ταινία του με μια υποβλητική μουσική σύνθεση, αποτυπώνει την τραγωδία του λαού από τα χωράφια της επαρχίας στην προσφυγιά της Θεσσαλονίκης με κίτρινα και σκούρα χρώματα, μια έξυπνη επιλογή φωτογραφίας που συνάδει με την σκηνογραφία και τα κουστούμια που χρησιμοποιήθηκαν. 

Η ιστορία διαδραματίζεται στη Βόρεια Ελλάδα, και συγκεκριμένα στο κτίριο Καραβάν Σαράι, το οποίο στέγασε τους ξεριζωμένους της επαρχίας, μια κι έπρεπε “αναγκαστικά” να αδειάσουν τα χωριά τους για το φόβο συνεργασίας τους με τους “κομμουνιστές”. Να θυμίσω ό,τι αργότερα το κτίριο αποτέλεσε το δημαρχείο της πόλης, μέχρι και πριν δυο χρόνια. 

Ο Ψαρράς επικεντρώνεται στην ιστορία ενός αγρότη, πρόσφατα χήρου, που φεύγει άρον-άρον από το χωριό του, με τα παιδιά του. Μικρογραφία ολόκληρης της ελληνικής επικράτειας εκείνης της εποχής, το ερειπωμένο κτίριο του Καραβάν Σαράϊ συγκεντρώνει τον κάθε Έλληνα, με τον πόνο του. Τις ιστορίες του, το προσωπικό του δράμα, τα όνειρα και τις επιδιώξεις του, την αγωνία του για επιβίωση κι επάνοδο. 

Όπως κι ο ήρωας της ιστορίας, τον οποίο ερμηνεύει καταπληκτικά ο Θύμιος Καρακατσάνης, όλοι οι Έλληνες του Καραβάν Σαράϊ, και φυσικά όλοι οι πολίτες της χώρας τότε, βρισκόντουσαν στο μεταίχμιο, με ένα διαρκές “γιατί;” στο στόμα. Ακροβατώντας στη νέα ζωή, νοσταλγώντας αυτά που χάσανε οριστικά, και μελετώντας απεγνωσμένα όμως, με δυσαρέσκεια, σκοτεινιά, με τον ζόφο και την ήττα να κυριεύουν την ύπαρξη τους, την επόμενη κίνηση τους ώστε να ζήσουν. 

 Αυτός ο αγώνας ζωής μιας ολόκληρης γενιάς, αυτή η εικόνα μιας άλλης εποχής που πρέπει να αφήσουμε πίσω, μαθαίνοντας από αυτή στα σίγουρα, αποτελούν το δίδαγμα της ταινίας του Ψαρρά. Το δίδαγμα της Ιστορίας μας, ίσως. 

 *Τα παραπάνω κείμενα γράφτηκαν από τον Νέστορα Πουλάκο και δημοσιεύτηκαν στη στήλη Hellas Film για το κινηματογραφικό πόρταλ www.sevenart.gr, από τις 22 Φεβρουαρίου έως τις 14 Μαρτίου 2012.

20 Απρ 2012

Ταινίες 19ης Απριλίου 2012

Του Νέστορα Πουλάκου

Αυτή την εβδομάδα κάνουν πρεμιέρα στις αίθουσες έξι ταινίες, ενώ σε επανέκδοση κυκλοφορεί η ταινία-ορόσημο του σοβιετικού φορμαλισμού από τα μακρινά ‘20s, “Ο Άνθρωπος με την κινηματογραφική μηχανή”. Σε μια βδομάδα που θυμίζει τις βαλτωμένες κινηματογραφικές μέρες του καλοκαιριού, σαφώς και τραβάει περισσότερο την προσοχή το 1ο Φεστιβάλ Ιταλικού Κινηματογράφου, που ξεκινά σήμερα στις αίθουσες της Αθήνας, Ιντεάλ και Έλλη. Ταινία της εβδομάδας (μπορεί και να) είναι ο “Οίκος Ανοχής” του Μπερτράν Μπονελό, μια ατμοσφαιρική ταινία εποχής που προκάλεσε στο περυσινό Φεστιβάλ Καννών, όπου και την είδε ο (όχι και τόσο ενθουσιασμένος) Γωγάκης. Μια ταινία που είδε ο (όχι και τόσο ενθουσιασμένος) υπογράφων στο περυσινό Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης, είναι το “Magic Hour” του Κώστα Καπάκα (του οποίου συνέντευξη διαβάζεις εδώ), μια –βαλκανικού στυλ- χαρμολύπη, στην οποία επικρατεί το ερμηνευτικό αλαλούμ του Ρένου –υποψήφιου βουλευτή με τη Νέα Δημοκρατία- Χαραλαμπίδη. Αλαλούμ επικρατεί και στην παρωδία-σάτιρα-χαβαλέ εκ Θεσσαλονίκης “Σούπερ Δημήτριος”, την οποία υπογράφει ο νεαρός Γιώργος Παπαϊωάννου (του οποίου συνέντευξη διαβάζεις εδώ). Μια ταινία που ενθουσίασε το κοινό και βραβεύτηκε από αυτό στο περυσινό Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης. Από τη Νορβηγία, με διακρίσεις στα Φεστιβάλ Ρώμης και Τραιμπέκα, καταφτάνει στη χώρα μας η –αλά “American Pie”- κομεντί “Άναψέ με”, η οποία ήταν να βγει τη Μ. Εβδομάδα, όμως τελευταία στιγμή αποφεύχθηκε… θρησκευτικό σκάνδαλο. Κριτική αμφισβήτησης σου γράφει ο Γωγάκης. Στους ρυθμούς του χιπ χοπ κινείται το ντοκιμαντέρ “Ανοιχτά Μικρόφωνα”, που παίχτηκε στα Φεστιβάλ Νύχτες Πρεμιέρας και Θεσσαλονίκης, και προβάλλεται σε περιορισμένες παραστάσεις στην Ταινιοθήκη της Ελλάδας, για να διαφωνήσει ριζικά με τη δομή του ο υπογράφων. Από άλλον πλανήτη έρχεται και σε άλλον πλανήτη πάει η –πέρα από κάθε φαντασία- “Ναυμαχία”, ένα κακό, πλην εφετζίδικο, ωστόσο φασαριόζικο μπλοκμπάστερ, που συμπληρώνει μια –από καιρό- κακή εμφάνιση του Λίαμ Νίσον στο εργοβιογραφικό του. Και η επανέκδοση, όχι σε ψηφιακά αποκαταστημένες κόπιες καταπώς φαίνεται, ακούει στον κλασικό τίτλο, δια χειρός Τζίγκα Βερτόφ, “Ο Άνθρωπος με την κινηματογραφική μηχανή”, για την οποία σου γράφει ο Πετιμεζάς από το… κλασικό –πια- αφιέρωμα του SevenArt “Βωβές ταινίες, η αρχή του κινηματογράφου”.

Magic Hour (5/10)

Δια πυρός και σιδήρου πέρασε ο σκηνοθέτης του “Peppermint” και του "Uranya" προκειμένου να ολοκληρώσει την τρίτη του αγγλόφωνη (στον τίτλο) ταινία. Στην οποία μπορεί να μην ξεχωρίζουν οι ερμηνείες (έχει τυποποιηθεί για τα καλά ο Χαραλαμπίδης) μα το καθαρά βαλκανικό σενάριο του σου προσφέρει μια όμορφη, γλυκιά, αισιόδοξη ιστορία φιλίας που θα σε διασκεδάσει. Η ιστορία του Καπάκα διακατέχεται από μια έντονη κριτική διάθεση πάνω σε θεσμούς κοινωνικούς και (κυρίως) κινηματογραφικούς. Όπου ένας απατημένος σύζυγος συναντά έναν νεκροθάφτη/ ρεσιεψιονίστ “ερωτικού” ξενοδοχείου/ σκηνοθέτη και ξεκινούν, μετά από κάποιες αναποδιές, για ένα road trip αυτογνωσίας. Από κει και ύστερα βλέπεις φιλοσοφίες και σκέψεις ζωής και του ενός και του άλλου loser. Ο Καπάκας κάνει μια ταινία πολύ οικεία στις βαλκανικές κινηματογραφίες (μου θύμισε το βουλγάρικο "O κόσμος είναι μεγάλος και η σωτηρία της ψυχής βρίσκεται στη γωνία" με τον Μίκι Μανόλοβιτς), μια και προσεγγίζει την κουλτούρα και την ψυχοσύνθεση ενός κόσμου συντριμμένου από πολέμους, κακουχίες, χούντες, και κρίσεις πάσης φύσεως, που αμέσως περνούν στον εσωτερικό του κόσμο. Με φωτεινή φωτογραφία, και πολλά τραγούδια, εντέλει σου προσφέρει τη νότα αισιοδοξίας που μπορεί και να χρειάζεσαι. Βέβαια, τόσο δραματουργικά όσο και σκηνοθετικά παρατήρησα ένα αλαλούμ. Υπάρχουν και στιγμές που νομίζεις ότι αυτό που βλέπεις δεν έχει κάποιο νόημα, δεν καταλήγει πουθενά.

Σούπερ Δημήτριος (5/10)

Μια ταινία για τη Θεσσαλονίκη από τη Θεσσαλονίκη. Με τον Λευκό Πύργο να γίνεται φραπέ, το κτίριο τη Δ.Ε.Θ. να μετατρέπεται σε γύρος χοιρινό, και συνθήματα τύπου “ΠΑ.Ο.Κ. κι ας μη γαμήσω ποτέ”, μια κολεκτίβα νέων με παντιέρα το handmade/ homemade/ d.i.y. (η ταινία στοίχισε 2 χιλιάδες ευρώ), σατιρίζουν, κάνουν πλάκα, καυτηριάζουν, κριτικάρουν όλα εκείνα τα στοιχεία που πλέον αποτελούν αναπόσπαστο κομμάτι και χαρακτηριστικά της πόλης τους. Από τον άκρατο συντηρητισμό (για δεκαετίες δεξιοί δήμαρχοι) και τον φανατικό θρησκευτισμό (μητροπολίτης Άνθιμος), τη σαλονικιώτικη μαγκιά, την εθνικοφροσύνη και το τοπικιστικό αίσθημα (περιφερειάρχης Ψωμιάδης), η πιτσιρικαρία του "Σούπερ Δημήτριου" τα βάζει με όλους και με όλα. Ασχολείται και με την ονομασία Μακεδονία ή F.Y.R.O.M. βάζοντας για κακό τον Κάπταιν Φ.ΡΟΜ, και με τις διατροφικές συνήθειες, και τα ποδοσφαιρικά οπαδιλίκια. Εξιλαστήριος… ήρωας όλων αυτών είναι ο Σούπερ Δημήτριος, που προφανώς προέρχεται από τον πολιούχο της πόλης (Άγιος Δημήτριος) και τον… Σούπερμαν. Με ελάχιστα μέσα, μια digi κάμερα, και hype διάθεση οι πιτσιρικάδες έκαναν μια απολαυστική ταινία, η οποία έχει ως μόνο αρνητικό τη διάρκεια της. Οι σχεδόν δύο ώρες δεν δικαιολογούνται, μια και πολλές σκηνές θα μπορούσαν να αφαιρεθούν.

Ανοιχτά Μικρόφωνα (3/10)

Το ντοκιμαντέρ του Σκαρέντζου με άφησε άφωνο. Είχα ακούσει (δεν έχω δει) ότι το προηγούμενο ντοκιμαντέρ του, “Ρυθμοί & Ρίμες”, ήταν μια έντιμη προσπάθεια που σε εισήγαγε στον (όχι και τόσο δημοφιλή) κόσμο του ελληνικού χιπ χοπ και της ελληνικής ραπ. Πήγα, λοιπόν, στην προβολή του τωρινού ντοκιμαντέρ, σχετικά, προετοιμασμένος για το τι θα δω. Κι όμως. Το χιπ χοπ ή η ραπ είναι μια πρόφαση. Αν εξαιρέσεις τα ίδια τα συγκροτήματα που μιλάνε, ένας σκασμός “δημόσια” πρόσωπα, άγνωστο γιατί, διατυπώνουν την άποψη τους γι’ αυτό το μουσικό είδος. Δηλαδή, κι εντελώς προσωπικά, και χωρίς να είμαι “εραστής” της μουσικής αυτής, γιατί να με ενδιαφέρει τι πιστεύουν για το χιπ χοπ η θεατράλε Καραμπέτη, ο φλου Τζούμας, ο αριστερός Τσακνής, η προβοκατόρισσα Τριανταφύλλου, ο οργισμένος Τσεμπερόπουλος, και μια ψυχολόγος (;)… Δεν έχω κάτι με τα παραπάνω πρόσωπα. Ούτε κρίνω τη δημόσια εικόνα τους. Οι παραπάνω χαρακτηρισμοί έχουν να κάνουν με την παρουσία τους στο ντοκιμαντέρ του Σκαρέντζου. Και βασικά η απουσία τους, ομολογώ, ότι θα μου έκανε περισσότερο. Ας μιλήσει μουσική. Ας μιλήσουν οι δημιουργοί. Και μόνο αυτοί. Δεν λέω ό,τι δεν πρέπει να έχουν άποψη τα "δημόσια" πρόσωπα. Λέω ότι δε με ενδιαφέρει, ως θεατή του ντοκιμαντέρ, η άποψη τους. Από κει και ύστερα, ο Σκαρέντζος προφανώς θέλησε να διερευνήσει τον πολιτικό και κοινωνικό αντίκτυπο του χιπ χοπ στην Ελλάδα. Και κυρίως τη σχέση του με την παιδεία, τα ναρκωτικά, την οικογένεια, κτλ. Ως ιδέα μου φαίνεται ενδιαφέρουσα. Ως αποτέλεσμα όμως διαφωνώ ριζικά.

Ναυμαχία (2/10)

Από τις ταινίες που ξεπερνούν και την ίδια τη φαντασία. Πέρα από το γεγονός ότι βασίζεται σε παιχνίδι και ως εκ τούτου παίρνει διαστάσεις… μύθου, η βιομηχανία του Χόλυγουντ βάζει όλη την τέχνη της για να σε μπουμπουνίσει και να σε θορυβήσει μια και απόντος σεναρίου, όλα επιτρέπονται. Μπλοκμπάστερ ολκής, που τα εφέ κρατούν τον πρωταγωνιστικό ρόλο, με τους ηθοποιούς και τα λοιπά… αντικείμενα να λαμβάνουν θέση αμπαζούρ, αφού ούτε μια –έστω- συμπαθητική ιστορία δεν βλέπεις. Οι ερμηνείες είναι για τα σκουπίδια, και εντέλει η διασκέδαση, το ζητούμενο δηλαδή για τα αποκαΐδια-ταινίες του Χόλυγουντ, μάλλον σου προκαλεί πονοκέφαλο παρά σε χαλαρώνει. Εν ολίγοις, θα δεις μια άνευρη περιπέτεια χωρίς ουσία, ούτε αρχή, μέση και τέλος. Ακόμη και το όποιο μήνυμα, που μπορεί να φέρει μια τέτοια παραγωγή, εδώ απλώς δεν υπάρχει. Μόνο ένας θόρυβος τριγυρίζει στ’ αφτιά σου μετά την προβολή. Για να καταλάβεις, δεν βρίσκω λόγο ύπαρξης της. Και ως σημείωση: Ο Λίαμ Νίσον επανέρχεται στις κακές ερμηνείες του.

*Tα κείμενα δημοσιεύτηκαν στο κινηματογραφικό πόρταλ www.sevenart.gr (19-4-12).

19 Απρ 2012

Pass2Day | Δαυίδ εναντίον Γολιάθ | #6


Pass2Day. O Διονύσης Κούτρας επιμελείται τη μουσική στήλη του vakxikon.blogspot.com. Kάθε Πέμπτη στο blog γράφει για μουσική. Και κάθε Σάββατο στον Eclectic Radio του Ash in Art, 2-5 το μεσημέρι, παίζει μουσική και μιλάει γι' αυτήν.

Συντονιστείτε http://www.ashinart.com/

*


Επιμέλεια: Διονύσης Κούτρας

Η νέα τάση από αρκετούς καλλιτέχνες είναι μέσα από τις ιστιοσελίδες τους να προσφέρουν επιλογές αγοράς singles ή ολόκληρων δίσκων είτε μέσω του "Γολιάθ" που έχουν υπογράψει είτε ο καθένας από τους ίδιους είτε μέσω itunes χωρίς να πάρει κανένας μεσάζων μίζα. Μαντέψτε τι επιλέγει σχεδόν κατά κανόνα ο κόσμος.... Ο "Γολιάθ" επιμένει πεισματικά στα φυσικά μέσα, στους οπτικούς δίσκους, γιατί έτσι μπορούν να τους ελέγξουν. Ο "Δαυίδ" (το διαδίκτυο) δεν ελέγχεται από κανέναν. Γι' αυτό το λόγο ότι δεν μπορούν να ελέγξουν προσπαθούν να το καταστείλουν, όπως έγινε με το SOPA και την PIPA που προώθησαν γερουσιαστές που είχαν αγοράσει για να ψηφίσουν. Πρόεδρος δισκογραφικής εταιρείας μετά από χρόνια έκανε αυτοκριτική. "Έπρεπε να είχαμε αγοράσει αντί να είχαμε κλείσει το Napster. Τώρα είναι πολύ αργά.

Από την άλλη μεριά όμως η δισκογραφία είχε, έχει και θα έχει μέλλον. Απλά αλλάζει ο τρόπος με τον οποίο λειτουργεί. Δηλαδή, ενώ παλιότερα οι ερμηνευτές ήταν απόλυτα εξαρτημένοι από τις δισκογραφικές εταιρείες πλέον θα λειτουργήσουν περισσότερο ως μονάδες, και ο καθένας ξεχωριστά θα προσπαθήσει να αποδείξει ποιος και τι είναι μέσα από την δουλειά του, παίρνοντας το παιχνίδι στα χέρια του. Θα κάνει κουμάντο ο ίδιος τον εαυτό του, έχοντας τη δική του δισκογραφική και επιλέγοντας ο ίδιος ποιοι θα είναι οι εξωτερικοί συνεργάτες του που θα βοηθήσουν στην εξέλιξη της πορείας του. Αυτό που κάνουν σήμερα οι δισκογραφικές εταιρείες, ο "Γολιαθ" δηλαδή,είναι να βγάζουν κάθε έξι μήνες ένα τραγουδάκι σε κάποιον ατάλαντο τραγουδιστή με αντάλλαγμα να τον ξεζουμίζουν στέλνοντάς τον οπουδήποτε για να κάνει έξτρα μεροκάματο, παίρνοντάς του το 80% επί των εισπράξεων, με αποτέλεσμα βέβαια να μην τον θυμάται κανείς μετά από λίγο καιρό.

Θεωρώ ότι η εμπορικότητα με την ποιότητα πάνε μαζί, όσο περίεργο και αν ακούγεται αυτό και μάλιστα για τα σημερινά δεδομένα. Βλέπουμε δίσκους που δεν χτυπάνε πρωτιές στα charts, αλλά πουλάνε ακόμα και μετά από 30, 40 ακόμα και 50 χρόνια. Αν δεν είναι αυτή εμπορικότητα τότε ποια είναι; Αυτά τα κομμάτια που χτυπάνε πρωτιές για μια εβδομάδα και μετά χάνονται; Ο "Δαυίδ", λοιπόν, της σημερινής εποχής (το ίντερνετ) φαίνεται ότι καταφέρνει να νικήσει τον "Γολιάθ" (δισκογραφικές εταιρείες), ο οποίος έχει μείνει ακόμα σε εκείνη την εποχή. Αυτό που πρέπει να γίνει είναι να συνεργαστεί ο "Γολιάθ" με τον "Δαυίδ" για το καλό της μουσικής. Σε διαφορετική περίπτωση θα έχουμε για άλλη μια φορά επανάληψη της Ιστορίας, μόνο που αυτή τη φορά ο "Δαυίδ" θα συντρίψει κατά κράτος τον αντίπαλό του όχι με μια σφεντόνα αλλά με τα πιο σύγχρονα μέσα που διαθέτει.

*


Δείτε το νέο βίντεο κλίπ του Paul McCartney, με σκηνοθέτη τον ίδιο. Η βραβευμένη με Όσκαρ Natalie Portman και ο χαρισματικός Johnny Depp πρωταγωνιστούν στο βίντεο, όπου οι δύο ηθοποιοί ερμηνεύουν τους στίχους του τραγουδιού στη νοηματική γλώσσα. Το "Μy Valentine" είναι το πρώτο single από το νέο άλμπουμ του Paul McCartney με τίτλο "Κisses on the Βottom".

*



"Έφυγε" η εθνική μας μοναξιά

Φαίνεται πως ο Θεός λίγες μέρες πριν είχε κέφια καθώς πήρε μαζί του τον μεγάλο Δημήτρη Μητροπάνο. Την τελευταία του πνοή άφησε μεγάλος τραγουδιστής σε ηλικία 64 ετών. Τα τελευταία χρόνια είχε δώσει μάχη για να αντιμετωπίσει τα σοβαρά προβλήματα υγείας αλλά δυστυχώς δεν τα κατάφερε. Συνεργάστηκε με τους μεγαλύτερους δημιουργούς του λαικού και έντεχνου τραγουδιού. Η σημμετοχή του σε δίσκους του Λάκη Παπαδόπουλου και του Νίκου Πορτοκάλογλου αναδεικνύουν την ευρεία γκάμα ερμηνειών του αλλά και το μεγαλείο της φωνής του και θα οδηγήσει τον Μητροπάνο σε μια σειρά από δίσκους που άλλαξαν σε μεγάλο βαθμό τη έννοια του καλού σύγχρονου λαικού τραγουδιού. Οι συνεργασίες του με τον Μάριο Τόκα και τον Φίλλιπο Γράψα ("Η εθνική μας μοναξιά" και "Παρέα με έναν ήλιο") συνδυάζουν την λαική υφή και το συναίσθημα με την πιο βαθιά έννοια στίχων. Παράλληλα, η απήχηση των τραγουδιών του στην κοινωνία και η εμπορική επιτυχία τους αναδεικνύουν αυτές τις δημιουργίες ως εργαλεία αλλά και συμπτώματα της εξέλιξης της ελληνικής κοινωνίας.

Καλό ταξίδι Μητσάρα…

Ακούστε κομμάτι του Δ. Μητροπάνου εδώ.

Πηγή: tralala

18 Απρ 2012

"Τα πάντα απο-ρήτος / History of music and poetry : Let it be" - No 13


Written by the Beatles


When I find myself in times of trouble, Mother Mary comes to me
Speaking words of wisdom, let it be
And in my hour of darkness she is standing right in front of me
Speaking words of wisdom, let it be
Let it be, let it be, let it be, let it be
Whisper words of wisdom, let it be

And when the broken hearted people living in the world agree
There will be an answer, let it be
For though they may be parted, there is still a chance that they will see
There will be an answer, let it be
Let it be, let it be, let it be, let it be
There will be an answer, let it be
Let it be, let it be, let it be, let it be
Whisper words of wisdom, let it be
Let it be, let it be, let it be, let it be
Whisper words of wisdom, let it be

And when the night is cloudy there is still a light that shines on me
Shine until tomorrow, let it be
I wake up to the sound of music, Mother Mary comes to me
Speaking words of wisdom, let it be
Let it be, let it be, let it be, yeah, let it be
There will be an answer, let it be
Let it be, let it be, let it be, yeah, let it be
Whisper words of wisdom, let it be

Στις 18 Απριλίου του 1909 το συμφωνικό ποίημα του Σεργκέι Ραχμάνινοφ «Το νησί των νεκρών» (The Isle of the Dead) παρουσιάζεται για πρώτη φορά στο κοινό.

Ο Σεργκέι Βασίλιεβιτς Ραχμάνινοφ, ο ίδιος έγραφε το όνομά του Sergei Vasilievich Rachmaninoff, γεννήθηκε την 1 Απριλίου 1873 και πέθανε στις 28 Μαρτίου 1943. Ήταν Ρώσος συνθέτης, πιανίστας και διευθυντής ορχήστρας. Θεωρείται ένας από τους μεγαλύτερους πιανίστες του 20ου αιώνα, εξ αιτίας των εξαιρετικών τεχνικών δυνατοτήτων του. Υπάρχουν πολλές ηχογραφήσεις με τον ίδιο να εκτελεί έργα δικά του αλλά και άλλα σημαντικά έργα του πιανιστικού ρεπερτορίου. Η ποιότητα των συνθέσεών του συχνά αμφισβητήθηκε, παρ’ όλο που η δημοτικότητά του ήταν πολύ μεγάλη. Στα έργα του συμπεριλαμβάνονται, μεταξύ άλλων, 4 κοντσέρτα για πιάνο, 3 συμφωνίες, 2 σονάτες για πιάνο και 3 όπερες. Το ύφος των περισσότερων συνθέσεών του είναι το ύφος του ύστερου ρομαντισμού, συγγενικό με την μουσική του Τσαϊκόφσκι, αλλά διακρίνονται και επιδράσεις από τον Σοπέν και τον Λιστ.

17 Απρ 2012

Παρουσίαση Βιβλίου στο Βαφοπούλειο Πνευματικό Κέντρο


Πρόσκληση

Οι εκδόσεις ΙΩΛΚΟΣ σας προσκαλούν στην παρουσίαση του βιβλίου

«Ανοίκειος νόστος»

της Ιωάννας Μουσελιμίδου

στο Βαφοπούλειο Πνευματικό Κέντρο (αίθουσα εκδηλώσεων)
(Γ. Βαφοπούλου 3, 4ος όροφος, Θεσσαλονίκη)

την Τετάρτη 18 Απριλίου 2012 στις 20:30΄.

Την παρουσίαση θα κάνουν οι:

Αλεξάνδρα Μπακονίκα
(ποιήτρια)

Αναστασία Γκίτση
(ποιήτρια, εκπαιδευτικός)

13 Απρ 2012

Καλό "Βακχικό" Πάσχα

Φίλε Φέρε Φιλίνη Φάε Φύγε

Καθώς
μαζί τα πίναμε
και τρώγαμε
φωνάζαμε, γελούσαμε, μυρίζαμε
για έγνοιες μιλούσαμε
και ο αγέρας του σπιτιού
ήταν από αλλού
μιάς άλλης εποχής
σε εμάς αγαπητής
Μα και στιχάκια βγάζαμε
αστεία σκαρφιστήκαμε
την πλάκα μας την κάναμε
για πές, το ξανακάνουμε;

Για τον Στέργιο, την Λιλέτ, την Ελένη

N.Π.

Ταινίες 12ης Απριλίου 2012

Του Νέστορα Πουλάκου

Αυτή την εβδομάδα κάνουν πρεμιέρα στις αίθουσες πέντε ταινίες, ενώ σε ψηφιακά αποκατεστημένη κόπια κυκλοφορεί η… αθάνατη “Κάλπικη Λίρα”, μια από τις καλύτερες ταινίες του ελληνικού σινεμά. Και προς ενημέρωση σου, μόνο το σίκουελ του “Streetdance” κυκλοφορεί από σήμερα. Τις υπόλοιπες πέντε ταινίες μπορείς να τις δεις αφού έχεις φάει αρνάκι την Κυριακή του Πάσχα. Ταινία της εβδομάδας είναι "Το Μικρό Σπίτι στο Δάσος", ένα από τα καλύτερα θρίλερ του σύγχρονου σινεμά, το οποίο -επιτέλους- μας ξεκολάει από την εποχή του "Saw" και του "Bλέπω το θάνατο σου". Τηλεοπτικό ριάλιτι και... "Αγώνες Πείνας", και την ίδια στιγμή η μετεξέλιξη κλασικής teen ταινίας τρόμου, από αυτές που βγάζει με το τσουβάλι το Χόλιγουντ. Εδώ, όμως, υπάρχει κάτι το διαφορετικό που θα το καταφχαριστηθείς. Στις “Καλοκαιρινές μου διακοπές” θα δεις τον Μελ Γκίμπσον, του οποίου η καριέρα έχει κατρακυλήσει στα χαμηλά, να προσπαθεί να το παίξει τζόβενο αλά “Φονικό Όπλο” στο Μεξικό. Β-movie του σωρού, πλέον λυπηρό όμως για έναν –άλλοτε- σταρ. Του σωρού αλλά και του εμπορικού αυτή τη φορά, μια και πιάνει τον παλμό και τη φρενίτιδα με το χορό της εποχής μας (ας είναι καλά τα τηλεοπτικά talent shows), είναι το σίκουελ του “Streetdance”. Άνευ ουσίας και σημασίας. Μπόλικα χορευτικά και ωραία κορμιά να πάλλονται. “Καθρέφτη, καθρεφτάκι μου”, ποια είναι η πιο ωραία; Η Τζούλια Ρόμπερτς πάντως αν και κακιά, είναι πολύ ωραία, εντούτοις δεν έχει κανένα λόγο ύπαρξης η παρουσία της σε αυτό το άψογα κατασκευασμένο παιδικό πλην βαρετό παραμυθάκι. Για το animation “Πειρατές!” δεν έχουμε γνώμη. Άλλωστε παιδικό είναι, λίγα θα γράφαμε, πολλοί θα το βλέπατε. Και η επανέκδοση του Πάσχα είναι η αριστουργηματική “Κάλπικη Λίρα”, αυτό το σπονδυλωτό διαμαντάκι του Γιώργου Τζαβέλλα, με το υπέροχο και πολυάστερο καστ της εποχής εκείνης. Μια από τις καλύτερες ταινίες του ελληνικού σινεμά, σε ψηφιακά αποκατεστημένη κόπια.

Το Μικρό Σπίτι στο Δάσος (7/10)

Αυτή κι αν είναι έκπληξη. Μια ταινία από το πουθενά. Κάτι το απροσδόκητο. "To Mικρό Σπίτι στο Δάσος" είναι ένα πολύ σύγχρονο θρίλερ που προχωράει το είδος, μια και έπρεπε κάποια στιγμή να ξεκολήσουμε από την ομοβροντία του "Saw" και του "Bλέπω το Θάνατο σου". Αν και στην αρχή φέρνει σε νεανικό θριλεράκι του σωρού, στα γρήγορα καταλαβαίνεις ότι κάτι άλλο τρέχει εδώ. Μεταξύ τηλεοπτικού ριάλιτι, βιντεοπαιχνδιού, και θρίλερ επιβίωσης, ο Goddard, με τα δύο d, σε εισάγει στην κουλτούρα του Μεγάλου Αδελφού, και σου δείχνει πως οι "Αγώνες Πείνας" θα μπορούσαν να έχουν ουσία και άλλο αποτέλεσμα. Και εκεί που κερδίζει ο Goddard είναι ότι δεν αφήνει το θρίλερ του να γίνει μπλαφάρα, το σώζει συνέχεια αν και υπάρχουν φορές που άλλος δημιουργός του Χόλιγουντ θα το άφηνε να κατρακυλήσει. Ενώ, θεαματικό είναι και το τέλος. Δεν υπάρχουν καλοί και κακοί. Δεν θα υπάρξει κάποιος νικητής ή ηττημένος. Έτσι κι αλλιώς, το απόλυτο σκοτάδι είναι δεδομένο. Εν ολίγοις, και για να μη στα πολυλέω, το "Μικρό Σπίτι στο Δάσος" είναι το θρίλερ της χρονιάς, που συνδυάζει και περιπέτεια και τρόμο και δράση και κοινωνικό περιτύλιγμα. Κατά τη γνώμη μου, αξίζει της προσοχής σου και σίγουρα μελλοντικά θα αξιοποιηθεί δεόντως από το σύστημα.

Η Κάλπικη Λίρα (9/10)

Και γνωρίζεις την πάγια θέση μου, και φυσικά δεν θα γίνω κριτικός εικόνας και ήχου της ψηφιακής αποκατάστασης. Παρολαυτά, έτσι κι έχεις κάνει το “έγκλημα” να μην έχεις δει μια από τις καλύτερες ταινίες του ελληνικού σινεμά, κι από αυτές για τις οποίες πρέπει να υπερηφανεύεται ο παλιός κινηματογράφος μας, τότε τρέξε στις αίθουσες να δεις, έστω, τη νέα (σε εικόνα και ήχο) εκδοχή της. Σπονδυλωτή ταινία του Τζαβέλλα, πίσω στα 1955, με κορυφαίους ηθοποιούς του κινηματογράφου μας στο καστ να χορεύουν γαϊτανάκι στο “όνομα” μιας χρυσής πλην κάλπικης λίρας. Στη μεταπολεμική Ελλάδα της φτώχειας και του ονείρου που θα σε βγάλει από τη μιζέρια, άνθρωποι από όλες τις κοινωνικές κάστες “υποκλίνονται” μπρος στη θέα του πλούτου, έστω και του κάλπικου. Πρόκειται για μεγαλειώδες σινεμά, κι αυτό δεν το λέω με την απόσταση του χρόνου και το μεγαλείο του παλιού και κλασικού. Ο παλιός ελληνικός κινηματογράφος, αυτόν που πολέμησαν δηλαδή οι του ΝΕΚ γαλλοτραφείς (δικαίως ή αδίκως) στα early ‘70s, έχει να επιδείξει αριστοτεχνία στη σκηνοθεσία και κορυφώσεις στη δραματουργία, καθώς και περιεκτικότητα στην ιστορία, στοιχεία που τα βρίσκεις πλήρως εντυπωμένα στην “Κάλπικη Λίρα”.

Καθρέφτη, καθρεφτάκι μου (3/10)

Ο θρύλος της Χιονάτης ξαναζωντανεύει, τα χρώματα, ο ήχος, η εικόνα χαίρουν εντυπωσιασμού, δηλαδή η ταινία διαθέτει μια άριστη εικονοπλασία, και μένοντας με την απορία τι στο καλό είχε στο κεφάλι της η Τζούλια Ρόμπερτς ώστε ν’ αποφασίσει να συμμετάσχει σε αυτή την ιστορία, καταλήγω στο συμπέρασμα του παιδικού, δηλαδή ένα ευφάνταστο, άνευ ουσίας, παραμύθι που απευθύνεται -straight to dvd- στα παιδιά. Μην προσμένεις και πολλά από το “Καθρέφτη, καθρεφτάκι μου”. Η ιστορία της Χιονάτης, οι επαναστάτες νάνοι, και η κακιά βασίλισσα μαζεύονται για να σε διασκεδάσουν, μάλλον ανεπιτυχώς. Στα σίγουρα, δεν είναι μια ιστορία ενηλίκων. Καμία πρωτοτυπία, κανένα έξυπνο τρικ, τίποτε το ιδιαίτερο εν ολίγοις. Το μόνο που έχω να σου πω είναι να πας τον μικρό σου να το δει. Αυτός κάτι μπορεί να πιάσει από το όλο μείγμα βαρετής παραδοξότητας επί της οθόνης.

Οι Καλοκαιρινές μου Διακοπές (2/10)

Αυτό κι αν είναι σκουπίδι ολκής. Ο Μελ Γκίμπσον το παίζει τζόβενο και αγκομαχά στα σοκάκια του Μεξικού, ανάμεσα σε πιτσιρίκια και λωποδύτες, μαφιόζους και μικροαπατεώνες. Προφανώς και είναι η καριέρα του σε πτώση, και γι’ αυτό θυμήθηκε τα ένδοξα χρόνια των “Φονικών Όπλων” back to ‘80s, μπας και αναζωογονήσει τη βαλτωμένη υποκριτική του. Όμως, αυτό το b-movie το βρίσκεις στο σωρό που παράγει κάθε χρόνο το Χόλυγουντ, και χωρίς οι ταινίες αυτές να φέρουν τη σφραγίδα, παραγωγού, σεναριογράφου ή πρωταγωνιστή, ενός Μελ Γκίμπσον. Κι αυτή η διαπίστωση είναι που κάνει το θέαμα λυπηρό. Ο άλλοτε σταρ του συστήματος, με τις μεγάλες παραγωγές και τους θαυμαστούς ρόλους, ξέπεσε. Τέλοσπαντων, η θέση της ταινίας αυτής είναι στο dvd club της γειτονιάς σου, κι ανάμενε μέχρι το… καλοκαίρι για να τη δεις στον player σου.

StreetDance 2 (2/10)

Υποθέτω πως η σειρά “Streetdance” και οι άλλες συναφή χορευτικές που έχουν ξεφυτρώσει την τελευταία δεκαετία, και προφανώς απορρέουν από τα τηλεοπτικά talent shows, είναι τα αντίστοιχα “Karate Kid” της γενιάς του Μιλένιουμ, όπως τότε που οι καράτε πιρουέτες του ΛαΡούσο γοήτευαν τη γενιά μου. Επομένως, μιλάμε για εμπορικές ταινίες που απευθύνονται στο νεανικό (αν όχι εφηβικό) κοινό, ως εκ τούτου μην περιμένεις πλοκή και αξιοπρεπή σκηνοθετική λήψη, ποιότητα, ουσία και ερμηνείες της προκοπής. Το ζητούμενο είναι να δεις εντυπωσιακές χορευτικές κινήσεις και αλαβάστρινα αντρικά και γυναικεία κορμιά, τα οποία ο φακός όχι απλώς φιλμάρει αλλά κάνει σεξ μαζί τους. Για να καταλάβεις, και αν είχα ανακαλύψει μια συμπάθεια στο πρώτο “Streetdance” προ διετίας, βλέποντας το σίκουελ του παρατηρώ ότι έχουμε σίγουρα να κάνουμε με μια χαμηλής ποιότητας εμπορική μπαλαφάρα που θα βρει το δρόμο της στο κοινό του “So you think you can dance” και στα dvd players των εφήβων που διψάνε για επιδεικτικό χορό στα club της πόλης.

*Τα κείμενα δημοσιεύτηκαν στο κινηματογραφικό πόρταλ www.sevenart.gr (12-4-12).