31 Αυγ 2012

Για τη "Σιωπή της Σίβας" (Vakxikon.gr, 2011) του Ζ.Δ. Αιναλή


Διαβάζετε την Έκδοση του Vakxikon.gr εδώ.

Δημιουργός που βιώνει απόλυτα τον παλμό της εποχής του, ο Ζήσης Αϊναλής ακολουθεί έναν καινούργιο δρόμο, όσον αφορά την ελληνική πραγματικότητα, στη δημοσίευση της ποιητικής δημιουργίας, παρακάμπτοντας τους εκδοτικούς οίκους και τους άλλους διαμεσολαβητές, και προσφέροντας ο ίδιος τη δουλειά του μέσω του διαδικτύου και του ηλεκτρονικού λογοτεχνικού περιοδικού γραμμάτων & τεχνών Vakxikon.gr. Αν και έχουν προηγηθεί κι άλλες παρόμοιες προσπάθειες, η συγκεκριμένη ηλεκτρονική έκδοση, γέννημα ενός από τους καλύτερους νέους Έλληνες ποιητές και κριτικούς της λογοτεχνίας, καταγγέλλει συνειδητά και μεγαλόφωνα τη χειραγώγηση και την οικονομική εκμετάλλευση της τέχνης από τους διαθέτοντες τα μέσα για τη δημοσιοποίηση και την προώθησή της, και προτείνει ως διέξοδο την απευθείας επαφή του δημιουργού με το κοινό μέσα από την αξιοποίηση των ηλεκτρονικών μέσων πληροφόρησης, χωρίς φυσικά να παραγνωρίζει και τις αρνητικές όψεις του εγχειρήματος [απουσία μηχανισμών προβολής, δωρεάν διάθεση του έργου, αναγνωστικό κοινό που αντιμετωπίζει ακόμη με δυσπιστία εγχειρήματα αυτού του είδους ]. 

Παρά τις δυσκολίες αυτές ο Ζήσης Αϊναλής, όντας αντισυμβατική καλλιτεχνική φιγούρα , τολμά, και η δουλειά του είναι από εκείνες που επιβεβαιώνουν το φανέρωμα μιας νέας ποιητικής γενιάς, της οποίας χαρακτηριστικά είναι η εσωτερικότητα, η αναζήτηση ενός προσανατολισμού μέσα σε μία απόλυτη ιδεολογική σύγχυση, η αγωνία για την εύρεση μιας διεξόδου, η αναγωγή του καθημερινού βιώματος σε αισθητικό γεγονός, η απενοχοποίηση του χυδαίου, η πλήρης απελευθέρωση των εκφραστικών τρόπων ή και η αναδιάταξη εκείνων της παραδοσιακής στιχουργίας ώστε να ανταποκρίνονται στις αλλαγές των καιρών, οι επιδράσεις από ποικίλα λογοτεχνικά ρεύματα που εμφανίστηκαν στο πρόσφατο παρελθόν, και η δημιουργική συγχώνευσή τους. Το μυστικό ωστόσο που κάνει την ποίηση του Αϊναλή ιδιαίτερη, είναι ότι παρακολουθεί την άνδρωση αυτής της γενιάς κατά κάποιο τρόπο απ' έξω, χαράσσοντας με τους δικούς του όρους το λογοτεχνικό του στίγμα και δημιουργώντας μία ποίηση εγκεφαλική, απαιτητική και την ίδια στιγμή χειμαρρώδη, κατάστικτη από υπαρξιακές, μεταφυσικές και πολιτικές αναφορές. Ο ίδιος άλλωστε δηλώνει χαρακτηριστικά: «Κάθε καλλιτεχνικό έργο, μόνο και μόνο εξαιτίας της δημοσιοποίησής του, της κάθετης παρέμβασής του στο χωροχρονικό γίγνεσθαι, αποτελεί μια πράξη πολιτική». 

Η «Σιωπή της Σίβας» είναι το τρίτο σκαλί σε μία ποιητική ανάβαση που ξεκίνησε το 2006 με τη συλλογή «Ηλεκτρογραφία» και συνεχίστηκε το 2008 με τα «Αποσπάσματα». Πηγή έμπνευσής του ποιητή στη συγκεκριμένη συλλογή στάθηκε το Αιθιοπικό έπος Kebra Nagast ή άλλως «Η Δόξα των Βασιλέων», κείμενο τουλάχιστον 700 ετών, που αφηγείται τη συνάντηση της Μακέδα, βασίλισσας του Σαβά και του Σολομώντα, τη γέννηση του Μενελίκ, καρπού του έρωτα των δύο παραπάνω προσώπων, τη μεταφορά της «κιβωτού της Διαθήκης» από τον Μενελίκ στην Αιθιοπία [με αποτέλεσμα ο Σολομώντας να χάσει την κιβωτό αλλά και τη θεϊκή εύνοια που τη συνόδευε], αλλά και τον τρόπο με τον οποίο οι Αιθίοπες έπαψαν να πιστεύουν στον ήλιο, στη σελήνη και στ' αστέρια, και ασπάστηκαν τη λατρεία του Θεού των Ισραηλιτών. Όλα τα παραπάνω συνιστούν κατά έναν τρόπο τη θεματική ραχοκοκαλιά της συλλογής, καθώς ο ποιητής, αξιοποιώντας διακριτικά την ιστορική μέθοδο του Έλιοτ, συμφύρει το παρελθόν και το παρόν σε μια αξεδιάλυτη ενότητα, ξεκινώντας από το δράμα του Σολομώντα και φτάνοντας μέχρι την παλαιστινιακή Χεβρώνα των ημερών μας. 

Ο αναγνώστης ωστόσο έχει τη διαρκή εντύπωση πως όλα συμβαίνουν τώρα ή θα συμβούν στο μέλλον, κι αυτή είναι η επιτυχία του ποιητή, η ικανότητά του δηλαδή να αποφεύγει τη γραφικότητα μιας ποιητικής ιστορικής αναπαράστασης και να φέρνει το μακρινό παρελθόν στα μέτρα του παρόντος, μέσα από τις εξομολογήσεις και τις συναισθηματικές εκσπερματώσεις του ποιητικού υποκειμένου του, του Σολομώντα. Σε όλο το έργο είναι πρόδηλες οι επιδράσεις από το κίνημα του ρομαντισμού: το συγκινησιακό και το υπερβολικό, το παράδοξο και το μυστηριώδες, η διάχυτη μελαγχολία, το ασαφές και το συγκεχυμένο, ο έντονος εγωκεντρισμός, το πλούσιο λεξιλόγιο, ο ζωηρός ρυθμός. Ο Αϊναλής ωστόσο χαράσσει πάνω σε νέες γραμμές τα θεωρητικά γνωρίσματα του ρομαντισμού, υποτάσσοντας τον εκφραστικό παρορμητισμό σε μία περισσότερο αφηγηματική φόρμα, εμπλουτισμένη με στοιχεία σουρεαλιστικά [εγώ σ' /έβλεπα να βαδίζεις στα κύματ' ατάραχη το στήθος /χαμαιλέοντα το άσπρο του αφρού των και πέφταν τα /δόντια από το στόμα μου σαν όξινη βροχή στην /περιφέρεια των βημάτων σου], εξπρεσιονιστικά [ξερνώντας στα διαστήματα τον θλιβερό εαυτό μου/ τα σπλάχνα μου τους πνεύμονες τη σπλήνα τους νεφρούς μου /οδοκαθαριστές σαρώνοντας στις ράγες το εγώ μου] ή και ντανταιστικά [καραδοκώντας χάραμα πώς να τρυπώσω κόσμο /να τρέχοντας να κλαίγοντας ημικρανία στα μάτια /θολό το βλέμμα υδαρή που ψάχνοντας στον κόσμο /κάτω από αποβάθρες γέφυρες όνειρα γόνιμα πουλιά]. Ακόμη και ψήγματα από το δημοτικό τραγούδι [έπεσα δυο φορές να κοιμηθώ και τρεις να εκσπερματώσω] ή και έργα της αμερικανικής beat λογοτεχνικής γενιάς, όπως το "Howling" του Ginsberg [εγώ που επέζησα ένα χειμώνα θάνατο να κατουρώντας αίμα /και να γυμνώνοντας τον πούτσο μου τη νύχτα στις κυρίες] μπορεί να ανιχνεύσει κανείς. 

Το αφηγηματικό στοιχείο δεσπόζει σε ολόκληρη την ποιητική συλλογή, άλλοτε με την παράθεση αποσπασμάτων από το Kebra Nagast και την Παλαιά Διαθήκη, άλλοτε με τη μορφή της ποιητικής αφήγησης, κι άλλοτε με την παρουσία αυτούσιων αφηγηματικών μερών. Παράλληλα, η υιοθέτηση ενός Βιβλικού ύφους σε αρκετά σημεία του έργου δημιουργεί μια γέφυρα που ενώνει τη γραφή του ποιητή με εκείνη του «Ash Wednesday» του Έλιοτ ή της «Έγκωμης» του Σεφέρη. Τα ποιήματα της συλλογής δεν έχουν τίτλο, είναι απλώς αριθμημένα από το ένα μέχρι το εννέα, με καταληκτική δέκατη σύνθεση την «Αποκάλυψι Μενελίκ» όπου ο προφητικός και κρυπτογραφικός λόγος του ποιητή βαδίζει κρατώντας το χέρι μιας αδυσώπητης ειρωνείας για την επερχόμενη «εποχή της Μεγάλης Νύχτας». Αλλού πάλι ο ποιητής εγκαταλείπει τις συναισθηματικές εκχυμώσεις του ρομαντικού ύφους και υιοθετεί έναν λόγο καθημερινό [Ρε συ πατέρα /ξέρεις κάτι /δεν καταλαβαίνω /γιατί αρνείσαι να πεθάνεις] απογυμνωμένο από κάθε είδος εκφραστικού πειραματισμού, ενδεικτικό της ικανότητάς του να ζευγαρώνει το εξεζητημένο με το λιτό μέσα σε σχήματα αυθεντικής ποιητικής συγκίνησης. Κι ανάμεσα εκεί παραμονεύει η εικόνα του Σολομώντα απομυθοποιημένη, γυμνή από τη λάμψη του χρυσού και της θρησκευτικής παράδοσης. Βαθιά και σχεδόν τραγικά πλασμένη με ξενύχτια, με στύσεις, με ανημέρωτα ένστικτα, αποτελεί την κύρια φωνή σε όλη τη σύνθεση, την κατευθυντήρια γραμμή της ανέλιξης του ποιητικού λόγου, σε σημείο μάλιστα που σχεδόν το σύνολο του έργου να μοιάζει με το μονόλογο ενός δραματικού ήρωα. Άλλωστε η απόσταση ανάμεσα στη δομή της σύνθεσης του Αϊναλή και στην αντίστοιχη της κλασικής τραγωδίας δεν είναι και πολύ μεγάλη: το λυρικό και το αφηγηματικό στοιχείο, η τραγική φιγούρα, η δέση και η λύση κάνουν τη «Σιωπή της Σίβας» να γονιμοποιείται με το σπόρι του θεατρικού λόγου και να τίκτει θαυμάσιους καρπούς. 

Όσον αφορά τέλος τους εκφραστικούς τρόπους, ο Ζήσης Αϊναλής επιλέγει έναν σχεδόν αντισυμβατικό τρόπο γραφής, ανατρέποντας τους συντακτικούς κανόνες και προχωρώντας σε μία προσωπική συντακτική ορθογραφία, παραγωγό πολλές φορές αλλόκοτων σε πρώτη επαφή νοηματικών συνόλων. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της ιδιομορφίας αποτελεί η χρήση της μετοχής στη θέση της υποτακτικής [ένα χειμώνα θάνατο να φτύνοντας το αίμα /και να γυμνώνοντας τα λόγια μου κουκούτσια μες το στόμα /να φτύνοντας τα δόντια σάλια να καρφώνοντας /τέσσερις τοίχους φυλακή το θάνατο στο στήθος]. Αν μου αρέσει για ένα πράγμα ο Αϊναλής, είναι γιατί διαβάζοντάς τον δεν έχω την εντύπωση ότι διαβάζω ταυτόχρονα και άλλους εκατό ποιητές αυτής της γενιάς. Κατορθώνει, πράγμα εξαιρετικά δύσκολο σε μια ισοπεδωτική εποχή, να επινοήσει τα δικά του εργαλεία για το σμίλεμα της σκληρής πέτρας που λέγεται ποίηση. Το δημιούργημά του μπορεί σε κάποιους να δίνει την εντύπωση του ελιτίστικου ή και του εξεζητημένου, να φαντάζει δύσκολο στην προσέγγισή του, να απαιτεί για την ερμηνεία του την εμβάθυνση στο υπερκείμενο, να ξενίζει με τις εκφραστικές ακροβασίες του, να απέχει από το δόγμα της εποχής «όσο λιτότερο τόσο ουσιαστικότερο». Είναι όμως αληθινό και η αλήθεια συχνά απαιτεί περισσότερες από μία θέσεις παρατήρησης των πραγμάτων. Είναι αποκαλυπτικό, γιατί τολμά να κάνει ανασκαφές στους αρχαιολογικούς χώρους της ανθρώπινης ψυχής και να ψαχουλέψει τόσο τα φωτεινά όσο και τα σκοτεινά συστατικά της. Είναι δηλωτικό της βαθιάς μόρφωσης και της εντρύφησης του ποιητή πάνω στα σπουδαία λογοτεχνικά και καλλιτεχνικά κινήματα που έθρεψαν το σώμα της ποίησης του αιώνα μας. 

Είναι τέλος, όπως ειπώθηκε και πριν, ένα δημιούργημα πολιτικό, μια αγωνιώδης περιήγηση στους θαλάμους ενός ισχυρού μικρόκοσμου που διαπιστώνει με απόγνωση το βαθμιαίο ξεθώριασμα της λάμψης του. 

Κώστας Τσιαχρής 

Συνέντευξη της Σιλβί Τεστί


Βγαλμένη από την ίδια τη… ζωή είναι η ταινία “Η Ζωή μιας Άλλης”, μια και στη δραμεντί αυτή, σύμφωνα με την σκηνοθέτρια Σιλβί Τεστί, το γέλιο διαδέχεται το κλάμα και αντίστροφα. Καθότι ναι μεν 15 χρόνια (ή 12 κατά την Τεστί, όπως η ίδια ισχυρίζεται στη συνέντευξη που θα δεις) απώλεια μνήμης είναι πολλά για να τα αλλάξεις σε μόλις τέσσερις μέρες, εντούτοις τα κωμικά στοιχεία ενυπάρχουν και οι δραματικές προεκτάσεις υπερθεματίζουν αυτή την προσπάθεια για αλλαγή. Η 41χρονη δημοφιλής ηθοποιός Σιλβί Τεστί πραγματοποιεί το σκηνοθετικό της ντεμπούτο με τη “Ζωή μιας Άλλης”, ένα σύγχρονο sci-fi δράμα που καταφέρνει να “ενώσει” για πρώτη φορά επί της οθόνης τους διάσημους ηθοποιούς Ζιλιέτ Μπινός και Ματιέ Κασοβίτς. Γι’ αυτή την ιδιαίτερη ταινία, στην οποία η 40χρονη Μαρί ξυπνάει με απώλεια μνήμης 15 ετών ώστε να καταφέρει να σώσει τον γάμο της με τον Πολ, η Σιλβί Τεστί μας χαρίζει δυόμιση λεπτά -ιδιαιτέρως χρήσιμα για την επίλυση οποιασδήποτε απορίας που μπορεί να έχεις για την ιστορία αυτή, η οποία βασίστηκε σε γνωστό βιβλίο του Φρεντερίκ Ντεγκέλ. 

Νέστορας Πουλάκος

Δείτε τη συνέντευξη εδώ

*Η βίντεο-συνέντευξη δημοσιεύτηκε στο κινηματογραφικό πόρταλ www.sevenart.gr (3-8-12).

30 Αυγ 2012

Pass2Day | Μπάλος, Σιγανός και Πεντοζάλη | #17


Eπιμέλεια: Διονύσης Κούτρας 

Μετά από διάστημα ενός μήνα το Pass2Day επιστρέφει ανανεωμένο και γεμάτο εμπειρίες. Μία από τις καλοκαιρινές εμπειρίες ήταν και το ταξίδι στην Κρήτη, όπου φυσικά δεν θα μπορούσε να τροφοδοτήσει ένα αφιέρωμα στην κρητική μουσική. Η κρητική μουσική είναι αμάγαλμα πολλών παραδόσεων. Το νησί της Κρήτης, σταυροδρόμι μεταξύ Ανατολής και Δύσης, επέτρεψε στη μουσική του ν’ αγκαλιάσει διάφορα και ποικίλα μουσικά ιδιώματα αλλά και να είναι, συνάμα, μοναδική. Δημιουργήθηκε στα προιστορικά χρόνια κι όπως εξελίχθηκε ως σήμερα είναι η αρχαιοπρεπέστερη και γνησιότερη ελληνική και ευρωπαική μουσική. Η μουσική στην Κρήτη αποτελεί ακόμη και σήμερα σημαντικό μέρος της ζωής των ανθρώπων που την καλλιεργούν, την ακούν, τη χορεύουνκαι την τραγουδούν.

Μουσική, χορός και τραγούδι στην Κρήτη αποτελούν ενότητα αρμονικά δεμένη με καλό φαγητό, πιοτό, κουβέντες, όλα συνδυασμένα με κέφι σε γλέντια όπου οι κρητικοί συναντιούνται για να γιορτάσουν και για να μοιραστούν "καλές" στιγμές με μέλη της κοινότητάς τους. Αυτά τα δημόσια και κοινωνικά γλέντια δίνουν αφορμή στους Κρητικούς να εκφράσουν τα κοινωνικά τους πιστεύω αλλά και να επιδείξουν την κρητική τους ταυτότητα. Όταν οι Κρητικοί γλεντούν, δείχνουν ποιοι είναι, εκφράζονται, επικοινωνούν και δηλώνουν δημόσια τι σημαίνει να είσαι Κρητικός. Το νησί της Κρήτης είναι γνωστό για την ανεξαρτησία των κατοίκων του. Οι Κρητικοί, που έδρασαν ενεργά σ' επαναστάσεις ονομάζονται παλικάρια, έτοιμα ανά πάσα στιγμή να πεθάνουν για την ελευθερία τους. Γενναίοι και δυνατοί, αποκαλούνται επίσης λεβέντες και μερακλήδες. Αυτούς τους Κρητικούς συναντάμε στα κρητικά γλέντια. Εκεί, μέσα στην κοινότητα, με το χορό και το τραγούδι τους εκφράζεται η προσωπικότητά τους. Έρχοντια σε κέφι αλλά και φέρνουν κέφι, είναι μερακλήδες, λεβέντες, παλικάρια. 

Ο κόσμος αλλάζει μα ο άνθρωπος εξακολουθεί να έχει τα ίδια προβλήματα, επιθυμίες, χαρές, λύπες και αγωνίες. Τις χαρές, τον πόνο και τον έρωτα τραγουδά η Κρήτη με την παράδοσή της, βαθιά ανθρώπινη σε ένα κόσμο που ψάχνει να βρει τον άνθρωπο. Τα νέα παιδιά εξακολουθούν και σήμερα να χορεύουν τους χορούς της Κρήτης, να τραγουδούν τις μαντινάδες της, να δημιουργούν, να μαθαίνουν τα μουσικά όργανα γεγονός που οφείλεται κυρίως στη δύναμη της ψυχής, το μεράκι και τη ιδιοσυγκρασία των Κρητικών όπου και να βρίσκονται. 



 
Η Συναυλία της Χρονιάς 

Οι Red Hot Chili Peppers, το συγκρότημα που έκανε το funk rock ν' ακούγεται παντού και να έχει φανατικούς θαυμαστές σε όλο τον κόσμο, έρχεται επιτέλους στην Ελλάδα σε λιγότερο από μια εβδομάδα για μια μοναδική συναυλία που θα μείνει στην Iστορία. Είχαμε φτάσει στα όρια να κατέβουμε σε διαμαρτυρία και να επαναστατήσουμε για να τους φέρει κάποιος εδώ αλλά τελικά οι προσευχές μας, τα τρισάγια και τα ευχέλαια εισακούστηκαν. 4 Σεπτέμβρη στο ΟΑΚΑ! Χιλιάδες επιτυχίες, αμέτρητες συναυλίες, πάρα πολλές πρωτιές στα charts, τους κατατάσσουν μέσα στις πιο εμπορικές μπάντες, και από το 1983 που δημιουργήθηκαν δεν έχουν σταματήσει να εκπλήσσουν με τις εμφανίσεις και τα τραγούδια τους. Οι επιρροές τους είναι αναρίθμητες: James Brown, Elvis Prisley, Black Flag, Fishbone, The Clash, Led Zeppelin, Miles Davis, Elvis Costello. Έχουν το ταλέντο να παίρνουν στοιχεία απ' όλους και να τα προσαρμόζουν στο στυλ τους. Ο ελληνικής καταγωγής Antony Kiedis είναι ένας από τους καλύτερους frontmen που εχουν περάσει από ροκ συγκροτήματα. Το Blood Sugar Sex Magic έχει γίνει πλέον κλασικός δίσκος και κομμάτια όπως το Give it Away, Around the Wworld, Scar Tissue έχουν στιγματίσει τα 90's και ακούγονται σήμερα σαν να έχουν γραφτεί τώρα. 

Να είστε όλοι εκεί…

Πηγή: rethimno

29 Αυγ 2012

"Τα πάντα απο-ρήτος / History of music and poetry : Like a stone" - No 24



Written by Audioslave
 Live in Cuba 

Έρημος, βαρύς και μόνος    
(Αττίκ)
 
2008,δέκα χρόνια χωρίς τον Χορν
όταν έφυγε εκείνος ήμουν δώδεκα χρονών
θέλει μαγκιά για να` σαι στο Σέρπικο ο Πατσίνο
να κάνεις την απόσταση Μόναχο-Βερολίνο
θα επιμείνω,θα μείνω το αγόρι εκείνο
σαν δεύτερο παιδί οικογένειας στο Πεκίνο
σαν τον πρώτο emo που έπεσε στης εποχής τα θύματα
της γενιάς χωρίς Πολυτεχνείο και κινήματα
της γενιάς που δεν πονάει,που δε γελάει
που αμφιβάλλω αν το αίμα στις φλέβες καυτό κυλάει
όμως μην κατηγορείς το κρεβάτι στην απιστία
άλλοι μεγάλωσαν με Pokemon και άλλοι με Φρουτοπία
κι άλλοι είναι ένα Prozac με στιλό,όπως εγώ
φτιάχνω κοκτέιλ και το πίνω καυτό
γεννημένος στου εικοστού αιώνα το πικ
ακριβώς εκατό χρόνια μετά από τον Αττίκ.

Έρημος, βαρύς και μόνος
κάθε βήμα μου είναι πόνος
μα τον ξένο πόνο ποιός τον εννοεί;
Έρημος, βαρύς και μόνος περπατώ εδώ κι εκεί
και μετρώ το κομπολόι
που μου χάρισαν στον κόσμο οι κακοί.

Δεν είμαι εγώ, είμαστε εμείς (που δεν πεθαίνουμε νωρίς)
είμαστε αρρώστια εποχής (και οι ελπίδες της δραχμής)
κάνω με το κενό ειρήνη, ρυθμική όπως το τάλαντο
με ένα πόδι στον έρωτα και ένα πόδι στο θάνατο
σε αυτή τη μοναξιά που μας κρατά όλους κοντά της
που δεν της ξέφυγε ούτε ο Ντίνος ούτε ο Γκιωνάκης
στο θάρρος που απαιτεί όταν η μνήμη θα σε στείλει
στου Σκότους τη φωνή και στου Ευγένιου την ύλη
μένουμε μόνοι στο παρόν, σε μια ζωή όλο σχεδόν
σχεδόν ευτυχισμένοι και σχεδόν απελπισμένοι
σχεδόν ετοιμασμένοι για ό,τι μας περιμένει
με πιο μικρές παρέες και πιο μικρές ιδέες
με πιο πολλούς εχθρούς και πιο πολλές σημαίες
αφού όλα τα ρεκόρ μας ακυρώθηκαν σαν σκάρτα
και βγήκαμε από το γήπεδο με μια κόκκινη κάρτα
δεν ξέρω τι είναι αυτό που με κρατά τελικά
και δεν αρχίζω τα χάπια και τα ναρκωτικά
δεν ξέρω τι είναι αυτό που μου φωνάζει σταμάτα
να ρίξω το κοκτέιλ να χυθεί μια για πάντα
να δώσω μια και να πέσουν όλα σαν τραπουλόχαρτα
να δω την ομορφιά πίσω από πόρτες τσιγαρόχαρτα
να χύσω το κοκτέιλ να γεμίσει όλος ο δρόμος
να πάψω να γυρνάω έρημος, βαρύς και μόνος. 

28 Αυγ 2012

Καλοκαιρινές διακοπές για πάντα!


Ως είθισται, όταν το SevenArt κλείνει για διακοπές αναγκαστικής ξεκούρασης επιτελεί ταυτόχρονα και κοινωνικό έργο. Καθότι οι του SevenArt συντάκτες θεωρούμε υποχρέωση μας να επιμεληθούμε ένα χορταστικό αφιέρωμα για το κλείσιμο της σεζόν 2011-2012 αποκλειστικά για όλους αυτούς τους σινεφίλ, που είτε θα μείνουν στην πόλη αναζητώντας για συντροφιά τους ένα καλό dvd, είτε που ακόμη και στις παραλίες και στις εξοχές θα βλέπουν ταινίες με την Κάθρην Χέμπορν ή με τη Μόνικα του Μπέργκμαν. Καλοκαιρινές διακοπές για πάντα, λοιπόν, είναι ο τίτλος του φετινού αμιγώς καλοκαιρινού αφιερώματος του SevenArt. Δέκα ξεχωριστές ταινίες που “μυρίζουν” διακοπές και απόλυτη χαλάρωση, γεγονός που συνδυάζεται με την ξεκούραση την οποία σίγουρα χρειάζεσαι ώστε να βγει ένας ακόμη πιο δύσκολος χειμώνας, αυτός του 2012-2013. Με παγωμένο τσάι, ευχάριστη διάθεση και ημίγυμνη αμφίεση καθώς απαιτείται λόγω καύσωνα, απόλαυσε δέκα διαφορετικές (μεταξύ τους) ταινίες. Το SevenArt σου εύχεται καλές διακοπές. Θα είναι καθημερινά κοντά σου από την Δευτέρα 20 Αυγούστου. 

Νέστορας Πουλάκος 
poulakos@sevenart.gr 

Δείτε το αφιέρωμα εδώ

*Το αφιέρωμα δημοσιεύτηκε στο κινηματογραφικό πόρταλ www.sevenart.gr (3-8-12).

27 Αυγ 2012

Ο Σκοτεινός Ιππότης: Η Επιστροφή


Του Νέστορα Πουλάκου 

Όπως και να ’χει, η τριλογία ταινιών που αναμόρφωσε ολοκληρωτικά τη σύγχρονη ματιά πάνω στα action & superhero movies φτάνει στο τέλος της με τον πλέον επικό τρόπο. Οι τρεις ταινίες που σκηνοθέτησε ο Κρίστοφερ Νόλαν έκοψαν εκατομμύρια εισιτήρια, δημιούργησαν φανατικό κοινό (μέχρι και σε μακελειό οδήγησαν) και φυσικά επηρέασαν τη σύγχρονη κινηματογραφία. Δεν είναι τυχαίο ότι ο Iron Man και συνολικά οι Avengers σαν να έχουν περισσότερο… Μπάτμαν στα «κουστούμια» τους, ο Σπάιντερμαν έκανε μια νέα αρχή παρ’ όλο που μόλις είχε ολοκληρωθεί η προηγούμενη τριλογία του, προκειμένου να «σκοτεινιάσει». Τα ίδια αναμένονται και στον επερχόμενο Σούπερμαν. Εν ολίγοις, ο Μπάτμαν του Νόλαν έχτισε ολόκληρη σχολή ταινιών που κατακλύζουν (και θα συνεχίσουν) την αγορά του σινεμά. 

Ξεκινάω με τα παραπάνω καθότι λίγο –πιστεύω ότι- σ’ ενδιαφέρει για το αν ο Σκοτεινός Ιππότης: Η Επιστροφή είναι καλύτερος ή χειρότερος από τις άλλες δύο ταινίες της τριλογίας. Για να πω την αλήθεια μου και οι τρεις ταινίες βρίσκω ότι κινούνται στο ίδιο επίπεδο. Εντυπωσιακή κινηματογράφηση, πλούσιο σενάριο, εξαιρετικά εφέ. Άλλη μια αλήθεια είναι ότι -νομοτελειακά- η τελευταία ταινία μιας τριλογίας προσπαθώντας να βγάλει το επικό φινάλε τα χάνει κάπως. Με το Batman Begins εντυπωσιαστήκαμε, με τον Σκοτεινό Ιππότη εκστασιαστήκαμε και με την ταινία τούτη περιμέναμε (κακώς είπαμε, νομοτέλεια είναι αυτή) να λιποθυμήσουμε απ’ την τελειότητα. Δεν υπάρχει τέλεια ταινία, είναι γνωστό αυτό. Μόνο ο Όρσον Γουέλς έφτασε κοντά με τον Πολίτη Κέιν. 

Ορθώς, ο Νόλαν παίζει με τα σύγχρονα παράδοξα. Οικονομική κρίση, αγανακτισμένοι και νεο-αναρχικοί, διαφθαρμένοι πολιτικοί και παραμυθιασμένοι αστυνομικοί. Όλα αυτά συνυπάρχουν στο νέο Μπάτμαν. Η ματαιοδοξία του Νόλαν να χωρέσει τα πάντα στην ιστορία του έφτασε την ταινία κοντά στις τρεις ώρες. Αναπόφευκτα πέφτει σε σεναριακές λούμπες, η ιστορία βρίθει κλισέ και πολλά χασμουρητά (στα κομμάτια με τον πολύ… διάλογο) ακούγονται στην αίθουσα. Οι ερμηνείες των ηθοποιών είναι όλες τους πολύ καλές. Σαφώς και ξεχωρίζει εκείνη του -καλά κρυμμένου πίσω από τη μάσκα του Μπέιν- Τομ Χάρντι. Τελειώνοντας, απλά σημειώνω την εξαίσια, για μια ακόμη φορά, σκηνοθεσία του Νόλαν. 

Συνοψίζω: Κατά τη γνώμη μου λίγη σημασία έχουν τα όποια κριτικά σημειώματα για την ταινία. Η τριλογία Μπάτμαν του Κρίστοφερ Νόλαν βρίσκεται ήδη στο πάνθεον των καλύτερων action/ superhero movies όλων των εποχών. Η επίδρασή της και η επιρροή που έχει στον κινηματογράφο του σήμερα, είναι σημαντική και αγγίζει τον απόλυτο βαθμό. Ο Νόλαν το έκανε το θαύμα του. Και αδημονώ, κιόλας, για το επόμενο. 

*Το κείμενο δημοσιεύτηκε στην εβδομαδιαία πολιτική εφημερίδα Δρόμος (φύλλο 128 - 25 Αυγούστου 2012).

(Υπόλοιπες) Ταινίες 23-8-12


Του Νέστορα Πουλάκου 

Αυτή την εβδομάδα κάνουν πρεμιέρα στις αίθουσες τέσσερις ταινίες, που όλες τους κινούνται σε καλά επίπεδα. Σαφώς και ξεχωρίζει η τελευταία ταινία της τριλογίας Μπάτμαν, “Ο Σκοτεινός Ιππότης: Η Επιστροφή”, δια χειρός του σύγχρονου σκηνοθέτη / θαυματοποιού Κρίστοφερ Νόλαν. Η εβδομάδα αυτή διαθέτει και μία επανεκδόση, όχι και τόσο κλασική. Με την Μπριζίτ Μπαρντό να καταφτάνει για να δροσίσει τις σινεφίλ κάψες, που ενδεχομένως έχεις λόγω του νέου καύσωνα. Στο μεταξύ, συνεχίζονται οι προβολές του 2ου Athens Open Air Film Festival, μέχρι να μπούμε στον φεστιβαλικό Σεπτέμβριο, οπότε οι διοργανώσεις Νύχτες Πρεμιέρας και Φεστιβάλ Δράμας θα μας υποδεχτούν με φρέσκες κινηματογραφικές προτάσεις. Ταινία της εβδομάδας είναι, προφανώς, “Ο Σκοτεινός Ιππότης: Η Επιστροφή”, η τελευταία ταινία της τριλογίας Μπάτμαν του Κρίστοφερ Νόλαν. Μια επικών διαστάσεων ταινία που θα λατρέψετε, πάρα τα όποια αρνητικά που έχει σε αφθονία. Το “Δικό μας Βαλς”, με την Μισέλ Γουίλιαμς, κινείται στην πεπατημένη του “Blue Valentine”, διερευνώντας τις εκτραχυμένες σύγχρονες σχέσεις των δυο φύλων. Μια χαμηλών τόνων μα καλή πρόταση γι’ αυτή την εβδομάδα. Αμερικανικό χιούμορ τύπου “Family Guy” διαθέτει σε ποσότητα το “Ted” του Σεθ ΜακΦερλέιν, εμπνευστή της τηλεοπτικής σειράς που προανέφερα αλλά και του αρκούδου που κυριολεκτικά “τα σπάει” σε αυτή την ιδιαίτερη κωμωδία. Δεν γίνεται νέα εβδομάδα προβολών χωρίς γαλλική κομεντί. “Για όλα φταίει τ’ όνομα σου” ο τίτλος της, και η Σοφία Καλάγκα σου εξηγεί τι ακριβώς είδε σε αυτό το θεατρόμορφο γαϊτανάκι σχέσεων. Πρόφαση έψαχνε ο Ροζέρ Βαντίμ για να κινηματογραφήσει τα κάλλη της… καλής του Μπριζίτ Μπαρντό και τη μαγεία του τουριστικού θερέτρου Σαν Τροπέ. Η αλήθεια είναι ότι τα κατάφερε μια χαρά. Την ουσία της ταινίας “Και ο Θεός έπλασε τη Γυναίκα” ψάχνω μόνο. 

Το Δικό μας Βαλς (5/10) 

Γλυκόπικρη κομεντί από τον Καναδά, σε σκηνοθεσία της ηθοποιού Σάρα Πόλεϊ, η οποία ήδη διανύει μια αξιόλογη σκηνοθετική καριέρα. Η ταινία κινείται στα μονοπάτια του “Blue Valentine” και άλλων ιστοριών του σύγχρονου αμερικανικού σινεμά, που εξερευνούν τις σημερινές σχέσεις των δυο φύλων, τις αμαρτίες τους και τα εξωτερικά ερεθίσματα που τις ταρακουνούν για τα καλά. Κοίταξε, η ταινία είναι μια κομεντί που και σε ενδιαφέρει και σε ιντριγκάρει με τον τρόπο που χειρίζεται το θέμα της. Χαμηλών τόνων, κινείται σε αργούς ρυθμούς, παίζει με το συναίσθημα, τονίζει το ρομαντικό στοιχείο, αν και προς το τέλος το σεξουαλικό παραλήρημα και το ερωτικό μπέρδεμα δίνουν και παίρνουν. Ναι, και οι παντρεμένοι έχουν ψυχή, όπως έλεγε το παλιό αθάνατο ελληνικό σήριαλ, όμως η ιστορία της Πόλεϊ το παρακάνει λίγο. Δεν πρόκειται για εξωπραγματική ιστορία. Άλλωστε, στο μεγαλύτερο μέρος της κινείται σε απολύτως ρεαλιστικά επίπεδα. Παρολαυτά, υπάρχουν στιγμές που όλο αυτό το γλυκανάλατο, εν συνεχεία η τροπή που παίρνει η πλοκή, και δη, η τυποποίηση της Μισέλ Γουίλιαμς σε τέτοιους είδους ρόλους (ας όψεται η επιτυχία της στο “Blue Valentine”) σα να σε ξενίζουν. Εντέλει, η ταινία αυτή αποτελεί μια πρόταση διερεύνησης των πιο μύχιων μυστικών του ανθρώπινου μυαλού, όταν ο χρόνος περνάει και οι σχέσεις δοκιμάζονται σε κάθε βηματισμό τους, σε κάθε λεπτό της ώρας που περνάει. 

Ted (4/10) 

Αμερικανική σάτιρα με μπόλικες κινηματογραφοφιλικές αναφορές από την αρχή μέχρι το τέλος της. Το έξυπνο αρκουδάκι του Σεθ ΜακΦερλέιν, ο στιβαρός ρόλος του Μαρκ Γουόλμπεργκ και οι κουκλάρες που κάνουν την εμφάνιση τους σε όλη τη διάρκεια της ταινίας, είναι τα στοιχεία που σε αποζημιώνουν και με το παραπάνω. Υπάρχει βέβαια και η εντελώς αδιάφορη (αν και πανέμορφη) Μίλα Κούνις που μπορείς να της προσπεράσεις (και να κλείσεις κάπως τα μάτια σου) με μεγάλη ευκολία. Όπως επίσης και το χιούμορ του ΜακΦερλέιν, βασικό συστατικό άλλωστε της ταινίας. Κοίταξε, η σάτιρα και τα αστεία του δημιουργού της πετυχημένης τηλεοπτικής σειράς “Family Guy” είναι ιδιαίτερα, και νομίζω ότι απευθύνονται σε συγκεκριμένο κοινό. Με άλλα λόγια, δεν έχουμε να κάνουμε με κλασική κωμωδία, παρόλο που το χοντροκομμένο και “σκατολογικό” χιούμορ που, δυστυχώς, εμφανίζεται στο σύνολο των αμερικανικών ταινιών του είδους είναι πανομοιότυπο. Και φυσικά υπάρχει ανάγλυφο και στην περίπτωση του “Ted”. Από την άλλη μεριά, σε αντίθεση με τον αρκούδο της ταινίας της Τζόντι Φόστερ “Ο Άλλος μου Εαυτός”, το αρκουδάκι Ted είναι το κλου της ιστορίας και ο βασικότερος λόγος για να δεις την ταινία. Εν ολίγοις, πρόκειται για μια κωμωδία που δεν σε εντυπωσιάζει και σίγουρα κινείται στα όρια του καλού γέλιου. 

Και ο Θεός έπλασε τη Γυναίκα (5/10) 

Την ίδια εβδομάδα, Μάρλην Ντίτρηχ και Μπριζίτ Μπαρντό τραβούν τα βλέμματα των σινεφίλ μόνο και μόνο για την εντυπωσιακή παρουσία τους σε “κούφιες” ταινίες. Στην περίπτωση μάλιστα της γαλλίδας σταρ, τα πράγματα είναι ακόμη πιο απλά: Ο τότε σύζυγος της Ροζέρ Βαντίμ, και οι παραγωγοί που πολύ έξυπνα τον στήριξαν οικονομικά, έφτιαξε ένα προσχηματικό ερωτικό γαϊτανάκι μπλεξιμάτων και ανατροπών ώστε να κινηματογραφήσει τα κάλλη της Μπαρντό και να την αναδείξει σε απόλυτη Ευρωπαία σταρ της εποχής. Και από την άλλη μεριά, για να τονώσει ακόμη περισσότερο το τουριστικό στάτους του Σαν Τροπέ, ώστε το ηλιόλουστο και εξωτικό θέρετρο να είναι γίνει πια must. Εν ολίγοις, η καυτή άμμος, ο ήλιος που στέκεται εκεί ψηλά και οι αθάνατες πόζες της Μπε-Μπε είναι τα στοιχεία που σου μένουν από αυτή την ταινία. Καμία άλλη λογική εξήγηση δεν έχει η επανέκδοση της, 56 χρόνια μετά. 

*Τα κείμενα δημοσιεύτηκαν στο κινηματογραφικό πόρταλ www.sevenart.gr (23-8-12).

Ταινίες 16-8-12


Του Νέστορα Πουλάκου 

7 Ημέρες στην Αβάνα (5/10) 

Ήθελα να ενθουσιαστώ αλλά δεν με άφησαν οι ιστορίες. Με τις καλύτερες προθέσεις είδα τη σπονδυλωτή ταινία “7 Ημέρες στην Αβάνα” κι αυτό γιατί η Κούβα προσφέρεται για ένοχες κινηματογραφικές απολαύσεις, όλο ποτό, ερωτικές περιπτύξεις και κάθε λογής αλητείες. Αυτό βέβαια που ξεχώρισα στο σύνολο του πρότζεκτ, είναι ότι οι σκηνοθέτες (και ο σεναριογράφος) δεν διστάσανε να “τσαλακώσουν” την εικόνα της πόλης, παρολαυτά και πάλι σαγηνευτική και ελκυστική την αναδείξανε. Από τις επτά μικρού μήκους ταινίες, κατά τη γνώμη μου, δυο αναδειχθήκανε και δυο καταβαραθρωθήκανε εντελώς: από τη μια μεριά η ιστορία αγάπης ενός Ισπανού με μια Κουβανή τραγουδίστρια, δια χειρός Χούλιο Μέντεμ, καθώς και οι αποστασιοποιημένες, παγωμένες εικόνες χαράς, λύπης και απορίας του Ελία Σουλειμάν, κατάφεραν να δείξουν το πιο περιεκτικό πρόσωπο της Αβάνας, με τις περισσότερο δομημένες και σύνθετες εικόνες της πόλης. Από την άλλη μεριά, η ιστορία αλά Ντε Νίρο του τσαλακώματος της ίδιας του της περσόνας από τον Εμίρ Κουστουρίτσα, σε σκηνοθεσία Πάμπλο Τραπέρο, και η προσπάθεια του Γκασπάρ Νόε να κινηματογραφήσει ένα ντόπιο εξορκισμό εξαιτίας ενός λεσβιασμού δυο κοριτσιών, κατέδειξαν προχειρότητες, ή αλλιώς ξεπέτες, ευκολίες και καθόλου όρεξη των σκηνοθετών να εμβαθύνουν πραγματικά στην κουλτούρα και τα ήθη της πόλης. Για τις υπόλοιπες ιστορίες, η αδιαφορία είναι ο χαρακτηρισμός που πρέπει τις συνοδεύει. Εν ολίγοις, οι “7 Ημέρες στην Αβάνα” είναι μια αξιοπρεπής σπονδυλωτή ταινία, που μπορεί να προσφέρει διασκέδαση και μια ικανοποιητική τουριστική ξενάγηση στην πόλη, χωρίς ωστόσο να σου μείνει στο μυαλό και για τις πολύ χαρακτηριστικές εικόνες που αποτυπώνονται στις ιστορίες της. 

Ο Κινηματογραφιστής (8/10) 

Κλασική ταινία του βωβού κινηματογράφου, δια χειρός Μπάστερ Κήτον. Και μάλιστα μια ταινία για το σινεμά, μια και η θρυλική MGM που φαίνεται στην ιστορία να ταλαιπωρεί τον φιλόδοξο, μικρόσωμο και ερωτοχτυπημένο κάμεραμαν, την έδειχνε σε κάθε σκηνοθέτη με τον οποίο ήθελε να κάνει την επόμενη επιτυχία της. Ως είθισται από τον σπουδαίο Κήτον, η ιστορία είναι τιγκαρισμένη στα ξεκαρδιστικά κωμικά γκαγκ, σε σημείο που όλη αυτή η κινησιολογία και η ευφάνταστη ερμηνεία του Αμερικανικού κωμικού να πατενταριστεί και φυσικά να αντιγραφεί από πολλούς, σύγχρονους και μεταγενέστερους του ηθοποιούς του σινεμά. Οι περιπέτειες ενός κινηματογραφιστή, λοιπόν, σε μια ταινία… Ταινιοθήκης, που εγγυάται σινεφιλία και χαλαρά καλοκαιρινά βράδια με επίκεντρο πάντοτε τις αγωνίες και τον έρωτα, τους αγώνες και το πάθος για δουλειά ενός ερασιτέχνη που επιθυμεί διακαώς να γίνει επαγγελματίας στο χώρο που λατρεύει όσο τίποτε άλλο. 

Τι Απέγινε η Μπέιμπι Τζέιν; (9/10) 

Ακόμη μια κλασική ταινία του χρυσού Χόλυγουντ (στα τελειώματα του εκείνη τη δεκαετία) είναι αυτό το ψυχολογικό θρίλερ του Ρόμπερτ Όλντριτς, το οποίο έμεινε στην Ιστορία χάρη στις εξαιρετικές ερμηνείες των Μπέτι Ντέιβις και Τζόαν Κρόφορντ. Δυο αδελφές που μισιούνται και δυο εκ των κορυφαίων γυναικών ηθοποιών της περιόδου, που μισιόντουσαν επίσης. Μείγμα εκρηκτικό όλο αυτό. Όταν η Μπέιμπι Τζέιν ήταν το κορίτσι-θαύμα στο θέατρο, η αδελφή της Μπλανς την ζήλευε. Όταν αργότερα, η Μπλανς έγινε σπουδαία ηθοποιός του κινηματογράφου, η Μπέιμπι Τζέιν κατάντησε αλκοολική με αποτέλεσμα να προκαλέσει την παράλυση της αδελφής της. Στα γεράματα τους πια, οι δυο γυναίκες “μάχονται” για μια αξιοπρεπή θέση στη κοινωνία ξανά. Όμως, ποια θα τα καταφέρει; Οικογενειακό δράμα, ακραίο ψυχολογικό θρίλερ, η παράνοια, η διαστροφή και η αντιπαλότητα χωρίς κανόνες σε όλο τους το μεγαλείο. Ο Όλντριτς υπογράφει την καλύτερη ταινία της καριέρας του, μια παραγωγή και μια ιστορία που δεν κατάφερε να ξεπεράσει ποτέ. Ταινία για γερά νεύρα, μια σημαντική στιγμή του αμερικανικού κινηματογράφου που πρέπει να την δεις οπωσδήποτε. 

*Τα κείμενα δημοσιεύτηκαν στο κινηματογραφικό πόρταλ www.sevenart.gr (16-8-12).

Ταινίες 9-8-12


Του Νέστορα Πουλάκου 

Χάρηκα που σε γνώρισα (5/10) 

Μια indie αμερικανική κομεντί, με τον περίεργο αγγλικό τίτλο και τον άσχετο (με τον πρωτότυπο) ελληνικό, είναι αυτή η ταινία που θα σε συντροφεύσει στα μέσα Αυγούστου, μπας και δεις και εσύ το τέλος του κόσμου ώστε να ξυπνήσεις και βρεις την αγάπη σου, αναθεωρήσεις τη ζωή και τις ιδέες σου, μάθεις από τα λάθη σου και κυνηγήσεις την διαβολεμένη τύχη σου. Χαμηλόφωνη ταινία, με συμπαθητικές ερμηνείες από τους δυο αστέρες, Στηβ Κάρελ και Κίρα Νάιτλι, δεν πρόκειται να κάνει ποτέ την υπέρβαση της και ως εκ τούτου να σε απογειώσει και εσένα μέχρι τα άστρα ή τον αστεροειδή που απειλεί την Γη, παρεμπιπτόντως. Η ταινία της Σκαφάρια είναι ένα γλυκύτατο road movie, που πατάει στα κλισέ της ανεξάρτητης αμερικανικής κινηματογραφικής βιομηχανίας. Είναι η πρόταση της εβδομάδας αυτής, που οι περισσότεροι θα κάνουν τα μπάνια τους και εσύ θα έχεις ξεμείνει στην πόλη για τους χίλιους δυο προσωπικούς σου λόγους. Ελλείψει καλών προτάσεων αυτή την περίοδο, το συγκεκριμένο αμερικανικό indie δράμα ξεχωρίζει από το συφερτό του είδους (βγαίνουν και τέτοιες ταινίες με το τσουβάλι). Χάσου, λοιπόν, στους νωχελικούς ρυθμούς του, ονειρέψου, στοχάσου, μαλάκωσε και που ξέρεις, μπορεί αυτός ο αστεροειδής να χτυπήσει και το δικό σου κεφάλι μια μέρα του Αυγούστου. 

Ειδικές Δυνάμεις (3/10) 

Αυτή κι αν είναι μια ταινία – χαρακτηριστικό παράδειγμα αυγουστιάτικης πρώτης προβολής, που αράχνιασε στην αποθήκη και βγαίνει στα μέσα των διακοπών για να μαζέψει μερικές εκατοντάδες εισιτήρια και να “τρέξει” γρήγορα στην αγορά του dvd. Για γαλλική περιπέτεια δράσης πρόκειται, που αντιγράφει εκατό τοις εκατό αντίστοιχες αμερικανικές παραγωγές (δεν είναι και η πρώτη φορά άλλωστε). Προπαγανδιστικού τύπου ταινία, σε πάει χρόνια πίσω μια και θυμίζει Τζον Ράμπο κι όλα εκείνα τα “διαμάντια” του ψυχρού πολέμου που έβγαζαν με το τσουβάλι και Αμερικανοί και Σοβιετικοί, οι Γάλλοι παραγωγοί ζήλεψαν τους συναδέλφους τους στις Η.Π.Α. και αποφάσισαν να ασχοληθούν κι αυτοί με το Αφγανιστάν, κατακεραυνώνοντας τους κακούς και τρομοκράτες Άραβες που απαγάγουν δυτικούς δημοσιογράφους για το γούστο τους. Η ταινία έχει και εντυπωσιακές σκηνές δράσης όπως και μια αξιόλογη Ντάιαν Κρούγκερ, που φυσικά στο τέλος σώζεται για ν’ αναδειχθεί και η αξία των γαλλικών ειδικών δυνάμεων. Η ταινία είναι προφανώς ένα σκουπίδι ολκής. Μια σημείωση μόνο: Αγαπητή Ντάιαν, πρόσεχε που παίζεις εφεξής, καθότι θα διολισθήσεις σε επικίνδυνα μονοπάτια, που ακόμη και ολόκληρο Ντε Νίρο μπορούν να καταπιούν. 

Ατίθαση Συντροφιά (3/10) 

Μια all star cast ταινία ενός σκηνοθέτη με φθίνουσα καριέρα (για την ακρίβεια, σε κάθετη πτώση βρίσκεται), η οποία και είναι προφανώς ένα λάιτ οικογενειακό δράμα ενηλίκων που ψάχνουν την ευτυχία τους σε έναν σκύλο, για παράδειγμα, όταν οι ίδιοι δεν μπορούν να κάνουν (;) τίποτε άλλο ώστε να σώσουν τον διαλυμένο γάμο τους ή οτιδήποτε άλλο τους απασχολεί. Γλυκιά ταινία είναι αυτή, με την πάντοτε γοητευτική Νταιάν Κήτον να ξεχωρίζει καθότι αστράφτει από χιλιόμετρα μακριά, πέραν τούτου όμως δεν βλέπεις ούτε κάποια άλλη αξιόλογη ερμηνεία (ο Κέβιν Κλάιν είναι επιεικώς αδιάφορος) αλλά και εν γένει ένα θέμα που δεν σε εξιτάρει ούτε στο ελάχιστο. Πιο πολύ μου κάνει για οικογενειακή ταινία σαββατοκύριακου στα ιδιωτικά κανάλια με το ψηφιακό σήμα πια, καθότι αν περιμένεις από την ΕΡΤ του αναλογικού, εκείνες τις ώρες μόνο εκπομπές λόγου και κουλτούρας θα δεις. 

Νιαγάρας (5/10) 

Εντάξει, έχουμε πει ότι ταιριάζουν στα θερινά της χώρας οι αμερικανικές ταινίες του μεταπολεμικού Χόλυγουντ, όμως μην το λυσσάξουμε κιόλας και προβάλλουμε με το τσουβάλι ότι βρίσκουμε. Το “Νiagara” είναι ένα από τα πλέον μέτρια φιλμ νουάρ της εποχής, που αφενός δεν έκανε ιδιαίτερη αίσθηση, αφετέρου συγκαταλέγεται στο σωρό των ταινιών της περιόδου. Καθότι, περισσότερο για τουριστική ατραξιόν μου μοιάζει παρά για νουάρ έντασης και δράσης, που προσπαθεί να αναπαράγει εναγωνίως κλισέ από ταινίες του Μπόγκαρτ, όπως π.χ. το “Key Largo”, για να αντιπαραβάλλω και την τελευταία σκηνή της ιστορίας. Επομένως, ψυχραιμία συνιστώ στους απανταχού σινεφίλ. Μια και πρόκειται για ένα αξιοπρεπές φιλμ νουάρ, που πατάει στα στεγανά του είδους, χωρίς να εκπλήσσει. Και όταν έγραφα πριν για ατραξιόν, αναφέρομαι φυσικά στα εξής δυο στοιχεία που τονίζονται στο φιλμ: την ομορφιά του τοπίου –οι καταρράκτες του Νιαγάρα ζουν τον δικό τους κινηματογραφικό μύθο ως το άγριο φόντο μιας περιπέτειας προδοσίας (μάλλον ανεπιτυχώς). Και η ομορφιά της Μονρόε, που ήταν μάλλον παράταιρη με την ιστορία γι’ αυτό και η εκρηκτική Μέριλιν έκανε περισσότερο καριέρα σε ρομαντικές κομεντί και μιούζικαλ παρά σε νουάρ (πόσες Λωρίν Μπακόλ πια θα έβγαζε το Χόλυγουντ;). 

*Τα κείμενα δημοσιεύτηκαν στο κινηματογραφικό πόρταλ www.sevenart.gr (9-8-12).

Magic Mike - Μια κομεντί σε σκηνοθεσία Στίβεν Σόντερμπεργκ


Κομεντί, παραγωγής 2012, το Magic Mike, σε σκηνοθεσία Στήβεν Σόντερμπεργκ, με τους Μάθιου ΜακΚόναχι, Τσάνινγκ Τατούμ, Ολίβια Μουν, Άλεξ Πέτιφερ. Ο στρίπερ Μάτζικ Μάικ, ο οποίος εργάζεται το πρωί στην οικοδομή και το βράδυ στο νυχτερινό κλαμπ του Ντάλας, ονειρεύεται να φτιάξει την δική του επιχείρηση με έπιπλα κατά παραγγελία. Την ίδια στιγμή γνωρίζει τον νεαρό Άνταμ, επονομαζόμενο και The Kid, τον οποίον εκπαιδεύει στο πώς να γδύνεται, να κερδίζει τις γυναίκες και να βγάζει εύκολα χρήματα. Η αδελφή του Άνταμ όμως, η γοητευτική Τζοάννα θα του αλλάξει τα μυαλά και την εν γένει κοσμοθεωρία του. 

Το Magic Mike μπορεί να χαρακτηριστεί και ως το έσχατο στριπτήζ του αμερικανικού ονείρου. Αυτό το χιλιοαποδομημένο αμερικανικό όνειρο που λατρεύτηκε από το Χόλυγουντ αλλά και μισήθηκε από όλες τις γενιές σκηνοθετών μετά την δεκαετία του 1970, αντικατοπτρίζεται πλήρως και σε αυτή την ταινία του εντελώς άνισου σκηνοθέτη Στήβεν Σόντερμπεργκ. Κι ενώ στα πρώτα λεπτά συμπεραίνεις εύκολα ότι πρόκειται για μια ακόμη “αμερικανιά”, ένα από εκείνα τα κινηματογραφικά τερτίπια του Χόλυγουντ που σε πασπαλίζουν με χρυσόσκονη γκλαμουριάς και άφθονη ηθικολογική μπουρδολογία, γρήγορα αλλάζεις άποψη και στάση. 

Εντάξει, ο Σόντερμπεργκ με την ολοκληρωτικά αποπροσανατολισμένη φιλμογραφία του δεν σου παραδίδει μια σπουδή πάνω στο ψεύτικο αμερικανικό όνειρο. Εντούτοις, σου αποτυπώνει με πλήρη σαφήνεια το πώς αυτή η “επιφάνεια” έχει μεταβεί όλα αυτά τα χρόνια από γενιά σε γενιά και, εντέλει, έχει αγγίξει τους πιτσιρικάδες της νέας χιλιετίας. Μεγάλα κλαμπ, παραισθησιογόνα χάπια, γυναίκες που λυσσάνε, άφθονα ποτά και ξέφρενα πάρτι, πλούσια σπίτια και ακριβά αμάξια, εν ολίγοις πολύ και εύκολο χρήμα με τον πλέον σκοτεινό τρόπο: το στριπτήζ της ψυχής και του μυαλού γίνεται στριπτήζ του κορμιού. Και ένα νέο pop icon, ένα κοριτσίστικο είδωλο γεννιέται. 

Το πρωί εργάζονται στην οικοδομή και το βράδυ σε νυχτερινό κλαμπ αντρικού στριπτήζ∙ έτσι τα νεαρά αγόρια από τις φτωχές πολιτείες χωρίς να έχουν συμπληρώσει καν τα 30 τους, οραματίζονται την δική τους επιχείρηση, και γι’ αυτό τον σκοπό κάνουν τα πάντα. Μόνο που ο κόσμος αυτός είναι επικίνδυνος και εύκολα σε παρασύρει και σε καταστρέφει. Και μπορεί το όλο δράμα να θυμίζει παλιό ελληνικό κινηματογράφο, με την εργατιά να μπλέκεται στα σαλόνια και φυσικά να γίνονται όλα μαντάρα, όμως παρατηρείς ότι το θέμα και διαχρονικό είναι και παγκόσμιο και απασχολεί γενιές και γενιές καλλιτεχνών. 

Το Magic Mike είναι μια αναστραμμένη άποψη του τι δύναται να επιφέρει η πλήρης αποχαλίνωση των αξιών σου. Και μπορεί το τέλος της ιστορίας του Ρέιντ Κάρολιν να είναι πρωτοεπίπεδο, ίσως επιφανειακό και κάπως ξεπερασμένο (το κορίτσι σώζει το αγόρι από τον όλεθρο της νύχτας), παρολαυτά άπαντες επιζητούμε την λύτρωση όταν η κατάσταση που έχουμε περιέλθει πιστεύουμε ότι είναι μη αναστρέψιμη. 

Νέστορας Πουλάκος 

*Το κείμενο δημοσιεύτηκε στην εβδομαδιαία πολιτική εφημερίδα Δρόμος (φύλλο 127 - 4 Αυγούστου 2012).

(Υπόλοιπες) Ταινίες 2-8-12


Του Νέστορα Πουλάκου 

Αυτή την εβδομάδα κάνουν πρεμιέρα στις αίθουσες τέσσερις ταινίες, χωρίς και πάλι να ξεχωρίζει σαφώς καμία. Το έχω ξαναγράψει: οι πρώτες προβολές του καλοκαιριού ενδείκνυνται συνήθως για να ξεσκονίσουν οι εταιρείες διανομής την αποθήκη τους από ξεχασμένες κόπιες του χειμώνα. Προβάλλεται ακόμη η ελληνοαμερικανική παραγωγή “Χωρίς Σύνορα”, δυο περίπου χρόνια μετά το βίαιο, είναι η αλήθεια, κατέβασμα της από τις αίθουσες. Μόλις λίγες ημέρες από την πρεμιέρα της, είχε καταθέσει μήνυση ο συνθέτης Αντώνης Μιντζέλος στον συνθέτη της ταινίας Γιώργο Θεοφάνους για αντιγραφή (το δικαστήριο αποφάνθηκε υπέρ του δεύτερου –βέβαια η ταινία “χάθηκε” οριστικά τόσο καιρό μετά!). Η συντακτική ομάδα του SevenArt σου εύχεται καλή ξεκούραση για το υπόλοιπο του καλοκαιριού σου. Από αύριο 3 Αυγούστου, που δημοσιεύεται το καλοκαιρινό αφιέρωμα μας, το ενημερωτικό πόρταλ για τον κινηματογράφο πάει διακοπές, θα σε ενημερώσει όμως κανονικά για τις πρώτες προβολές της 9ης και της 16ης Αυγούστου. Επιστρέφουμε καθημερινά, από την Δευτέρα 20 Αυγούστου. Ταινία της εβδομάδας (μπορεί και να) είναι το “Magic Mike” του Στήβεν Σόντερμπεργκ, το έσχατο στριπτήζ του αμερικανικού ονείρου. Χαμηλόφωνη δραμεντί, που διαθέτει νεανικό παλμό, περνώντας ταυτόχρονα και το ηθικολογικό μήνυμα της περί ζωής. Βία, βία και πάλι βία. Αυτό διατείνεται, υπερτονίζει και αυτό διαθέτει σε αφθονία η “Επιχείρηση: Χάος” από την Ινδονησία. Η χώρα κάνει αίσθηση παγκοσμίως με αυτή την υπερβίαιη μάχη κακοποιών-αστυνομίας. Μιλάμε για λουτρό αίματος κανονικό. Επιστροφή στις καλές ερμηνείες για τον Ρόμπερτ Ντε Νίρο, ο οποίος χάρη στην δραματική ταινία “Άλλη μια Νύχτα” θυμίζει τον ρόλο του στον θρυλικό “Ταξιτζή” του Μάρτιν Σκορσέζε, τον οποίον βέβαια θυμηθήκαμε στη χώρα μας λίαν προσφάτως. Την κριτική γράφει η Καλάγκα. Γαλλικές προβολές εν αφθονία… Η πρόταση της χώρας του Ολάντ γι’ αυτή την εβδομάδα είναι “Η Ζωή μιας Άλλης”, με την “χαμένη” Ζυλιέτ Μπινός να ξυπνάει ένα πρωί έχοντας… ξεχάσει τα τελευταία 15 χρόνια της ζωής της. Γλυκές τυχαιότητες και σκηνοθετικές αστοχίες ταυτοχρόνως. Με κριτική του Πετιμεζά από τότε (Οκτώβριος 2010) και κριτική της Καλάγκα από τώρα, μπορείς να ξαναθυμηθείς τι ακριβώς γίνεται στη μελοδραματική και φυσικά χιλιοταλαιπωρημένη ελληνοαμερικανική ταινία “Χωρίς Σύνορα”. Η επανέκδοση της εβδομάδας είναι το all time classic masterpiece “Όλα για την Εύα”, ένα καυστικό και συνάμα τραγικό σχόλιο στην αμερικανική κοινωνία του θεάματος από τον Τζόσεφ Μανκίεβιτς. 

Επιχείρηση: Χάος (5/10) 

Δυο τα τινά γι’ αυτή την ταινία από την Ινδονησία. Αφενός ότι σκάει σαν εξωτικό φρούτο στη χώρα μας, ένα χρόνο μετά την προβολή της σε πολλές άλλες χώρες παγκοσμίως, ανακαλύπτοντας ξαφνικά ότι η βία των χολιγουντιανών ταινιών ωχριά μπρος σε αυτό τον καταιγισμό πυροβολισμού, ξύλου, μαχαιριάς και καράτε. Αφετέρου ότι τόσο ξύλο στο σινεμά αμφιβάλλω αν έχω ξαναδεί τα τελευταία χρόνια. Στην ταινία αυτή, του σκηνοθέτη Γκάρεθ Έβανς, Ουαλού που έχει λατρέψει την Ανατολή και κάνει ταινίες εκεί, οι διάλογοι είναι περιττοί. Άπαντες υποκλίνονται στις εξαιρετικά -είναι η αλήθεια- σκηνοθετημένες σκηνές βίας, οι οποίες σε διασκεδάζουν και σου ανεβάζουν την αδρεναλίνη, αν είσαι και κάπως μαζοχιστής είναι η άλλη αλήθεια. Αμφιταλαντεύομαι γι' αυτό το ινδονησιακό “διαμάντι”. Καθότι ναι μεν έχουμε να κάνουμε με μια περιπέτεια των άκρων, η οποία βάζει τα γυαλιά σε πολλούς Αμερικανούς και Ευρωπαίους σκηνοθέτες και παραγωγούς. Οι ταινίες που κάνουν οι τελευταίοι μοιάζουν με νηπιαγωγεία και παιδικές χαρές μπρος σε αυτό το υπερθέαμα υπερβίαιης… βίας, αυτό το λουτρό αίματος που περιβάλλει το αμαρτωλό κτίριο των κακοποιών, και σκοπό έχει να καθαρίσει μια για πάντα η αστυνομία. Από την άλλη μεριά όμως, προβληματίζομαι με τη βία αυτή καθ’ αυτή ως διασκέδαση. Δεν νομίζω ότι αξίζει (όχι ότι μπορεί) από μόνη της να σε βγάλει από τη μιζέρια σου και να σε διασκεδάσει. Η βία ως διασκέδαση καθαρή είναι μια απλοϊκή αντιμετώπιση, είναι μια ανήθικη στάση, είναι ένα επικίνδυνο συστατικό για να γίνει η κινηματογραφική βία όπλο κανονικό. Μην τα ξαναλέμε, σάλος έχει γίνει από το μακελειό του Ντένβερ και μετά. 

Η Ζωή μιας Άλλης (4/10) 

Στα σίγουρα η “Ζωή μιας άλλης” είναι μια γαλλική παραγωγή που δεν καταφέρνει να ξεπεράσει τα στεγανά των μπαναλιτέ γαλλικών ταινιών, που βλέπουμε κάθε χρόνο στην Ελλάδα. Αν και βασισμένη στο πολύ έξυπνο σεναριακό τρυκ, σύμφωνα με το οποίο η ηρωίδα της ιστορίας ξυπνάει με ένα κενό μνήμης 15 χρόνων και προσπαθεί μέσα σε τέσσερις μέρες να σώσει τον γάμο της, εντούτοις η σκηνοθετική απειρία της βραβευμένης ηθοποιού Συλβί Τεστί φέρνει τούμπα τις καλές προθέσεις που φαίνεται ότι έχει. Κι αυτό το αντιλαμβάνεσαι πρωτίστως παρατηρώντας τον χαοτικό τρόπο που κινηματογραφεί το… χάος της Μπινός, η οποία πασχίζει να βηματίσει στη νέα της ζωή προσπαθώντας να καταλάβει τι συμβαίνει γύρω της. Αλλά και στον τρόπο που χειρίζεται τους ηθοποιούς της: Η μεν Μπινός αλλού πατάει και αλλού βρίσκεται, σε έναν ρόλο που μπορεί να της πηγαίνει γάντι αλλά δεν αποδίδει τα αναμενόμενα στην οθόνη. Ο δε Κασοβίτς περνάει εντελώς απαρατήρητος. Ίσως πρόκειται για τον πιο αδιάφορο ρόλο της ερμηνευτικής καριέρας του. Εντέλει, αυτό που σου μένει από την “Ζωή μιας άλλης” είναι το χαλαρό και ευχάριστο κλίμα της, που κινείται στα όρια του ανάλαφρου, μια και σου δίνει την δυνατότητα να παρακολουθήσεις μια sci-fi ιστορία, όπως αυτή προκύπτει από τις μικρές τυχαιότητες της, άλλωστε, σύντομης ζωής σου. 

Όλα για την Εύα (8/10) 

Πρόκειται για ένα ατόφιο κινηματογραφικό διαμάντι, συνώνυμο της χρυσής εποχής του Χόλυγουντ. Το αριστούργημα του Τζόσεφ Μανκίεβιτζ παραμένει αξεπέραστο και διαχρονικό, αποτελεί άλλωστε ένα τραγικό και ιδιαιτέρως καυστικό σχόλιο στην κοινωνία του θεάματος, και δη στο Μπρόντγουει και στο Χόλυγουντ της εποχής, για τον τρόπο που έχτιζαν και γκρέμιζαν σε μια νύχτα είδωλα-ηθοποιούς. Η ζωή κύκλους κάνει και ότι κακό επιχειρήσεις αυτό θα λάβεις πίσω. Σε αυτήν την πρόταση βασίζεται και το σχόλιο του Μανκίεβιτζ όταν πέφτει η αυλαία με τη νέα “Εύα” της ιστορίας, έπειτα από 140 λεπτά ψυχικών συγκρούσεων και μαχών του ασυνείδητου. Η Μαργκό, το αστέρι του θεάτρου που την πάτησε γιατί εμπιστεύτηκε τη νεαρή Εύα για βοηθό της και εκείνη την αντέγραψε, την καπάκωσε, της έβαλε τρικλοποδιές και εντέλει την κατέστρεψε, είναι το χαρακτηριστικό παράδειγμα προς αποφυγή κάθε ματαιόδοξου σταρ. Η ταινία “Όλα για την Εύα” των έξι Όσκαρ και των αμέτρητων βραβείων στις Χρυσές Σφαίρες, τα βρετανικά BAFTA και το Φεστιβάλ Καννών, είναι ένα κλασικό, διαχρονικό masterpiece, από αυτά που όσο θα υπάρχει σινεμά θα σε συγκινούν και θα σε προβληματίζουν όλο και περισσότερο. Τι κι αν έχουν περάσει 62 χρόνια από την πρώτη προβολή της; Παραμένει μια επίκαιρη, συγκλονιστική ταινία… 

*Τα κείμενα δημοσιεύτηκαν στο κινηματογραφικό πόρταλ www.sevenart.gr (2-8-12)

3 Αυγ 2012

Kαλό "Βακχικό" Καλοκαίρι


*Επιστρέφουμε στις 27 Αυγούστου.

Συνέντευξη του Σιαμάκ Ετεμάντη


Στον Νέστορα Πουλάκο 

Mε το "Cavo d' Oro" (28'), την τρίτη μικρού μήκους ταινία του, ο Σιαμάκ Ετεμάντη, που γεννήθηκε στην Τεχεράνη και εργάζεται εδώ και χρόνια στην κινηματογραφική παραγωγή της Ελλάδας, θα εκπροσωπήσει (μαζί με την Αθηνά Ραχήλ Τσαγγάρη) την χώρα μας στο επικείμενο 65o Φεστιβάλ Κινηματογράφου Λοκάρνο (1-11 Αυγούστου). 

Η ιστορία της ταινίας μιλά για δύο άγνωστους ανθρώπους που συναντιούνται τυχαία σε μια ερημική παραλία, όπου η εσωτερική και διαπροσωπική τους αγριότητα έρχεται σε αντίστιξη με τη φυσική αγριότητα του τοπίου: ο άνδρας γεμάτος φόβο και μοναξιά, και η γυναίκα με τους δικούς της δαίμονες. Από τη μια, η ομορφιά του τοπίου και η ομορφιά των σωμάτων, από την άλλη η βιαιότητα του τοπίου και των ανθρώπινων πράξεων. Τραβηγμένα και τα δύο στα άκρα, οδηγούν τους χαρακτήρες σε μια αποκαλυπτική σύγκρουση. 

Ο Σιαμάκ Ετεμάντη μιλά στο SevenArt για το "Cavo d' Oro", το οποίο μετά την παγκόσμια πρεμιέρα του στο Λοκάρνο, θα προβληθεί στην Ελλάδα τον Σεπτέμβριο, στα Φεστιβάλ Δράμας και Νύχτες Πρεμιέρας, ευελπιστώντας να φτάσει σε όσους περισσότερους σινεφίλ μπορέσει ξεπερνώντας τους σκοπέλους της διανομής της μικρού μήκους ταινίας. 

To “Cavo d’ Oro” είναι μια κλασική ερωτική ιστορία του σινεμά, που παίζει με τα ανθρώπινα όρια και άκρα; 

Μάλλον δεν είναι μια κλασική ερωτική ιστορία, με την έννοια ότι η ταινία δεν εστιάζει τόσο στη διαπροσωπική σχέση των χαρακτήρων, αλλά στις ελπίδες και φοβίες του καθένα ξεχωριστά. Η ερωτική συνάντηση, αυτούσια και χωρίς ανάλυση, είναι ο καταλύτης που θα σπρώξει τους χαρακτήρες να βρούνε τα όρια τους. 

Κινηματογράφησες ένα βαθιά υπαρξιακό θέμα με σκοπό να εξερευνήσεις το “άγνωστο” ανθρώπινο ένστικτο; Ποιο είναι το σχόλιο που θες να συνθέσεις μέσω της ταινίας; 

Θα έλεγα ότι η ταινία είναι πιο πολύ απ’ όλα μια σπουδή πάνω στο θέμα του φόβου, και πώς ο φόβος μπορεί -ή δεν μπορεί- να ξεπεραστεί. Τα ανθρώπινα ένστικτα είναι πιο σύνθετα από όσο πιστεύουμε. Δεν νομίζω ότι η λειτουργία τους, πια, είναι μόνο να μας προστατεύσουν και να συνεχιστεί η ζωή. Υπάρχουνε και άλλα ένστικτα που μας σπρώχνουν προς την ανακάλυψη των ορίων μας, προς το επικίνδυνο άγνωστο. 

Ποια ήταν η πηγή έμπνευσης σου για να κάνεις αυτή την ταινία; Τοποθέτησες την ιστορία σου σε μια απομακρυσμένη παραλία της Νοτίου Εύβοιας. Γιατί έκανες αυτή την επιλογή; Τι ήταν εκείνο που σε τράβηξε ώστε να διαλέξεις αυτό το άγριο φυσικό τοπίο; 

Αφορμή ήταν ο συνδυασμός μιας προσωπικής εμπειρίας και ένα ταξίδι που έκανα στην περιοχή Κάβο Ντόρο. Το τοπίο μου φάνηκε σαν μία τέλεια μεταφορά για ερωτικές σχέσεις: αγριάδα και ομορφιά, έλξη και σύγκρουση. Μου έκανε εντύπωση ότι η πιο άγρια περιοχή της χώρας με την πιο επικίνδυνη θάλασσα να λέγεται “Χρυσό Ακρωτήρι” (Cavo d' Oro). 

Έχει ήδη επιλεγεί η ταινία σου να προβληθεί στα Φεστιβάλ Λοκάρνο και Δράμας. Στοχεύεις στη διανομή της στην κινηματογραφική αίθουσα και την προβολή της στην τηλεόραση; Είναι εύκολο ή τουλάχιστον εφικτό να συμβούν αυτά τα δύο στο σημερινό τοπίο όπως έχει διαμορφωθεί; 

Θα προσθέσω ότι η ταινία επίσης θα παιχτεί και στο Φεστιβάλ Νύχτες Πρεμιέρας. Στην τηλεόραση, η ταινία θα παιχτεί στην ΕΡΤ μια και είναι ένας από τους συμπαραγωγούς της ταινίας. Θα είναι πολύ ευχάριστη εξέλιξη να βρεθεί διανομή στις αίθουσες και θα το προσπαθήσουμε. Για την προβολή στο εξωτερικό, είμαστε σε αναζήτηση και ελπίζουμε ότι η επιλογή από το Φεστιβάλ Λοκάρνο θα βοηθήσει. 

Μετά το “Cavo d’ Oro” πιστεύεις ότι οι συνθήκες μέσα σου είναι πιο ώριμες ώστε να ετοιμάσεις την πρώτη μεγάλου μήκους fiction ταινία σου; 

Αυτό μου λένε φίλοι και γνωστοί, και όσοι βλέπουνε τη ταινία. Ήδη έχω ένα σχέδιο που προχωράει, τώρα που το “Cavo d' Oro” βρήκε τον δρόμο του. 

Είναι εύκολο να κάνεις σινεμά στην Ελλάδα; Υπάρχουν κίνητρα, και δεν εννοώ τα αμιγώς καλλιτεχνικά; 

Υπάρχουνε πολύ καλοί και έμπειροι επαγγελματίες στο σινεμά, σε όλα τα επίπεδα, από ηθοποιούς μέχρι τεχνικούς, και πολύ διάθεση για δουλειά. Αυτή η δυναμική είναι ευλογία για όσους θέλουνε να κάνουν σινεμά στην Ελλάδα. Από ‘κει και πέρα τα οικονομικά προβλήματα είναι γνωστά. Πάντως εμείς θα συνεχίζουμε να κάνουμε ταινίες βρέχει, χιονίσει. 

Εντέλει, είναι η μικρού μήκους ταινία χαρακτηριστικό δείγμα “γραφής” για τη μετέπειτα φιλμογραφία του σκηνοθέτη; 

Πιστεύω πως στις περισσότερες περιπτώσεις η απάντηση είναι ναι. 

Η πρεμιέρα της ταινίας θα γίνει την Τετάρτη 8 Αυγούστου στην αίθουσα La Sala. Το Διαγωνιστικό Τμήμα περιλαμβάνει 28 ταινίες μικρού μήκους από 25 χώρες, και διανέμει τρία βραβεία: Pardino d’oro στην πρώτη ταινία, Pardino d’argento στην δεύτερη ταινία, και Locarno short film nominee for the European Film Awards, είναι η ταινία που επιλέγεται από το φεστιβάλ για συμμετοχή στα Ευρωπαϊκά Βραβεία Κινηματογράφου. 

 Στην ταινία πρωταγωνιστούν ο Κυριάκος Χατζηϊωάννου και η Έλενα Μεγγρέλη. Σενάριο - σκηνοθεσία Σιαμάκ Ετεμάντη, Διεύθυνση Φωτογραφίας Διονύσης Ευθυμιόπουλος, Μουσική Drog_A_Tek, Μοντάζ Πάνος Βουτσαράς, Σκηνικά-Κοστούμια Μαγιού Τρικαριώτη, ‘Ηχος Άρης Λουζιώτης, Παραγωγοί Σιαμάκ Ετεμάντη, Ελίνα Φέσσα. Συνεργάτες Παραγωγοί Γιώργος Τσούργιαννης, Σύλλας Τζουμέρκας Παραγωγή Guanaco, Σ. Ετεμάντη, ΕΡΤ και Horsefly με την υποστήριξη του Ε.Κ.Κ.. 

Σιαμάκ Ετεμάντη. Γεννήθηκε στην Τεχεράνη. Σπούδασε σκηνοθεσία κινηματογράφου στην Μεγάλη Βρετανία και την Ελλάδα. Ζει και εργάζεται στην Αθήνα ως σκηνοθέτης, βοηθός σκηνοθέτης και ηθοποιός σε κινηματογραφικές, τηλεοπτικές και θεατρικές παραγωγές. 

2012 - Cavo d’ Oro 
2007 - Bitter Lemons (ντοκιμαντέρ, συνσκηνοθεσία με τον A. Hadjiselimovic) 
2003 - Παραμυθάς 
2000 - Vignette (σπουδαστική) 

*Η συνέντευξη δημοσιεύτηκε στο κινηματογραφικό πόρταλ www.sevenart.gr (31-7-12).

ΟΙ ΔΡΟΜΟΙ ΤΗΣ ΦΩΤΙΑΣ


Το τελευταίο κείμενο της στήλης SummerTime ’12* ασχολείται με τους “Δρόμους της Φωτιάς”, την πλέον “ολυμπιακή” ταινία του παγκόσμιου κινηματογράφου, η οποία επανέρχεται στο προσκήνιο αυτές τις ημέρες εξαιτίας των Ολυμπιακών Αγώνων που διεξάγονται στο Λονδίνο. Κι αυτό, γιατί οι “Δρόμοι της Φωτιάς” μιλούν για τον θρίαμβο δυο Βρετανών Ολυμπιονικών στους Αγώνες του 1924 με τον πλέον επικό, θριαμβευτικό και αποθεωτικό τρόπο. Την ίδια στιγμή, η θρυλική μουσική επένδυση του Βαγγέλη Παπαθανασίου, που φυσικά και κέρδισε το Όσκαρ της χρονιάς, εξακολουθεί και είναι κλασικό άκουσμα σε κάθε εθνική νίκη από τότε (είτε της Ελλάδας είτε της Μεγάλης Βρετανίας). Κατά πολλούς, οι “Δρόμοι της Φωτιάς” είναι μια υπερεκτιμημένη ταινία που κέρδισε τέσσερα Όσκαρ, Χρυσή Σφαίρα και βραβεία BAFTA, καθώς και βραβεία στο Φεστιβάλ Καννών. Ειδικώς, εκείνο το Όσκαρ Καλύτερης Ταινίας, αλλά και η αλήστου μνήμης ατάκα “Έρχονται οι Βρετανοί” του σεναριογράφου Κόλιν Γουέλαντ, κατά την παραλαβή του Όσκαρ Σεναρίου, έχουν “κάτσει” στο λαιμό κινηματογραφιστών, δημοσιογράφων και φεστιβαλιστών. Φέτος τον Ιούλιο, 31 χρονιά μετά την έξοδο της ταινίας στις αίθουσες, οι “Δρόμοι της Φωτιάς” του Χιου Χάντσον (ο οποίος δεν ξανάκανε καλή ταινία από τότε) επανακυκλοφόρησαν σε 100 ψηφιακά αποκαταστημένες κόπιες σε όλη την Βρετανία, ενώ το μουσικό θέμα του Παπαθανασίου ακούστηκε και στην τελετή έναρξης των Ολυμπιακών Αγώνων του Λονδίνου. Η ταινία, αν και ακαδημαϊκή και τουλάχιστον γραμμική στην αφήγηση της (εξαιρώντας τον πρόλογο και τον επίλογο της), αφηγείται τις ιστορίες ενός εβραίου μεγαλοαστού από το Λονδίνο και ενός φτωχού χριστιανού ιεραπόστολου από την Σκωτία, οι οποίοι κυνήγησαν το όραμα τους στον στίβο, κόντρα στις προκαταλήψεις της εποχής, και έφτασαν να κατακτήσουν τα χρυσά μετάλλια στους Ολυμπιακούς Αγώνες του Παρισιού το 1924, στα 200 και τα 400 μέτρα αντίστοιχα. Οι Έρικ Λίντελ και Χάρολντ Έιμπραχαμς ήταν οι ήρωες της διπλανής πόρτας που κατάφεραν να κατακτήσουν την κορυφή, κόντρα στο ρεύμα και στην εν γένει αντιμετώπιση που είχαν. Ο ένας αγωνιζόταν για ν’ αντέξει τον ρατσισμό των αρτηριοσκληρωτικών του Κέιμπριτζ αναφορικά με την καταγωγή του. Και ο δεύτερος έδωσε αγώνα για να ξεφύγει από τα συντηρητικά στεγανά της θρησκείας, που τον ήθελε υποταγμένο και μακριά από τα φώτα της δημοσιότητας. Η αλήθεια είναι ότι η ταινία βρίθει βρετανικού πατριωτισμού, ο οποίος όμως περνιέται μέσα από τα βαθιά ανθρώπινα χαρακτηριστικά των δυο ηρώων. Για τον Βασιλιά, για την Αγγλία… Εδώ, όμως, αφενός έχουμε τον Λίντελ ο οποίος θέλει να “αποδείξει” ότι μπορεί να τα καταφέρει αν και φτωχός χριστιανός Σκωτσέζος. Αφετέρου έχουμε τον Έιμπραχαμς ο οποίος αν και ανήκει στην μεγαλοαστική τάξη εντούτοις είναι στο περιθώριο λόγω καταγωγής. Οι δικοί του λόγοι για την επιτυχία είναι προσωπικοί κι όχι θρησκευτικοί. Παρολαυτά, ο πατριωτικός χαρακτήρας της νίκης υπεισέρχεται “ύπουλα” μέσα σε αυτές τις δυο προθέσεις, επιβεβαιώθηκε στο ακραία συντηρητικό τέλος της ιστορίας, ενώ αποθεώθηκε από την ατάκα του σεναριογράφου στην τελετή απονομής των βραβείων Όσκαρ. Μια άλλη αλήθεια είναι ότι ο Χιου Χάντσον δεν τα πήγε κι άσχημα με τη σκηνοθεσία του. Αν και πάντοτε ήταν ένας μέτριος δημιουργός, ο οποίος κατάφερε να κάνει “σαλάτα” μέχρι και τους “Επαναστάτες” με τον Αλ Πατσίνο, παρολαυτά στους “Δρόμους της Φωτιάς” μπόρεσε να σταθεί στο ύψος των περιστάσεων και να κινηματογραφήσει άψογα, με ένταση και σασπένς, τις σκηνές των αγώνων στίβου. Η τελευταία και μεγάλη αλήθεια είναι η ανυπέρβλητη μουσική του Βαγγέλη Παπαθανασίου, η οποία φυσικά εντάσσεται στο top 10 των κινηματογραφικών soundtracks στην ιστορία της μεγάλης οθόνης. Οι μέρες, λοιπόν, αυτές ενδείκνυνται για να θυμηθείς αυτή την ταινία του Χιου Χάντσον, μια και οι Ολυμπιακοί Αγώνες του Λονδίνου έχουν ντυθεί στα χρώματα και είναι επενδυμένοι με τους ήχους αυτής της κλασικής ιστορικής ταινίας -καμάρι του Μπάκιγχαμ και διαχρονική λατρεία των απανταχού φλεγματικών Εγγλέζων. 

*Αυτό είναι και το τελευταίο κείμενο της στήλης SummerTime ’12, που συνεχίστηκε για δεύτερο καλοκαίρι στο SevenArt. Μέσα από αυτήν, μελετήθηκαν οι ταινίες “Εξοντώσατε τον δήμιο του Άουσβιτς”, “Ένοχος Έρως”, “Θέλω να γυρίσω σπίτι”, “Kουαρτέτο”, “Ο κύριος Κλάιν”, “Χαμένο Σαββατοκύριακο”, “13 Εγκλήματα ζητούν Ένοχο” και “Οι Δρόμοι της Φωτιάς”. Καλό καλοκαίρι!

13 ΕΓΚΛΗΜΑΤΑ ΖΗΤΟΥΝ ΕΝΟΧΟ


Η σημερινή στήλη SummerTime ασχολείται με μια… άδικη ταινία! Τα “13 Εγκλήματα ζητούν ένοχο” ανήκουν στις υποτιμημένες ταινίες του Άλφρεντ Χίτσκοκ, που και δεν βραβεύτηκαν και δεν μνημονεύονται στις κατά καιρούς λίστες για τις καλύτερες και πιο πετυχημένες παραγωγές της καριέρας του Άγγλου κινηματογραφιστή. Παρολαυτά στο SevenArt αγαπάμε την ταινία αυτή. Αφενός γιατί την περιλαμβάνουμε στο πιο προσωπικό σινεμά του Χίτσκοκ, που είναι καθαρό και αγνό, μακριά από τους πετυχημένους αλλά συνήθεις μανιερισμούς σασπένς και αγωνίας που διέθετε ο σπουδαίος δημιουργός. Αφετέρου γιατί την είχαμε επιλέξει στο αφιέρωμα Άδικες… Ταινίες (Φεβρουάριος 2012), με αφορμή την προβολή του “Άδικου Κόσμου” του Φίλιππου Τσίτου στις αίθουσες της χώρας. Ο συντάκτης Θωμάς Χαριτάκης είχε γράψει χαρακτηριστικά: “Από τις πιο παρεξηγημένες ταινίες του Βρετανού τα προηγούμενα χρόνια, σιγά-σιγά βρίσκει τη θέση που της αξίζει δίπλα στα αριστουργήματά του.” Ξεπερνώντας τον, μάλλον, κάκιστο ελληνικό τίτλο της (Σ.σ. διάβασε εδώ σχετικό αφιέρωμα της Σοφίας Καλάγκα), ο “Λάθος Άνθρωπος”, σύμφωνα με την ακριβή απόδοση, είναι σαν ένα ντοκιουντράμα που συγκλόνισε την εποχή εκείνη. Άλλωστε, η ταινία γυρίστηκε στα 1956 όταν ακόμη τις Η.Π.Α. δεν τις αποκαλούσες και φιλελεύθερες πολιτείες. Ο Χίτσκοκ, εν προκειμένω οι Άντερσον και ΜακΦέιλ στο σενάριο, στηρίχθηκαν σε αληθινό περιστατικό που είχε συμβεί καιρό πριν. Μπασίστας της τζαζ, που παίζει μεν σε κυριλέ μαγαζί αλλά πληρώνεται ψίχουλα, είναι ο Μάνι Μπαλεστρέρο, ο οποίος όμως διάγει ήσυχη και οικογενειακή ζωή. Υπέρ-αγαπά τη γυναίκα του (σε χαρακτηριστικό μελοδραματικό ρόλο η Βέρα Μάιλς) και τα δυο του μικρά αγόρια, που τσακώνονται για το ποιος από τους δυο έχει μεγαλύτερη έφεση στη μουσική (ο ένας παίζει πιάνο και ο άλλος φυσαρμόνικα), την πατάει άσχημα όταν βρίσκεται ξαφνικά στη φυλακή! Ο λόγος είναι απλός όμως και εξαιρετικά σύνθετος. Απλώς τον μπερδεύουν με έναν κατά συρροή ληστή. Όμως τον βάζουν στη φυλακή καθότι αφενός αναγνωρίζεται από δυο τρομαγμένες κυρίες ασφαλιστικής εταιρείας (σημειωτέον, τον “βάζει” φυλακή η εταιρεία που ασφαλίζει την οικογένεια Μπαλεστρέρο!) αφετέρου δεν υπάρχουν ισχυρά στοιχεία για την απόδειξη της αθωότητας του. Με ντοκιμαντερίστικη, ευθύγραμμη κινηματογράφηση, ο Χίτσκοκ στηρίζεται στην εξαιρετική, σχεδόν σπαρακτική ερμηνεία του Χένρι Φόντα, για να καταδείξει τον ανθρώπινο πόνο, την οικογενειακή τραγωδία και εντέλει το τρύπιο δικαστικό σύστημα. Φυσικά και οι αγώνες των Μπαλεστρέρο κατέληξαν στο βρόντο. Φυσικά και η λύση του μυστηρίου βρέθηκε όταν, από λάθος, πιάστηκε ο πραγματικός ένοχος που ψάχνει και ο ελληνικός τίτλος της ταινίας. Κατά τη γνώμη μου, δυο είναι οι κορυφαίες στιγμές της ταινίας: Αφενός το δράμα, ο πάτος, το τέλμα που νιώθει λόγω αδικίας ο Μάνι Μπαλεστρέρο όταν βρίσκεται πίσω από τα κάγκελα της φυλακής. Αφετέρου η ματιά του “γιατί;” που ανταλλάζει με τον πραγματικό ληστή. Τέλος, το κατεβασμένο κεφάλι μιας εκ των μαρτύρων μετά την ανακάλυψη του “λάθους” είναι η κινηματογραφική αποθέωση της ντροπής. Σαφώς και τα “13 Εγκλήματα Ζητούν Ένοχο” είναι μια διαφορετική ταινία στη φιλμογραφία του Χίτσκοκ. Γι’ αυτό άλλωστε και ο ίδιος σπεύδει να την προλογίσει διευκρινίζοντας μερικά δεδομένα για τη δημιουργία της. Αυτό που τον ερέθισε, κατά τα λεγόμενα του, ήταν η fiction διάσταση μιας πραγματικής ιστορίας που ξεπερνά και το σινεμά. Η άδικη… ταινία του Χίτσκοκ αδικήθηκε και στα βραβεία Όσκαρ. Τουλάχιστον σε εκείνο του α’ ανδρικού ρόλου που σίγουρα το άξιζε ο Φόντα, ο οποίος ούτε καν προτάθηκε! 

*Τα παραπάνω κείμενα δημοσιεύτηκαν στην στήλη SummerTime του Νέστορα Πουλάκου, από 16 εως 30 Ιουλίου, στο κινηματογραφικό πόρταλ www.sevenart.gr.

2 Αυγ 2012

Ο ΨΥΛΛΟΣ


Το τελευταίο κείμενο της σεζόν για την στήλη HellasFilm είναι μια ταινία για παιδιά, αλλά όχι παιδική, μια ταινία που αναδεικνύει την αθωότητα αλλά και την φαντασία, το όνειρο μιας καλύτερης ζωής και το όραμα για ένα αξιοπρεπές μέλλον. Πρόκειται για μια ταινία καλοκαιρινή, που κινηματογραφεί στιγμές και γωνιές της άγνωστης αλλά πανέμορφης ελληνικής επαρχίας, όλο έντονα χρώματα και με έναν αέρα απελευθερωτικό από τα συντηρητικά στεγανά της οπισθοδρομικής κοινωνίας του 1960, όπως και νοσταλγικό για τις εικόνες που έχουν αλλάξει ολοκληρωτικά. Ο “Ψύλλος” του Δημήτρη Σπύρου επανέρχεται στην επικαιρότητα μια και προβλήθηκε την περασμένη Παρασκευή στην Εβδομάδα Κινηματογραφικής Δημιουργίας στην Ικαρία, στον Δημοτικό Κινηματογράφο Αγίου Κήρυκου ΡΕΞ. Αλλά και για ένα λόγο προσωπικό: αυτές τις ημέρες, στην μετακόμιση που κάνω, βρήκα εκείνα τα φύλλα και μου ήρθαν αμέσως οι μνήμες της εφημερίδας που κυκλοφορούσα όταν βρισκόμουν στο δημοτικό σχολείο, κολλημένος από τότε με το μικρόβιο της δημοσιογραφίας. Μάλιστα, εκείνη τη χρονιά, υπήρχε και ανταγωνισμός στην τάξη, μια και ήμασταν δυο οι εκδότες-διευθυντές σύνταξης-ρεπόρτερ των εβδομαδιαίων τετρασέλιδων, καλή ώρα όπως η εφημερίδα του Ψύλλου της ιστορίας του Σπύρου, τα οποία γράφονταν στο χέρι και τυπώνονταν σε φωτοτυπικό μηχάνημα, κατόπιν χορηγίας των πατεράδων μας φυσικά. Ο Ψύλλος, όμως, της ιστορίας της Σπύρου ήταν ουσιαστικά μόνος και αβοήθητος. Οι γονείς του αν και τον πίστευαν και τον στήριζαν, ήταν φτωχοί χωρικοί, με ελάχιστα χρήματα στην τσέπη και με τους συγχωριανούς να τους βάζουν λόγια για την αρνητική “πρόοδο” του παιδιού. Μάλιστα, ο δάσκαλος του χωριού ήταν και ο φανατικός πολέμιος Ψύλλου, ο “άνθρωπος των γραμμάτων” που έβαζε πάντοτε τρικλοποδιές στον μικρό Ψύλλο, χωρίς να μπορεί να καταλάβει το πάθος για εξωστρέφεια αυτού του παιδιού. Ο Δημήτρης Σπύρου, καλλιτεχνικός διευθυντής του πετυχημένου Διεθνούς Φεστιβάλ Κινηματογράφου Ολυμπίας για Παιδιά και Νέους που το στηρίζει έμπρακτα το SevenArt κάθε χρόνο, πραγματοποίησε το σκηνοθετικό του ντεμπούτο το 1990 με τον “Ψύλλο”. Με πολλά βιογραφικά στοιχεία, καθότι η ταινία αφιερώνεται στον αληθινό Ψύλλο ενός χωριού της ορεινής Ολυμπίας, πατρίδας άλλωστε του σκηνοθέτη, και η ιστορία τοποθετείται στα μέσα της δεκαετίας του 1960 όταν ο Σπύρου βρισκόταν στην ηλικία του ήρωα της ταινίας, αποτυπώνεται με πλήρη σαφήνεια η παιδική αθωότητα, η ενήλικη κακεντρέχεια καθώς και τα κούφια μυαλά της ελληνικής κοινωνίας, που μπορεί τα χρόνια να έχουν περάσει όμως παραμένουν ίδια και απαράλλαχτα όπως και τότε. Ο Σπύρου πραγματοποίησε μεγάλη επιτυχία με τον “Ψύλλο”. Η ταινία του βραβεύτηκε σε πολλά φεστιβάλ, μεταξύ των οποίων στο Φεστιβάλ Βερολίνου αλλά και σε εκείνα του Σικάγο, του Μπέλφαστ, της Σόφια, της Χάβρης κ.ά. Η σημαντικότερη επιτυχία όμως της ταινίας είναι ότι μπήκε στα ελληνικά σχολεία, άνοιξε τα μάτια και τέντωσε τ’ αυτιά των μικρών μαθητών, και στα σίγουρα άλλαξε τα μυαλά των εκπαιδευτικών, ενώ πήγε ένα βήμα παραπέρα το “αμαρτωλό” σύστημα παιδείας της χώρας, με την είσοδο του κινηματογράφου στα σχολεία από τότε. *Μπορείς να δεις την ταινία ολόκληρη παρακάτω:

ΠΟΤΕ ΤΗΝ ΚΥΡΙΑΚΗ


Η σημερινή, προτελευταία της σεζόν, στήλη HellasFilm ασχολείται με μια άκρως καλοκαιρινή και συμβολική ταινία για την εποχή μας, μια ταινία που έκανε γνωστό το ελληνικό σινεμά σε όλο τον κόσμο και έφτασε μέχρι τα Όσκαρ. Το “Ποτέ την Κυριακή”, η πλέον πετυχημένη σύμπραξη του ζεύγους και στη ζωή Ζυλ Ντασέν-Μελίνας Μερκούρη έγινε box office hit το 1960-61, έλαβε σημαντικές διακρίσεις, έπαιξε σε μεγάλα φεστιβάλ και ήταν υποψήφιο στα σπουδαιότερα κινηματογραφικά βραβεία. Μάλιστα, μερικά χρόνια αργότερα ανέβηκε ως “Ilya Darling” στο θεατρικό σανίδι του Μπρόντγουεϊ. Απόψε το βράδυ, το “Ποτέ την Κυριακή” παίζεται στο καλοκαιρινό Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου στο Μαλαγάρι της Σάμου. Γι’ αυτό και εδώ στο SevenArt, ξαναθυμόμαστε την ταινία που χάρισε το Όσκαρ τραγουδιού στον Μάνο Χατζιδάκι (για τα περίφημα πια “Τα παιδιά του Πειραιά”) και το βραβείο γυναικείας ερμηνείας του Φεστιβάλ Καννών στην Μελίνα Μερκούρη. Το “Ποτέ την Κυριακή” είναι η αποτύπωση της Ελλάδας ως φτωχού συγγενή και του ξένου ως πνευματικού ταγού και πολιτικού, κοινωνικού και οικονομικού προτύπου που νομίζει ότι οφείλει να βάλει σε τάξη στη χώρα του Όμηρου και του Αριστοτέλη. Η εύπεπτη σε πρώτο πλάνο ιστορία έχει ως εξής: Η Ίλια είναι η πιο διάσημη πόρνη του Πειραιά. Την αγαπάνε οι άντρες, όλων των ηλικιών και των επαγγελμάτων. Η ίδια διαλέγει την πελατεία της, επιλέγει ακόμη να μη δουλεύει την Κυριακή, κάνει αμέριμνη τα μπάνια της, λατρεύει τον Ολυμπιακό, το καλό φαγητό και τον ήλιο του Πειραιά. Δεν εγκλωβίζεται σε σχέσεις και είναι η αγαπημένη Ίλια των αντρών. Οι άλλες γυναίκες και συνάδελφοι της την ζηλεύουν αλλά και τη θαυμάζουν. Η ίδια λατρεύει και το ελληνικό θέατρο, έχοντας όμως φτιάξει τις δικές της τελικές εκδοχές (και όχι τις πραγματικές, σύμφωνα με τα γραπτά), όπως για παράδειγμα λέει ότι συμβαίνει στην “Μήδεια” (…στο τέλος πήρε τα παιδιά της και τραβήξανε για την παραλία). Τα δεδομένα αλλάζουν όταν καταφτάνει ο Αμερικανός Χόμερ, φιλέλληνας και λάτρης της αρχαίας ελληνικής γραμματείας και παράδοσης. Ο Χόμερ βέβαια γοητεύεται και από την Ίλια, την οποία θέλει μεν διακαώς αλλά επιθυμεί και να την αλλάξει, να την κάνει καλύτερο άνθρωπο, πιο σοβαρό και μορφωμένο, μακριά από την εκπόρνευση και τον… Ολυμπιακό. Κατά τον ίδιο πάντοτε. Κι αν η Ίλια πέφτει αρχικά στην “παγίδα” του γρήγορα καταλαβαίνει ποια είναι η πραγματική ζωή που θέλει η ίδια και που της ταιριάζει. Η αλήθειες είναι δυο για το “Ποτέ την Κυριακή”: Αφενός φτιάχτηκε με τέτοιο τρόπο ώστε να εξακολουθεί να φαντάζει ως μέρος εξωτικό η Ελλάδα, τουλάχιστον σαν μια ανατολίτικη χώρα που προσπαθεί να προσεγγίσει τον δυτικό τρόπο ζωής. Θάλασσα, ταβερνάκι, ναύτες και πόρνες, μαγκιά και λαϊκότητα, λιμάνι και ούζο, σπασίματα και μπουζούκι, χορός και μεθύσι, επανάσταση και αντίδραση στο ξένο κατεστημένο. Όσα και να λέμε, το “Ποτέ την Κυριακή” και αργότερα ο “Αλέξης Ζορμπάς”, ήταν οι ταινίες που έχτισαν το προφίλ της “εξωτικής” χώρας και προσέλκυσαν τουρισμό, δολάρια και “έχτισαν” τη γραφικότητα (θετικά και αρνητικά) της Πλάκας και των ελληνικών νησιών. Αφετέρου, πίσω από αυτή την ιστορία σε πρώτο πλάνο, παρατηρούμε τη διάθεση του Ντασέν να υπερασπιστεί την δεδηλωμένη ανεξαρτησία του ελληνικού λαού, και τη διατήρηση της αυθεντικότητας του, εκφράζοντας ειρωνικά, θυμωμένα και σίγουρα έντονα ότι δεν υφίστανται ξένοι αναμορφωτές και άνθρωποι του θέσφατου, ανώτεροι και καλύτεροι. Η Ελλάδα έχει ανάγκη από τον καλό εαυτό της και όχι από τις νουθεσίες κανενός Αμερικάνου, Άγγλου ή Γερμανού στις μέρες μας, αυτές της Τρόικας και του ΔΝΤ. Η ταινία αγκαλιάστηκε από Έλληνες και ξένους σινεφίλ, ξεπερνώντας τα 10 εκατομμύρια δολάρια σε εισπράξεις παγκοσμίως. Άλλωστε αποτελεί μία από τις ταινίες-ορόσημα του ελληνικού σινεμά, τουλάχιστον στο εξωτερικό. Ακόμη προτάθηκε για πέντε Όσκαρ, Χρυσές Σφαίρες και βραβεία BAFTA, κατακτώντας και το κοινό του Φεστιβάλ Καννών, όπου έκανε την παγκόσμια πρεμιέρα της και διεκδίκησε τον Χρυσό Φοίνικα.

ΜΑΥΡΟ + ΑΣΠΡΟ


Στη σημερινή στήλη HellasFilm θα καταπιαστώ με μια εκ των πλέον ιδιαίτερων ταινιών του Νέου Ελληνικού Κινηματογράφου, που φτιάχτηκε στα πρώτα χρόνια του ρεύματος αυτού. Πρόκειται για το “Μαύρο + Άσπρο” των Θανάση Ρεντζή και Νίκου Ζερβού, δυο σκηνοθετών που έχουν αφήσει το στίγμα τους στο ελληνικό σινεμά της Μεταπολίτευσης, ο καθένας διαγράφοντας μια εντελώς διαφορετική πορεία από αυτή την πρώτη κοινή τους ταινία. Πριν προχωρήσω, να σημειώσω ότι αφορμή γι’ αυτό το κείμενο στάθηκε η χθεσινή προβολή της ταινίας στον πολυχώρο CAMP! της Πλατείας Κοτζιά, όπου παραβρέθηκαν οι δυο σκηνοθέτες μιλώντας για το έργο τους. Η προβολή εντάσσεται στο γενικότερο πολυκαλλιτεχνικό αφιέρωμα “Το Αθηναϊκό Underground 1964-1983”. Μάλιστα, οι δυο σκηνοθέτες θα μιλήσουν, μαζί και με τους Κώστα Φέρρη και Αλέξη Ταμπουρά, στην ανοιχτή συζήτηση “Το κινηματογραφικό underground”, στον ίδιο χώρο, στις 17 Ιουλίου, στις 8 το βράδυ. Underground λοιπόν χαρακτηρίζεται το “Μαύρο + Άσπρο”. Για να πω την αλήθεια μου εξεπλάγην με αυτή την "ένταξη" του, καθότι μόνο αυτό δεν μου ήρθε στο μυαλό βλέποντας την ταινία πριν χρόνια. Αντιθέτως, έγραφα για μια ταινία χαρακτηριστική της εποχής, με νεολαιίστικο πνεύμα, έντονη κριτική διάθεση είτε στην επαναστατική διαδικασία είτε στη μικροαστική μιζέρια που επέφερε στην κοινωνία ευρύτερα η Χούντα, και με διαλεκτική και σχολιαστική δίψα να μιλήσει για την αστυφιλία, τα χαμένα όνειρα, τον φοιτητικό αναβρασμό και την, εντέλει, ενσωμάτωση του νέου στο κοινωνικό κατεστημένο και τη “φυσιολογική” ζωή. Το “Μαύρο + Άσπρο” είναι μια από τις πλέον ρηξικέλευθες ταινίες της εποχής εκείνης. Και φυσικά είναι αυτή που ανοίγει τον διάλογο του τι είναι επανάσταση, τι σημαίνει να είσαι κόντρα στο ρεύμα και ποια είναι τελικά τα όνειρα ή τα σχέδια σου, που χάνονται συνήθως στην πορεία της ζωής σου. Η ιστορία του Ρεντζή, της οποίας οι διάλογοι δουλεύτηκαν από τον Λουκά Θεοδωρακόπουλο (δεν αναφέρεται στην επίσημη καταχώρηση της Ταινιοθήκης της Ελλάδας), καταπιάνεται με τον νέο και τη σχέση του με τη μάζα, με τις σκέψεις, τα θέλω και την επιμονή/ υπομονή του στα πράγματα. Τελικά είναι όλα Άσπρο – Μαύρο; Ή μπορεί να είναι και Άσπρο και Μαύρο; Η ιστορία μιλά για ένα νεαρό Θεσσαλονικιό που καταφτάνει στην πόλη των ονείρων του, την Αθήνα, για να σπουδάσει στην Σχολή Καλών Τεχνών, κόντρα στην πατρική θέληση. Στο πανεπιστήμιο, στα τελευταία χρόνια της Χούντας, επικρατεί αναβρασμός, αναταραχή. Ο ίδιος όμως αρνείται να συμμετάσχει σε αυτό τον αγώνα. Προτιμά τις σπουδές του, τις κοπέλες και οραματίζεται την καλλιτεχνική του εξέλιξη. Από υπάλληλος σε γκαλερί γίνεται τελικά διαφημιστής. Η αστικοποίηση και η κατεστημένη ένταξη του έχει επέλθει. Η ταινία των Ρεντζή-Ζερβού αποτελεί και ένα σπάνιο ντοκουμέντο μια και αποτυπώνει την φοιτητική εξέγερση του 1973 και πιάνει τον νεολαιίστικο παλμό της εποχής. Στον πρωταγωνιστικό ρόλο (και ως βοηθός σκηνοθέτη) βρίσκεται ο -μετέπειτα σκηνοθέτης- Γιώργος Τσεμπερόπουλος. Στη φωτογραφία συναντάμε τον, επίσης, σκηνοθέτη Σάκη Μανιάτη, στη μουσική τον Μάνο Λοΐζο και στο τραγούδι την Χαρούλα Αλεξίου. Πολλοί και μετέπειτα γνωστοί ηθοποιοί εμφανίστηκαν ακόμη σε δεύτερους ρόλους.

ΜΙΑ ΛΑΤΕΡΝΑ ΜΙΑ ΖΩΗ


Σε συνέχεια του μικρού αφιερώματος-φόρου τιμής μας στον σπουδαίο καλλιτέχνη του κινηματογράφου και του βιβλίου Σωκράτη Καψάσκη, παρουσιάζουμε στη στήλη HellasFilm την πρώτη του σκηνοθετική δουλειά, το κλασικό μελόδραμα του παλιού ελληνικού κινηματογράφου “Μια λατέρνα μια ζωή”. Παραγωγή της ΑΝΖΕΡΒΟΣ του 1958, αποτελεί μια από τις χαρακτηριστικότερες ταινίες του “μπεκρή του ελληνικού κινηματογράφου” Ορέστη Μακρή. Η ιστορία της λατέρνας και η ζωή του λατερνατζή της, όπως αυτές πέρασαν από τη Μεσοπολεμική Ελλάδα του 1938 στη Μεταπολεμική του 1958, από την Αθήνα των μαχαλάδων σε εκείνη της πολυκατοικίας, και εντέλει από την διασκέδαση της ταβέρνας σε εκείνη των νάιτ κλαμπ, ολοκληρώνονται με την πώληση της και το θάνατο του καλλιτέχνη γερό-μπεκρή. Αυτή είναι η κοινωνική σπουδή του Γιώργου Τζαβέλλα καθώς έγραφε αυτό το δραματικό σενάριο, το οποίο επενδύθηκε με τη μουσική του Μάνου Χατζιδάκι και τις αξέχαστες ερμηνείες των τραγουδιών της ταβέρνας από τον Ορέστη Μακρή (το κομμάτι “Κοπάνα το, κοπάνα το” παραμένει κλασικό). Στους βασικούς ρόλους, ο Καψάσκης είχε ακόμη τα σημαντικά ονόματα της Καρέζη, του Ηλιόπουλου, του Φυσσούν και του Διανέλλου. Η ιστορία μιλάει για την καθημερινότητα του λατερνατζή Κοσμά (Ορέστης Μακρής) στην Αθήνα του 1938. Γυρνάει τις γειτονιές και τις ταβέρνες και παίζει τη λατέρνα του, τραγουδώντας άσματα της παρέας και του κρασιού. Ερωτευμένος με τη γυναίκα του (Τζένη Καρέζη), περιμένουν το πρώτο τους παιδί. Ο Κοσμάς θέλει αγόρι. Εντέλει το παιδί γεννιέται και είναι κορίτσι. Η γυναίκα του πεθαίνει στη γέννα κι εκείνος από αντίδραση δεν θέλει το παιδί του. Αυτό καταλήγει σε ένα άτεκνο ζευγάρι του μεροκάματου που ζει στη γειτονιά του (Λαυρέντης Διανέλλος, Νίτσα Τσαγανέα). Περνάνε 20 χρόνια, τελειώνει και η Κατοχή. Η Αθήνα έχει αλλάξει. Οι ταβέρνες έχουν ερημώσει. Η λατέρνα πια είναι μουσειακό είδος. Όλοι προτιμούν το ραδιόφωνο. Ο γερό Κοσμάς συνεχίζει τη δουλειά του όμως, πάντα παρέα με τον βοηθό του που έχει μεγαλώσει κι αυτός (Ντίνος Ηλιόπουλος), αλλά βγάζει ψίχουλα κι αυτά τα τρώει στο πιοτό. Κάθε μέρα κάθεται με τις ώρες κάτω από το σπίτι της Νίνας (Τζένη Καρέζη, σε διπλό ρόλο) και παίζει τη λατέρνα του για να την ψυχαγωγήσει. Η Νίνα είναι η κόρη του και μοιάζει της μητέρας της. Η Νίνα ζει πλουσιοπάροχα. Οι γονείς της έχουν πιάσει την καλή και φτιάξανε περιουσία. Η Νίνα δεν ξέρει την αλήθεια και κυρίως ότι οι γονείς της είναι θετοί. Εκείνοι βέβαια θέλουν το καλύτερο για την κόρη τους, γι’ αυτό και αντιδρούν στην σχέση της με έναν φτωχό και άσημο βιολιστή (Πέτρος Φυσσούν), αφού τους ξυπνάνε μνήμες του πραγματικού πατέρα της. Η Νίνα όμως το σκάει με τον βιολιστή και μένουνε μαζί. Περνάνε δύσκολα. Κι όταν το όργανο του βιολιστή σπάει, θα βρεθεί ο λατερνατζής Κοσμάς για να τους βοηθήσει. Πρόκειται για ένα από τα χαρακτηριστικότερα μελοδράματα εκείνης της περιόδου. Φτωχολογιά, ταβέρνα, κρασί, λατέρνα. Μεγαλοπιασμένοι πρώην μεροκαματιάρηδες, ερωτοχτυπημένη κόρη και άσημος γαμπρός. Ο Καψάσκης σκηνοθετεί τα κλισέ εκείνου του κινηματογράφου που αγαπηθήκανε τόσο από το ελληνικό σινεφίλ κοινό διαχρονικά. Ενώ η ερμηνεία του μπεκρή Ορέστη Μακρή παραμένει αξεπέραστη. 

Σημείωση: Ένα σύντομο αλλά περιεκτικό αφιέρωμα στον καλλιτέχνη Σωκράτη Καψάσκη έχει επιμεληθεί ο καλός φίλος Φώτης Μπατσίλας στο blog oxy-moron.

ΔΙΨΑ ΓΙΑ ΖΩΗ


Η στήλη HellasFilm βουτάει στα άδυτα του παλιού ελληνικού κινηματογράφου και μέχρι το τέλος Ιουνίου θα σου παρουσιάσει δυο εκ των 14 -μόλις- ταινιών ενός πραγματικού καλλιτέχνη, αθεράπευτα ρομαντικού με τον κινηματογράφο (γι’ αυτό άλλωστε και τον παράτησε, τουλάχιστον ως σκηνοθέτης, παρά το γεγονός ότι στα μέσα της δεκαετίας του 1960 ήταν ιδιαιτέρως δημοφιλής), λάτρη της ποίησης και μοναδικού μεταφραστή του Τζέιμς Τζόυς (το περίφημο βιβλίο “Οδυσσέας” εξακολουθεί να κυκλοφορεί σε δική του μετάφραση από τις Εκδόσεις Κέδρος). Ο λόγος για τον Σωκράτη Καψάσκη, έναν αυθεντικό άνθρωπο του πνεύματος στη μεταπολεμική Ελλάδα των ταραχών, της χούντας και της σοσιαλιστικής παπανδρεϊκής αποκατάστασης. Ο Καψάσκης, ο οποίος ως διευθυντής του σινεμά Studio στην Πλατεία Αμερικής μεγάλωσε γενιές και γενιές σινεφίλ στην περίοδο της Μεταπολίτευσης, σπούδασε σινεμά στο Παρίσι μετά τον Πόλεμο και επέστρεψε στην κινηματογραφική Ελλάδα τον μεγάλων στούντιο για να γυρίσει ορισμένες από τις καλύτερες ταινίες της περιόδου. Αρχικά θα καταπιαστούμε με ένα χαρακτηριστικό μελόδραμα του ελληνικού κινηματογράφου, πραγματικό προπομπό της φωσκολικής λαίλαπας τόσο στο σινεμά όσο και στην τηλεόραση αργότερα. Η “Δίψα για ζωή” ήταν μια παραγωγή της εταιρείας του Λαζαρίδη και στηρίχτηκε στο σενάριο του Γιώργου Παπακυριάκη. Ο Καψάσκης έβαλε τη δική του σκηνοθετική πινελιά, χειριζόμενος ένα υπέρλαμπρο καστ: Φόνσου, Κούρκουλος, Βούρτση, Ξανθόπουλος, Λιβυκού, Καρράς, Κωτσόπουλος, Σειληνός κ.ά, συμμετείχαν ως επί των πλείστων σε μικρούς ρόλους. Η ιστορία θέλει την τραγικά πλούσια και μοναχοκόρη Κατερίνα (Άννα Φόνσου) να συμπεριφέρεται κακομαθημένα στους άντρες. Τους πουλάει έρωτα και μετά τους παρατάει. Πρώτα ένας μπουζουξής (Νίκος Ξανθόπουλος) πέφτει στον έρωτα της μα τον αφήνει. Στη συνέχεια ένα άλλο πλουσιόπαιδο (Κώστας Καρράς), που αφού είδε και αποείδε φεύγει τρέχοντας με το κορίτσι που “έφτυνε” καιρό. Μετά ένας επαγγελματίας ζιγκολό (Βαγγέλης Σειληνός) που την ερωτεύεται αλλά… προλαβαίνει η αστυνομία και τον μαζεύει. Τέλος, ένας γοητευτικός πολιτικός μηχανικός (Νίκος Κούρκουλος)... Εδώ τα πράγματα είναι διαφορετικά. Για τη στάση βέβαια της Κατερίνας υπάρχει εξήγηση: η συμπεριφορά του πατέρα της (απιστία, οικογενειακή βία), η πειθήνια στάση της μητέρας της κι όλη αυτή η τραγικότητα φέρνουν ψυχολογική και σωματική κατάρρευση στη νεαρά ενζενί. Και φυσικά, όπως συνέβαινε σε πολλές ταινίες της περιόδου, μόνο μια κλινική στην Ελβετία μπορεί να τη σώσει. Δεν θα σου αποκαλύψω την εξέλιξη της ιστορίας. Άλλωστε πρόκειται για ένα αρχετυπικό μελόδραμα, το οποίο παρά τα κλισέ του φέρει και συνεχείς ανατροπές, οι οποίες σίγουρα είναι απρόβλεπτες. Εν γένει, η ταινία του Καψάσκη σηματοδοτεί το μελόδραμα της εποχής, συγκεντρώνοντας τόσο τους αστέρες του (Ξανθόπουλος, Βούρτση) όσο και γνωστούς ηθοποιούς που περάσανε από πολλά είδη σινεμά της περιόδου. Η ταινία ήταν μεγάλη εισπρακτική επιτυχία το 1964-65. Στα σκηνικά συναντάμε τον Βασίλη Φωτόπουλο, στη μουσική τον Κώστα Καπνίση και στο μπουζούκι τον Γιώργο Ζαμπέτα. 

Σημείωση: Ένα σύντομο αλλά περιεκτικό αφιέρωμα στον καλλιτέχνη Σωκράτη Καψάσκη έχει επιμεληθεί ο καλός φίλος Φώτης Μπατσίλας στο blog oxy-moron. 

*Tα παραπάνω κείμενα δημοσιεύτηκαν στην στήλη HellasFilm του Νέστορα Πουλάκου, από 20 Ιουνίου έως 1 Αυγούστου, στο κινηματογραφικό πόρταλ www.sevenart.gr.