31 Οκτ 2012

ΕΚΔΗΛΩΣΗ


Το Vakxikon Radio στο e-tetradio.gr


Από το χαρτί στον... αέρα.

Παρουσιάση του Vakxikon Radio στην καθημερινή επιθεώρηση για το ραδιόφωνο στην Ελλάδα, e-tetradio.gr.

Πιο αναλυτικά διάβασε τη σχετική σελίδα του σάιτ.

30 Οκτ 2012

100 χρόνια Θεσσαλονίκη λοιπόν... Προχείρως και συνειρμικά!


Τι δε θα θελα να ξεχάσω: Όλους (σχεδόν) τους λογοτέχνες, το Κρατικό Θέατρο, το ελληνικό ροκ, τη μαγεία του μπασκετικού Παοκ-Άρης των 80s, το υπέροχο φαγητό, τον Εξώστη, τις κινηματογραφικές ομάδες του Α.Π.Θ., το λουνα παρκ της Σαλαμίνας που βρήκα ανοιχτό, ολοφώτιστο και παντελώς άδειο σαν πόλη φάντασμα έναν Σεπτέμβρη, τη μουσική του Ανατολικού και του Έκφραση, την τυχαία συνάντηση με τον Παπάζογλου στο λιμανάκι της Κρήνης, τα δυο πρώτα βιβλία που μου χάρισαν στην έκθεση βιβλίου της παραλίας (ξέρει ποιος), τους Άγαμους Θύτες, τα live μπαρ της Βύρωνος, το φεστιβάλ Κινηματογράφου, την ομιλία του Βασίλη Λεβέντη στην Αγίας Σοφίας, τον Φιλόλογο του Χρήστου Τσολάκη, την πλατεία Ελευθερίας, την ετ3, την (καλώς εννοούμενη) έντεχνη σκηνή, μια έκθεση εικαστικών που δούλεψα πρωτοετής φοιτητής και δε μπορώ να θυμηθώ με τίποτα λεπτομέρειες για αυτήν, το παγωτό που μου κέρασε η ξαδέρφη μου πιτσιρίκι σε μια ΔΕΘ, την έναρξη του Μεγάρου, τους έξω καρδιά μαγαζάτορες που απορείς πως κρατάνε μαγαζί, το Φεστιβάλ Ντοκυμαντέρ, τα χαμόγελα στη γειτονιά της γιαγιάς μου, τον ανεκπλήρωτο εφηβικό μου έρωτα για μια ξανθιά τουμπιώτισσα που έχασα στην περιφορά της Μεγάλης Παρασκευής. 

Τι θα θελα να ξεχάσω: την αθρόα παραγωγή σκυλάδικου, το πανώ για τον Ξηροκώστα, τον Ψωμιάδη, τη μανία με το Cosmos, όσους διαπόμπευαν τον Νικο-Αλέξη Ασλάνογλου, τις κοιλιές των επισήμων κάθε Σεπτέμβρη στη ΔΕΘ, τον Ατσαλάκωτο, τον σεισμό του 78, τις κλίκες, την Καρφίτσα, τη μαζοποίηση της Βαλαωρίτου (και παλαιότερα του Μπιτ Παζαρ), το ποιους έχει τιμήσει ο Σύνδεσμος Εκδοτών Βορείου Ελλάδος, τη Βουγιουκλάκη στο φεστιβάλ Κινηματογράφου, το μποτιλιάρισμα του 'Χαλκιδική Πάση Θυσία' (μεγαλύτερο κι απ του Γκοντάρ στο Week-End), την κραυγή του Παγκρατίδη, τους τηλεπλασιέ, τους κουτοπόνηρους μαγαζάτορες, τα μπάχαλα στα πανεπιστήμια, το θράσος ορισμένων 'πνευματικών παραγόντων', τον βασανιστή του Νάντη, τα εγκαίνια του νέου Δημαρχείου, τα γυαλιά ηλίου και το ύφος των τρέντηδων της παραλιακής, την τρύπα του Κούβελα, την Πολιτιστική Πρωτεύουσα, όσους με πλήγωσαν και θα τους το κρατάω μια ζωή, μια άλλη ξανθιά που δεν ήρθε ποτέ στην ώρα της σε κανένα ραντεβού. 

Εν τέλει σε αυτή την πόλη μια ζωή παλεύει η αισθητική με την υποκουλτούρα, το δίκιο με το άδικο, η εφυία με την ανοησία, γενικώς το 'Καλό' με το Κακό' στα μαρμαρένια αλώνια ένα πράγμα. Προτιμώ λοιπόν να κρατήσω τα όμορφα, και από τα άσχημα μόνο τη φαιδρή τους όψη... 

Ioρδάνης Κουμασίδης

29 Οκτ 2012

ΕΚΔΗΛΩΣΗ


Δευτέρα 29 Οκτωβρίου στις 8:30 μ.μ. / Παρουσίαση του τόμου Ποιητές στη σκιά.

Δεκέμβριος 2011 - Μάιος 2012. Ο ποιητής Γιώργος Μπλάνας επιμελείται έναν κύκλο αφιερωμάτων σε 10 ποιητές. Ποιητές στη σκιά.

Όχι στο προσκήνιο. Όχι στις δημόσιες επετείους. Όχι στα πολλά και μεγάλα βραβεία.

30 νέοι ομότεχνοί τους καταθέτουν την προσωπική σχέση τους με τους ποιητές στη σκιά.

Ηθοποιοί διαβάζουν ποιήματα. Οι ομιλίες, τα ανθολογημένα ποιήματα από τον Μπλάνα, καθώς και τα εισαγωγικά και επιλογικά σημειώματά του περιλαμβάνονται στον τόμο που παρουσιάζουμε σήμερα. 

Θα μιλήσει ο ποιητής Γιώργος Μπλάνας

Η Σοφία-Ιόλη Μπούντα κέρδισε το Βραβείο Βακχικόν

 
Την Παρασκευή 26 Οκτωβρίου ολοκληρώθηκε το Φεστιβάλ Θεάτρου και Παραστατικών Τεχνών στον πολυχώρο Πασάγιο 8 (στα Σεπόλια). 

Το θεσμοθετημένο Βραβείο Βακχικόν απονεμήθηκε στην Σοφία-Ιόλη Μπούντα, σκηνοθέτη, σεναριογράφο και ηθοποιό της παράστασης "Μονοπάτια του μυαλού" (Brainpaths), που θα παίζεται από αρχές Νοεμβρίου και για 2,5 μήνες στον χώρο αυτό. 

Το βραβείο περιλαμβάνει έκδοση του έργου σε e-book από τις Εκδόσεις Vakxikon.gr, τον Ιανουάριο του 2013.

Την κριτική επιτροπή του τριήμερου φεστιβάλ αποτελούσαν, η συγγραφέας Μαριάννα Κυριακάκη και ο υπεύθυνος περιοδικού και εκδόσεων Vakxikon.gr Νέστορας Πουλάκος.

28 Οκτ 2012

Οι Ταινίες της 25ης Οκτωβρίου 2012 στο SevenArt.gr


Του Νέστορα Πουλάκου 

Παράνομοι (6/10) 

Μια ακόμη βίαιη καταγραφή της Αμερικής του Μεσοπολέμου, τότε που η περιβόητη ποτοαπαγόρευση είχε επιβάλλει τους δικούς της κανόνες στην κοινωνία: μαφίες και λοιπές φατρίες, βρισκόμενες στην παρανομία, μάχονταν με τους διεφθαρμένους αστυνομικούς για την “ελεύθερη” κυκλοφορία του ουίσκι, το οποίο μια και απαγορευμένο είχε τρομερή ζήτηση. Λαθρεμπόριο, παραοικονομία και διαφθορά επικρατούσαν. Ο Αυστραλός Τζον Χιλκόουτ καταπιάνεται με το ιστορικό μυθιστόρημα “The Wettest County In The World” και αφηγείται μια αληθινή ιστορία που εκτυλίχθηκε στην Αμερική της Μεγάλης Ύφεσης. Οι Τομ Χάρντι και Σάια ΛαΜπέφ υποδύονται τους αδελφούς Μπόντουραντ, παραγωγούς και λαθρεμπόρους παράνομου ουίσκι –επονομαζόμενου και “moonshine”, γιατί το διακινούσαν κάτω από το φως του φεγγαριού– που με το βλέμμα στραμμένο στο Αμερικάνικο Όνειρο, τα έβαλαν με το Νόμο και αποτέλεσαν την απαρχή των μετέπειτα γκάνγκστερ των μεγάλων πόλεων. Μια ταινία ασυνήθιστης βίας, που καταφέρνει να σου κρατήσει το ενδιαφέρον για δυο συγκεκριμένους λόγους: αρχικά το θέμα της, το οποίο αν και το έχεις ξαναδεί, σου επαναλαμβάνει με τον πλέον ρεαλιστικό τρόπο και με μια αφάνταστη ωμότητα, πως οι άνθρωποι γινόντουσαν απάνθρωποι και γιατί μια δυτική κοινωνία μετατρεπόταν σε καθεστώς Ταλιμπάν μια και είχε μοναδικό σκοπό της το κέρδος και για βωμό της τα “μαύρα” χρήματα της παρανομίας. Από την άλλη μεριά, παρακολουθείς τη συγκλονιστική ερμηνεία του Τομ Χάρντι, ο οποίος μετά τον μασκοφόρο Μπεν στην τελευταία ταινία του Μπάτμαν, γίνεται ο στυγνός και αδυσώπητος μεγάλος αδελφός της οικογένειας που οφείλει και πρέπει να προστατέψει το σπίτι του, αλλά και να ταΐσει το “αίμα” του μέσω των κερδών του από το παράνομο αλκοόλ. Στον αντίποδα, βρίσκονται οι διεφθαρμένοι αστυνομικοί οι οποίοι από τη μια μεριά θέλουν να επιβάλλουν το νόμο, από την άλλη όμως πάντα με τον δικό τους, ανορθόδοξο τρόπο και φυσικά προς ίδιον όφελος. Γιατί να ξαναδείς μια ταινία για την αμερικανική ποτοαπαγόρευση; Αυτή είναι μια καλή ερώτηση για μια εποχή που έχει γίνει και ξαναγίνει θέμα σε πάμπολλες ταινίες, όπως για παράδειγμα στην πασίγνωστη γκανγκστερική “Μπόνι και Κλάιντ”. Η αλήθεια είναι ότι τίποτε το παραπάνω δεν θα μάθεις, κάτι το διαφορετικό δεν θα δεις. Η άλλη αλήθεια είναι όμως ότι πουθενά, σε καμία άλλη παραγωγή, δεν έχει αποτυπωθεί με τόσο κτηνώδη τρόπο η βαρβαρότητα που επικρατούσε κοινωνικά εξαιτίας εκείνης της αφελούς απαγόρευσης, η οποία το μόνο που επέφερε ήταν μπελάδες κατά τον διαβόητο Αλ Καπόνε. 

*Το κείμενο δημοσιεύτηκε στην εβδομαδιαία πολιτική εφημερίδα Δρόμος (φύλλο 27-10-12). 

Αγριότητα (4/10) 

Προφανώς και ο Όλιβερ Στόουν διαπίστωσε ότι με τις πολιτικές βιογραφίες, τα κοινωνικά δράματα, την παγκόσμια οικονομική κρίση και τα αληθινά γεγονότα, δεν πρόκειτα να επανακάμψει ποτέ του. Ο κόσμος θέλει κλασικό Χόλιγουντ: σεξ, ναρκωτικά, μαγκιές, βία και… νοθεία. Το στυλ και το σινεμά του Ταραντίνο περνάει ακόμη (νομίζει…) και ο ίδιος καλό θα είναι, για την καριέρα του που είναι σε πτώση, να επαναφέρει το ποπ διαμαντάκι των ‘90s, “Γεννημένοι Δολοφόνοι”. Η αλήθεια είναι πως δεν τα καταφέρνει. Καθότι, αυτά τα ποπ διαμαντάκια μείνανε κολλημένα στα ’90s, και ούτε το “Pulp Fiction” ούτε το “True Romance” ούτε και η δική του επιτυχία θα επαναληφθούν. Πρώτα απ’ όλα και κυρίως λόγω του θέματος: τρεις fuck bodies (ή αλλιώς threesome) καλλιεργούν χασίς και τα κονομάνε. Να ‘ναι καλά ο πόλεμος στο Αφγανιστάν. Βλέπεις, λοιπόν, ωραία πλάνα με πισίνες, χρήση ναρκωτικών έτσι για το γούστο, εύκολες μπίζνες –πάντα παράνομες-, όμορφα σώματα να σεξουαλίζονται και λοιπές αρλούμπες τύπου “Σημαδεμένος”. Και… Κάπου εδώ εμπλέκεται η μεξικανική μαφία, που θέλει να καθαρίσει τους νεαρούς γιατί της παίρνουν την πελατεία. Ο Στόουν επαναφέρει την κουλτούρα των ‘90s μπας και κόψει κανένα εισιτήριο. Οκ! Και καταλήγει να κάνει μια από τα ίδια, 17 χρόνια μετά την επιτυχία του ώστε να φέρει στο σινεμά την πιτσιρικαρία που δεν έχει βαρεθεί ακόμη το τρίπτυχο σεξ-βία-νοθεία. Πάμε παρακάτω όμως… Εννοείται ότι είναι καλοφτιαγμένη η ταινία του, όμως, προσωπικά, βαριέμαι αφόρητα. 

Η Παράξενη Ζωή του Τίμοθι Γκριν (3/10) 

Χαρακτηριστικό παράδειγμα ταινίας… Disney. Σαν κι αυτές που βλέπαμε με το τσουβάλι την πρώτη δεκαετία της ιδιωτικής τηλεόρασης, τα σαββατοκύριακα. Προφανώς οικογενειακή, σίγουρα ηθικολογική, με σαφές κοινωνικό και περιβαλλοντικό μήνυμα. Ταινία δηλαδή για όλο τον κόσμο, που προορίζεται βέβαια πρωτίστως για την αγορά του dvd. Σίγουρα δεν πιάνει τα στάνταρντς των περισσοτέρων ταινιών της Disney, αλλά βγήκε κι αυτή στα πλαίσια της πολιτικής της εταιρείας. Θέμα της είναι η υιοθεσία, μέσω της νόμιμης οδού φυσικά, και το πώς ένα παντρεμένο ζευγάρι ονειρεύεται διακαώς –και τσαντίζεται όταν δεν μπορεί- να αποκτήσει ένα παιδί. Η ταινία με άλλα λόγια θίγει ένα σημαντικό πρόβλημα το δυτικών κοινωνιών, το οποίο βέβαια μετά το μετατρέπει σε παραμύθι –μια και γίνονται θαύματα- και εντέλει περνάει το κλασικό, συντηρητικό μήνυμα του δομικού ρόλου της οικογένειας στη σύγχρονη κοινωνία. Δυστυχώς, παρόλο που τίποτε από τα παραπάνω δεν με συγκινούν, και η ίδια η ταινία δεν θέλει να την αγαπήσεις. Γραμμική, άνευρη, άγευστη, άοσμη. Ψεύτικη, κάλπικη, κατασκευασμένη. Σε όλη τη διάρκεια της είναι σαν να βλέπεις μια κούφια ιστορία, που γρήγορα καταλαβαίνεις που το πηγαίνει και φυσικά το θαύμα από πού προέρχεται και ποιος είναι ο συμβολισμός του. Τίποτα το αξιόλογο δεν έχει να σου προσφέρει, εν γένει. 

California Dreamin' (5/10) 

Αυτή κι αν είναι μια ταινία-μυστήριο. Επική στη διάρκεια της, 155 ολόκληρα λεπτά, για την οποία όμως δεν ευθύνεται ο δημιουργός της, μια και ο μόλις 27 χρονών ταλαντούχος Κριστιάν Νεμέσκου σκοτώθηκε σε αυτοκινητιστικό πριν ολοκληρώσει το μοντάζ της! Προηγουμένως βέβαια είχε καταφέρει να γυρίσει μια ταινία-σταθμό στο νέο ρουμανικό κινηματογράφο, που έλαβε το βραβείο Ένα Κάποιο Βλέμμα στο Φεστιβάλ Καννών και γύρισε όλο τον κόσμο. Θυμάμαι την είχα δει στα πλαίσια του Φεστιβάλ Γαλλόφωνου Κινηματογράφου, το 2009, στην Αθήνα. Η μία αλήθεια είναι ότι με είχε εκπλήξει ευχάριστα η συμβολική αλλά και περιπαιχτική διάθεση της ν’ ανακατευτεί με τις έθνικ και φολκλόρ στιγμές του ρουμανικού λαού ενόσω ένα αμερικανικό τάγμα μένει προσκολλημένο στη ρουμανική επαρχία, χωρίς να μπορεί να επέμβει στο Κόσοβο. Η άλλη αλήθεια είναι ότι με είχε κουράσει αφάνταστα η αδικαιολόγητη διάρκεια της, που βάλτωνε σε πολλά σημεία τις στιγμές της και πλάτειαζε τα γεγονότα που λάμβαναν χώρα στην παραμονή των Αμερικανών στο χωριό. Χανόταν η ουσία εν ολίγοις. Ο Νεμέσκου διαχειρίστηκε ένα ογκώδες και ιδιαιτέρως γνωστό καστ, το οποίο σαν άλλος “Θίασος”, ξεδίπλωσε όλο τον τραγέλαφο, την παράνοια και τον βαθύ, κυρίως ουμανιστικό αλλά και κοινωνικό, διχασμό του λαού της Ρουμανίας. Σε αντίστιξη, οι Αμερικανοί, άντρες πολλά βαρείς μα και έτοιμοι να παρασυρθούν από τη μαγεία της βαλκανικής γης και των κατοίκων της, συμβολίζουν αυτό το ξένο, το μονίμως ξένο που όλα τα καταστρέφει και τα διαλύει, χωρίς αιδώ, χωρίς οίκτο. Τόσα χρόνια μετά, δεν ξέρω πόσο φρέσκο μοιάζει πια το σινεμά του Νεμέσκου, μολοντούτο και μόνο που βγήκε στους ελληνικούς κινηματογράφους, είναι από μόνο του ένα γεγονός σημαντικό.

25 Οκτ 2012

Pass2Day | Sex, drugs and rock&roll | #25

Pass2Day. O Διονύσης Κούτρας επιμελείται τη μουσική στήλη του vakxikon.blogspot.com. Kάθε Πέμπτη στο blog γράφει για μουσική. Και κάθε Κυριακή στο Vakxikon Radio, 8-10 το βράδυ, παίζει μουσική και μιλάει γι' αυτήν. 


Eπιμέλεια: Διονύσης Κούτρας 

Κάθε Σαββάτο, σχεδόν, κανονίζουμε με τα ρεμάλια να βγαίνουμε έξω, να πίνουμε, και φυσικά να γυρνάμε σπίτι το πρωί, σκατά από τα «ξύδια». Πριν από δύo εβδομάδες, όμως, έκανα την διαφορά. Ήμουν καλεσμένος από ένα πλάσμα -γυναικείο- για φαγητό στο σπίτι της. Το μενού είχε γαριδομακαρονάδα και κόκκινο κρασί. Όταν τελειώσαμε το φαγητό, το πλάσμα με ρώτησε τι ταινία θα ήθελα να δούμε. Άρχισε να μου διαβάζει τίτλους από ταινίες και ξαφνικά ακούω τον τίτλο "Sex and drugs and rock&roll". Χωρίς να το σκεφτώ, της λέω να φέρει την ταινία αυτή. Προσπαθούσα να βρω τον χρόνο να την δω αλλά δεν τα είχα καταφέρει. Αυτή ήταν η κατάλληλη στιγμή. 

Η ταινία καταγράφει την πολυτάραχη ζωή του Ίαν Ντιούρι από την δύσκολη παιδική ηλικία του καθώς και τον αγώνα του ενάντια στην πολυμυελίτιδα και την ανάδειξή του σε είδωλο της Βρετανίας. Εκτός του ότι αφηγείται την ιστορία ενός ανθρώπου που υποφέρει απο την αρρώστια και παλεύει να ακουστεί η φωνή του, ακολουθώντας τον δρόμο της πανκ ιδεολογίας, είναι και μια ταινία για την οικογένεια του και τις σχέσεις ανάμεσα στον ίδιο και τους άλλους. Αυτός είναι ένας μικρός πρόλογος εξ αφορμής αυτού του άρθρου. 

Πρώτη φορά άκουσα ροκ μουσική όταν πήγαινα στο γυμνάσιο και αμέσως ένιωσα ότι μου ταιριάζει. Η μουσική αυτή ανέκαθεν με ξεσήκωνε και πολλές φορές με έκανε να θυμώνω πιο πολύ, ανάλογα με την διάθεση μου. Ναρκωτικά έχω δοκιμάσει, κάποιες φορές επειδή ήθελα πργματικά να νιώσω αυτό το «κάτι». Το σεξ, όπως σε κάθε φυσιολογικό άνθρωπο, μου αρέσει πολύ, αναλόγως βέβαια και την στιγμή, το μέρος και αυτήν με την οποία επιλέγεις να μοιραστείς το κορμί σου. Το τρίπτυχο αυτό μεγάλωσε και συνεχίζει να μεγαλώνει γενιές και γενιές. Υπάρχουν άνθρωποι που ακούνε ροκ μουσική και τους γίνεται τρόπος ζωής, και έτσι κάνουν και σεξ και ναρκωτικά υπό τους ήχους αυτής της μουσικής. Δεν μπορώ να τους κρίνω βέβαια, έχω μάθει να ζω με τις ανωμαλίες μου αλλά και να δέχομαι τις ανωμαλίες των άλλων με το ίδιο πάθος που αγαπώ τις δικές μου. Μουσικοί όπως ο Τζιμ Μόρισον, ο Τζίμι Χέντριξ, η Τζάνις Τσόπλιν και πολλοί άλλοι τα έκαναν όλα αυτά και άφησαν πίσω τους ένα έργο διόλου ευκαταφρόνητο στην ιστορία της μουσικής. Πέθαναν μεν απο την περιέργειά τους να εξερευνήσουν τα δικά τους όρια, αλλά γράφανε δε και εντελώς τρελά τραγούδια, οπότε ας πούμε ότι θυσιάστηκαν για την τέχνη. 


Για ένα φεγγάρι, στη μικρή μου ζωή, έζησα και εγώ αυτό το τρίπτυχο. Τότε μου άρεσε πολύ η νύχτα, το ουίσκι, τα κορίτσια με τα περίεργα μαλλιά, και οι μπύρες μετά το πλύσιμο των δοντιών. Επίσης για κάποιο περίεργο λόγο μισούσα το φως της μέρας και περίμενα με κλεισμένες τις κουρτίνες να σκοτεινιάσει για να ξεκινήσει μια ακόμη βραδιά ατελείωτης μαλακίας και σπατάλης χρόνου. Μου άρεσε που ξυπνούσα το πρωί λίγο ζαλισμένος και με τρεμάμενα πόδια από το ποτό. Ίσως και να ένιωθα λιγάκι ροκ σταρ, ποιός ξέρει... 

 Σε αυτές τις περιπτώσεις πιστεύω ότι συνέρχεσαι απότομα. Και άμα δεν γίνει νωρίς και κυρίως απότομα κινδυνεύεις να γίνεις ο τρελός ζητιάνος με το τεράστιο καπέλο και τα μαλλιά άχυρομ που μιλά μόνος του ή με το ούζο που πίνει, καταραμένος για πάντα μες στην αιωνιότητα να μην έχεις ούτε ένα ραδιοφωνάκι για να ακούσεις τον Τζιμ Μορισον να ουρλιάζει με πάθος τα ποιήματά του. Ένα τέτοιο καταραμένο πρωί, σηκώθηκα και εγώ απο το κρεβάτι μου και ξαφνικά μου γεννήθηκε η επιθυμία να πιω φρεσκοστυμμένο χυμό πορτοκάλι και να φάω μια μπανάνα και μετά να πάω για ψώνια στο σουπερ μαρκετ. Άνοιξα όλα τα παράθυρα να μπει μέσα το φως, έδιωξα την γκόμενα απο το κρεβάτι γιατί πλέον μου φαινόταν βρωμιάρα και πήγα να πάρω καφέ χωρίς γυαλιά και μαντίλι στο κεφάλι. Αγόρασα ένα ποδήλατο μεταχειρισμένο και άρχισα να κόβω βόλτες στην πόλη, να τρώω μαρούλια και να φυτεύω ματζουράνες στο μπαλκόνι. Και χωρίς ναρκωτικά πάλι τρελός ένιωθα, αλλά δεν ξέρω και κανέναν που να είναι εντελώς στα καλά του. 

Πρέπει να φροντίζουμε να δημιουργούμε κάτι μοναδικό για να αφήσουμε πίσω μας, κάτι για το οποίο να αξίζει να μας θυμούνται, όπως εμείς σήμερα θυμόμαστε τον Ίαν Ντιούρι.

Πηγή: pinkchocofreta

Ακούστε Ίαν Ντιούρι

24 Οκτ 2012

"Τα πάντα απο-ρήτος / History of music and poetry : Ghost Riders In The Sky " - No 32


 

Ghost Riders In The Sky , Live At Montreux

Σύλβια Πλαθ

Εγώ τον ξέρω το βυθό, λέει. Τον έχω γνωρίσει με την πιο βαθια μου ρίζα:
Είναι αυτό που φοβάσαι.
Εγώ δεν το φοβάμαι: Έχω βρεθεί εκεί.

Να` ναι η θάλασσα που αφουγκράζεσαι μέσα μου;
Η πικρία της;
Ή η φωνή του κενού, που πάντα σε τρέλαινε;

Ο έρωτας είναι μια σκιά.
Πως ψεύδεσαι και θρηνείς στο κατόπι του
Άκου: αυτές είναι οι οπλές του: έφυγε τρέχοντας, σαν άλογο.

Έτσι κι εγώ όλη τη νύχτα θα καλπάζω ορμητικά,
Μέχρι να γίνει πέτρα το κεφάλι σου, το μαξιλάρι σου ένας μικρός ιππόδρομος,
Που θ` αντηχεί, που θ` αντηχεί.

Ή θα` θελες να σου` φερνα του φαρμακιού τον ήχο;
Τώρα ακούγεται η βροχή, αυτή η απέραντη σιωπή.
Κι αυτός είναι ο καρπός της: λευκός σαν δηλητήριο.

Εγώ έχω υποστεί τις θηριωδίες της δύσεως.
Καμένη ως τη ρίζα
Τα πυρακτωμένα ηλεκτρικά μου νήματα καιόμενα, ορθά, ένα συρμάτινο χέρι.

Τώρα γίνομαι κομμάτια, ραβδιά που εκτινάσσονται.
Άνεμος τέτοιας βιαιότητας
δε θα ανεχτεί παρατηρητές: Πρέπει να ουρλιάξω.

Η άγονη σελήνη, είναι κι αυτή ανελέητη
Άσπλαχνα θα μ` έσερνε κοντά της,
η λάμψη της με τραυματίζει. Ή μπορεί να την έχω εγώ αιχμαλωτίσει.


Την αφήνω να φύγει. Την αφήνω να φύγει.
Φθίνουσα κι επίπεδη, σαν να` χει υποστεί ριζική επέμβαση.
Πως μ` έχεις έτσι προικίσει με τους εφιάλτες σου που με κατέχουν.

Με κατοικεί μια κραυγή.
Κάθε βράδυ φτεροκοπά προς τα έξω
ψάχνοντας, με τ` αγκίστρια της κάτι ν` αγαπήσει.

Πως με τρομάζει αυτό το σκοτεινό πράγμα
που μέσα μου κοιμάται·
ολημερίς νιώθω τις απαλές, ανάλαφρες δονήσεις του, τη μοχθηρία του.

Σύννεφα περνούν και διασκορπίζονται.
Αυτά είναι τα πρόσωπα του έρωτα, αυτά τα χλομά κι αλύτρωτα;
Γι` αυτά λοιπόν ταράζεται η καρδία μου;

Είμαι ανίκανη για περισσότερη γνώση.
Τι είναι αυτό, αυτό το πρόσωπο
τόσο δολοφονικό μέσα στο βρόχο των κλαδιών του; -

Με τα φιδίσια οξέα του φιλά.
Μαρμαρώνει τη θέληση. Αυτά είναι απομονωμένα, αργόσυρτα σφάλματα.
που σκοτώνουν, σκοτώνουν, σκοτώνουν.

23 Οκτ 2012

Φεστιβάλ Θεάτρου στο Πασάγιο 8

 
Το Περιοδικό Vakxikon.gr χορηγός επικοινωνίας της διοργάνωσης
Οι Εκδόσεις Vakxikon.gr προσφέρουν στο νικητή την έκδοση του έργου του σε e-book

21 Οκτ 2012

Οι Ταινίες της 18ης Οκτωβρίου 2012 στο SevenArt.gr


Του Νέστορα Πουλάκου 

Ο Εξαιρετικός Κύριος Λαζάρ (6/10) 

Χαμηλόφωνο ουμανιστικό δράμα, από αυτά τα ελάχιστα σινεφίλ διαμάντια που παρουσιάζονται κάθε χρόνο και εντυπωσιάζουν σε φεστιβάλ και κινηματογραφικές αίθουσες. Η συγκεκριμένη ταινία του έμπειρου ντοκιμαντερίστα και σημαντικού ταλέντου στον Καναδά, Φιλίπ Φαλαρντό, κέρδισε βραβεία στο Φεστιβάλ Λοκάρνο, αναδείχθηκε καλύτερη καναδική ταινία για το 2011 στο Φεστιβάλ Τορόντο, και έφτασε μέχρι τις υποψηφιότητες για το Όσκαρ καλύτερης ξένης ταινίας 2012. Δραματική, καναδικής παραγωγής του 2011, σε σκηνοθεσία Φιλίπ Φαλαρντό, η ταινία “Ο Εξαιρετικός κύριος Λαζάρ” μιλάει για τον κύριο Λαζάρ, από την Αλγερία, ο οποίος προτείνει τον εαυτό του ως αντικαταστάτη της δασκάλας που αυτοκτόνησε σε ένα δημοτικό σχολείο της Γαλλίας. Από την στιγμή που προσλαμβάνεται κάνει τα πάντα για να έρθει πιο κοντά στα παιδιά, να τους συμπαρασταθεί και να τους εξηγήσει την ανεξήγητη ακόμη και για τους μεγάλους πολλές φορές δύναμη της απώλειας. Ωστόσο, κανείς απ' τους συναδέλφους, γονείς, ακόμη κι απ' τα παιδιά δεν γνωρίζει τίποτα για το παρελθόν του κυρίου Λαζάρ και ότι από στιγμή σε στιγμή μπορεί απελαθεί. Το δράμα κορυφώνεται και ο Λαζάρ που επιθυμεί να συνεχίσει το εκπαιδευτικό έργο που έχει ξεκινήσει με σκοπό να γιατρέψει τις πληγές των παιδιών, έχοντας και ο ίδιος τραυματιστεί πολλαπλά στο παρελθόν, βρίσκεται και πάλι εκτός κάδρου. Άλλωστε, πρόκειται για μια ταινία που μιλάει για την απώλεια. “Ο Εξαιρετικός κύριος Λαζάρ” είναι ένα μάθημα διδακτικό για την ίδια τη ζωή. Ο άνθρωπος χωρίς ταυτότητα, χωρίς πατρίδα, χωρίς παρελθόν. Είναι ο άνθρωπος εκτός κάδρου, εκείνος που συνεχώς πετιέται στο περιθώριο ώστε να μπουν στη θέση που τους “αρμόζει” οι ντόπιοι, οι γηγενείς, οι “φυσιολογικοί”. Με άλλα λόγια η παθογένεια της σύγχρονης ελληνικής κοινωνίας, όπως εκφράζεται από τα παρατράγουδα της Χρυσής Αυγής, απλώνεται σε ολόκληρο τον δυτικό κόσμο, σε όλη της το μεγαλείο. Γιατί στο επίκεντρο είναι ο μετανάστης που θέλει να ξεκινήσει μια νέα ζωή. Που θέλει να φύγει μακριά από εκεί που τον ταλαιπωρούν και τον καταπιέζουν, κι ας είναι η πατρίδα του. Γιατί είναι ο άνθρωπος που θέλει να προχωρήσει μπροστά, να ξεχάσει το παρελθόν του, που τον σκοτεινιάζει. Γιατί είναι ο σύζυγος που θέλει να αλλάξει παραστάσεις και να βοηθήσει τα παιδιά, καθότι το δράμα έχει χτυπήσει και τη δική του πόρτα, έχει μπει και στο δικό του σπίτι. Άρα ξέρει και έχει τη θέληση να βοηθήσει και να πάει τα πράγματα παραπέρα. Η αυτοκτονία της δασκάλας μέσα στην τάξη, και ενώ ήταν δεμένη με τους μαθητές της, είναι πλήγμα βαρύ για τα μικρά παιδιά. Με τον ευαίσθητο ψυχισμό και την αθώα ψυχή. Να βλέπουν τη δασκάλα τους κρεμασμένη με σκοινί, μες στο ίδιο το σχολείο τους. Και μετά πώς να το ξεπεράσουν; Στο σημείο αυτό εμφανίζεται ο κύριος Λαζάρ, ένας εστιάτορας από την Αλγερία, ο οποίος προθυμοποιείται (με ψεύτικα χαρτιά) να γίνει δάσκαλος και να βοηθήσει τους μικρούς μαθητές μέσω των βιωμάτων του. Είναι μια ταινία έντονη “Ο Εξαιρετικός κύριος Λαζάρ”. Ένα μικρό αριστούργημα γι’ αυτά που μας απασχολούν στη ζωή, με τον θάνατο να είναι τόσο δίπλα μας τελικά, στο ένα βήμα παραπέρα, κοντά στην πόρτα μας. 

*Το κείμενο δημοσιεύτηκε στην εβδομαδιαία πολιτική εφημερίδα Δρόμος (φύλλο 20-10-12). 

Αστερίξ & Οβελίξ στη Βρετανία (5/10) 

Επιτέλους, θα δεις και πάλι μια καλή και ξεκαρδιστική ταινία μες τους δυο απίθανους κόμικ ήρωες του Γκοσινύ. Κάνε πως δεν είδες ποτέ τον “Αστερίξ στους Ολυμπιακούς Αγώνες” και αφέσου στις απολαυστικές ατάκες τόσον των δυο απίθανων Γαλατών όσο και των περιφερειακών χαρακτήρων που τους πλαισιώνουν (δώσε προσοχή στους Νορμανδούς). Μια ακόμη ταινία, λοιπόν, με τον χοντρομπαλά Οβελίξ και τον εξυπνάκια (αλλά και ταλαιπωρημένο ερμηνευτικά) Αστερίξ. Νέα αποστολή τους είναι η μεταλαμπάδευση των μαχητικών γνώσεων τους στους, κατά τα άλλα όχι και τόσο αδελφούς, Βρετανούς. Όπως καταλαβαίνεις, όλη αυτή η νέα περιπέτεια είναι απολαυστική και ενδείκνυται για να περάσεις καλά, χαλαρά και όμορφα ένα βράδυ σου. Μπλοκμπάστερ γαλλικό με ένα ακόμη αχρείαστο 3D να υπάρχει κι εδώ -η γνώμη μου είναι να μην το προτιμήσεις-, και ευτυχώς χωρίς μεταγλωττίσεις και άλλα συναφή. Οι φωνές του Ντεπαρντιέ και των λοιπών φτάνουν και περισσεύουν. Τις θέλουμε κιόλας, μια και η αυθεντικότητα προτιμάται από την ελληνική παραζάλη. Μια ταινία που θα σου αρέσει πολύ.

18 Οκτ 2012

Pass2Day | Χωρίς μουσική η ζωή θα ήταν ένα μεγάλο λάθος | #24

Pass2Day. O Διονύσης Κούτρας επιμελείται τη μουσική στήλη του vakxikon.blogspot.com. Kάθε Πέμπτη στο blog γράφει για μουσική. Και κάθε Κυριακή στο Vakxikon Radio, 8-10 το βράδυ, παίζει μουσική και μιλάει γι' αυτήν. 

Eπιμέλεια: Διονύσης Κούτρας 

 
Ο Φρειδερίκος Γουλιέλμος γεννήθηκε στις 15 Οκτωβρίου του 1844 κοντά στη Λειψία. Η οικογένειά του ήταν βαθειά θρησκευόμενη, ο πατέρας και ο παππούς του κληρικοί ενώ και ο ίδιος σπούδασε θεολογία για να ακολουθήσει αυτή την παράδοση. Μετά το γυμνάσιο μπαίνει εσωτερικός στη σχολή της Πφόρτα όπου εξασκείται στη μουσική ενώ κάνει και τα πρώτα του συγγραφικά βήματα. Κατά το διάστημα των σπουδών του εκδηλώνει ενδιαφέρον για τη φιλοσοφία ενώ δεν παραλείπει να δείξει την ιδιαιτερότητα του χαρακτήρα του. 

Το 1861 έρχεται πρώτη φορά σε επαφή με το μουσικό έργο του Βάγκνερ, από το οποίο συγκλονίζεται ιδιαίτερα. Τα κοινά χαρακτηριστικά στην σκέψη των ανδρών είναι πασιφανή. Σκεφθείτε την μουσική του Βάγκνερ και δείτε αποσπάσματα από το έργο του Νίτσε. Διερευνώντας τις ρίζες της ηθικής, που κηρύσσει την ισότητα, τον αλτρουϊσμό, τη συμπόνια, ο Νίτσε βρίσκει μονάχα σκοπιμότητες. Πίσω από την ισότητα, είναι η εκδίκηση των ανικάνων. Πίσω από τον αλτρουισμό, η μνησικακία και το μίσος. Πίσω από τη συμπόνια, η σαδιστική χαρά. Οι διαπιστώσεις του είναι ανατρεπτικές, όσο και αν τα συμπεράσματά του είναι συχνά επικίνδυνα (ποιοι είναι οι ισχυροί που πρέπει να κυριαρχήσουν στον κόσμο, και από πού αντλούν τη δύναμή τους;). Οι θρησκείες, οι φιλοσοφίες και οι επιστήμες αναζητούν, η καθεμιά για τους δικούς της λόγους, την αλήθεια. Οι πιστοί, οι διανοητές και οι επιστήμονες αναζητούν έναν κόσμο αξιόπιστο, οικουμενικό και αντικειμενικό. Αλλά εκείνος πηγαίνει πέρα απ' αυτά, κηρύσσοντας έναν κόσμο χωρίς Θεό, χωρίς καλό και κακό, χωρίς αλήθεια και ψέμα, όπου οι μοναδικές αξίες είναι αυτές που θέτουν οι άνθρωποι, σε συνάρτηση με τα σώματά τους, τα ένστικτα και τις επιθυμίες τους. H αλήθεια είναι μια ψευδαίσθηση, ένα λάθος, ένας αντικατοπτρισμός. Και τότε τι μένει; 

Το βράδυ της 8ης Νοεμβρίου του 1868 ο Νίτσε συναντιέται για πρώτη φορά με το μουσικό του είδωλο, τον Βάγκνερ. Μετά από πολύωρη συζήτηση ο Βάγκνερ του ζητά να κάνει συχνές επισκέψεις για παράλληλη ενασχόληση με μουσική και φιλοσοφία. Κατά τη διάρκεια του επόμενου έτους, ενώ διδάσκει την ελληνική γλώσσα, μελετά διεξοδικά τα αρχαιοελληνικά κείμενα και δημοσιεύει μια σειρά από σχετικά δοκίμια που θα τον οδηγήσουν στο πρώτο του βιβλίο «Η γένεση της τραγωδίας από το πνεύμα της μουσικής». Στις αρχές του 1876. Το καλοκαίρι έρχεται η μεγάλη ρήξη με τον Ρίχαρντ Βάγκνερ. Ο σωβινισμός και αντισημιτισμός του συνθέτη ενοχλούσαν ανέκαθεν τον μεγάλο φιλόσοφο αλλά η «χαριστική βολή» στην φιλία τους δόθηκε λόγω της σύνθεσης του Βάγκνερ «Παρσιφάλ» που υμνούσε τον χριστιανισμό. Αυτό που μένει για τον Νίτσε, είναι η μουσική. «Ποιος θα μπορούσε να απορρίψει έναν ήχο;» αναρωτιέται. Ποιος μπορεί να ισχυριστεί ότι ο Μπαχ είναι περισσότερο ή λιγότερο «αληθινός» από τον Μότσαρτ ή τον Μπετόβεν; Από το πρώτο του κιόλας βιβλίο προειδοποιεί: «Δεν θα απευθυνθώ παρά σ' εκείνους που έχουν άμεση σχέση με τη μουσική». H μουσική δεν είναι μια τέχνη σαν τις άλλες, είναι η ανώτερη έκφραση της ζωής. «Χωρίς τη μουσική, η ζωή θα ήταν ένα λάθος». 

Ο Νίτσε θα λατρέψει τον Βάγκνερ, θα του αφιερώσει το πρώτο του βιβλίο («H γέννηση της τραγωδίας»), αλλά στη συνέχεια θα τον αμφισβητήσει, θα τον γκρεμίσει από το βάθρο του, και στη θέση του θα ανεβάσει τον Μπιζέ. Ο κόσμος, γράφει ο Νίτσε, είναι ένα τέρας ισχύος χωρίς αρχή και τέλος, μια σταθερή ποσότητα ισχύος, σκληρή σαν τον μπρούντζο, που δεν αυξάνεται ούτε μειώνεται, που δεν εξαντλείται αλλά μετασχηματίζεται, σε μια διαδικασία που δεν γνωρίζει ούτε κορεσμό ούτε αηδία ούτε κόπωση. 

Προφητικά λόγια, γραμμένα το 1885.

Πηγή: theopapasblog

17 Οκτ 2012

"Τα πάντα απο-ρήτος / History of music and poetry : Comfortably Numb " - No 31




Written by Pink Floyd
Live on O2 Arena in London at 2011


Μαρία Πολυδούρη
Περίπατος με τη σελήνη στο περιγιάλι της πατρίδας μου

Ρεμβαστική παλιά μου φίλη
ήρθε η Σελήνη να με πάρει.
Για το λαμπρόν ορίζοντά σου
η νοσταλγία σου θ’ απάρη.

Δυο πλανεμένες μέσ’ στη νύχτα
πάνω σου σκιές θ’ αργοπερνούνε.
Θ’ αναθυμούνται, θα σωπαίνουν,
καθώς σωπαίνουν που ξεχνούνε.

Με μαγικά πετράδια θάχης
στρωμένη την πλατιά σου αγκάλη,
ως την αυγή να μας πλανέψεις
να μείνουμε κοντά σου πάλι.

Θα γίνη ατλάζινο το κύμα
και θα ρουφάμε τη δροσιά σου,
χλωμές κ’ οι δυο μας νοσταλγίες,
ενάντιωμα στην αρνησιά σου.

Ώρες θα μείνουμε σαν πρώτα,
μάτια στα μάτια καρφωμένα,
να πίνω θλίψη εγώ από κείνη
και κείνη τη σιωπή από μένα.

Και θα μας εύρη η αυγή γερμένες
σ’ ένα ναυαγισμένο καΐκι,
στους κόλπους σου αποτραβηγμένο
κι’ απ’ τον αγώνα κι’ απ’ τη νίκη,

σα ναυαγούς και μας κοντά σου
με τη γαλήνη σου δεμένες
τη μια χλωμότερη απ’ την άλλη
να σβήνουμε συλλογισμένες...

14 Οκτ 2012

Οι Ταινίες της 11ης Οκτωβρίου 2012 στο SevenArt.gr


Του Νέστορα Πουλάκου 

Πυροτεχνήματα την Τετάρτη (7/10) 

Σε μια κλασική κίνηση για την ελληνική διανομή ταινιών, παίζεται για πρώτη φορά στη χώρα μας το εξαιρετικό οικογενειακό δράμα “Πυροτεχνήματα την Τετάρτη” του Ιρανού Ασγκάρ Φαραντί, ο οποίος πέρυσι έλαβε το Όσκαρ και τη Χρυσή Σφαίρα Καλύτερης Ξένης Ταινίας και νωρίτερα τη Χρυσή Αρκούδα στο Φεστιβάλ Βερολίνου για την ταινία του “Ένας Χωρισμός”. Ο Φαραντί βέβαια μας είχε εντυπωσιάσει και το 2009 με το αντονιονικό δράμα “Τι απέγινε η Έλι…”. Δραματική, ιρανικής παραγωγής του 2006, τα “Πυροτεχνήματα την Τετάρτη”, μιλούν για την τελευταία Τετάρτη πριν το νέο περσικό έτος, οπότε ο λαός του Ιράν γιορτάζει με πυροτεχνήματα καθώς προβλέπει μια παλιά ζωροαστρική παράδοση. Η Ρούχι περνάει τη μέρα της στην πρώτη της δουλειά, ανάμεσα σε άλλου είδους πυροτεχνήματα -το νέο της αφεντικό και τη γυναίκα του. Η Ρούχι εργάζεται προσωρινά ως καθαρίστρια ώστε να εξοικονομήσει χρήματα για τον επερχόμενο γάμο της. Την πρώτη κιόλας ημέρα στη νέα της δουλειά, γίνεται μάρτυρας σ’ έναν τεράστιο καβγά ανάμεσα στο ζευγάρι που έχει το διαμέρισμα, καθώς η σύζυγος πιστεύει ότι ο άντρας της την απατά. Κατά τη διάρκεια της μέρας, η νεαρή γυναίκα, το ζευγάρι, το παιδί τους και η ερωμένη, μπλέκονται σε μια σειρά αποκαλύψεων και αντιπαραθέσεων καθώς ξετυλίγεται η αλήθεια. Βλέποντας τα “Πυροτεχνήματα την Τετάρτη”, την τρίτη ταινία του Φαραντί (έχουν προηγηθεί ακόμη δυο, το 2003 και το 2004) που πραγματοποίησε την παγκόσμια πρεμιέρα της στο Φεστιβάλ Λοκάρνο, παίχτηκε στο Φεστιβάλ Τραϊμπέκα και κέρδισε βραβεία στα Φεστιβάλ Σικάγο, Λας Πάλμας και Τεχεράνης, παρατηρούμε όλα εκείνα τα στοιχεία που έκαναν αναγνωρίσιμο και ξεχώρισαν τον σκηνοθέτη παγκοσμίως, στις δυο επόμενες, δημοφιλείς και πολυβραβευμένες ταινίες του. Κλειστό, ασφυκτικό δράμα δωματίου που παίζει με τις ιρανικές παραδόσεις, τοποθετεί τη γυναίκα σε περίοπτη και δυναμική θέση (πάντα όμορφες, για μια ακόμη φορά, οι πρωταγωνίστριες του), και σπάζει τον τσαμπουκά, μεταμορφώνει τον χαρακτήρα και αντιπαραβάλλει τον ανδρικό ρόλο με το τοίχο που πια ορθώνεται μπροστά του. Ο Φαραντί, έχοντας στο μυαλό μας πάντοτε τις δυο ταινίες που τον έκαναν γνωστό, τα βάζει με την ισλαμική παράδοση και το φοβικό ιρανικό καθεστώς, δομώντας νέα ήθη βάσει δυτικών προτύπων (παίρνοντας τα καλά στοιχεία τους) και αποδομώντας τα κακώς κείμενα στα ενδότερα της ακραία συντηρητικής και οπισθοδρομικής κοινωνίας που ζει. Φουντώνει τα συναισθήματα, θολώνει τις πράξεις και ανακατεύει δεδομένα που αλλάζουν τα μυαλά, τις ψυχές και τα συναισθήματα των ηρώων του –οι οποίοι συντίθενται βάσει πραγματικών προτύπων που υπάρχουν στην ιρανική κοινωνία. Και πάλι βέβαια δεν κάνει λαϊκό σινεμά, δεν μπαίνει στις φτωχογειτονιές ούτε φτιάχνει λούμπεν ήρωες. Αντιθέτως, παραμένει στο εσωτερικό της αστικής τάξης της χώρας του, όπου παρεισφρύει μικροαστικούς χαρακτήρες ώστε να δηλωθούν και να τονιστούν οι εν γένει αντιθέσεις που προκύπτουν. Δεν τον ενδιαφέρει, με άλλα λόγια, να καταπιαστεί με τα άκρα και την πολεμική που αυτά ενέχουν. Πρόκειται για ένα σινεμά αριστουργηματικό. Όσα έχεις δει και αντιληφθεί για τον Φαραντί, τα βλέπεις και σε αυτή την προγενέστερη ταινία του, ίσως πιο αγνά, αυθεντικά, ακόμη πρωτόλεια. Μαγεία και ουμανισμός, πραγματικότητα και ατόφιος συναισθηματισμός μαζί. 

*Το κείμενο δημοσιεύτηκε στην εβδομαδιαία πολιτική εφημερίδα Δρόμος (φύλλο 13-10-12). 

Οι Υποψήφιοι (6/10) 

Τουλάχιστον ξεκαρδιστική την χαρακτηρίζω γι’ αυτό και μπαίνει ταινία της εβδομάδας. Μου θύμισε τον “Υποψήφιο” του 1972, με τον Ρόμπερτ Ρέντφορντ, προφανώς στην κωμική εκδοχή του. Πάντως στην ουσία τους οι δυο ταινίες μοιάζουν. Το αμερικανικό πολιτικό σύστημα σχολιάζεται και ξεβρακώνεται. Είτε ο Ρέντφορντ είναι είτε ο Γαλιφιανάκης, δυο χαρακτήρες που ουδεμία σχέση είχαν με την πολιτική αλλά τελικά μπήκαν ως φρέσκα πρόσωπα για να προσελκύσουν ψήφους, τελικά πέτυχαν να κατακεραυνώσουν αυτό το σαθρό και ψεύτικο κομμάτι του προεκλογικού αγώνα που ξενίζει τόσο κόσμο δεκαετίες τώρα. Τη στιγμή μάλιστα που στις Η.Π.Α., Ομπάμα και Ρόμνει μάχονται με βρώμικα και… λιγότερο βρώμικα μέσα για μια θέση εξουσίας. Στην περίπτωση της ταινίας βέβαια, Φέρελ και Γαλιφιανάκης παραδίδουν μαθήματα υποκριτικής σε κωμωδία και παρά τα ουκ ολίγα χοντροκομμένα αστεία που διαθέτει το σενάριο, πετυχαίνουν να σε διασκεδάσουν βάζοντας σε αυτόματα στη διαδικασία να καταλάβεις σε τι σκατά είναι μπλεγμένοι όλοι αυτοί που βρίσκονται εκεί ψηλά. Αυτά δηλαδή που βλέπεις κι ακούς στην ελληνική πολιτική σκηνή όλα αυτά τα χρόνια. Κι αυτά που γίνονται διαχρονικά σε ολόκληρο τον κόσμο. Έξυπνη κωμωδία είναι “Οι Υποψήφιοι”. Μπορεί να διαθέτει κλισέ, ατάκες τύπου αμερικανιά όπως λέμε στο σινεμά και φυσικά ένα άνευρο, χιλιοειπωμένο τέλος, εντούτοις θα σε αποζημιώσει και θα σε κάνει να περάσεις καλά. Αξίζει της προσοχής σου, και εντέλει, ναι, αξίζει τα λεφτά σου. Μετά από καιρό, επιτέλους, βλέπουμε μια καλή αμερικανική κωμωδία στα ελληνικά σινεμά. Πήξαμε στη χαζοχαρυμενιά και στη βλακεία. 

V/H/S (5/10) 

Μια ταινία που συνοψίζει ότι βλέπαμε μέχρι τώρα στο σινεμά, ειδικώς την τελευταία δεκαετία. Με προφανείς επιρροές από όλα τα είδη θρίλερ και τρόμου, από Πολάνσκι (“Το Μωρό της Ροζμαρί”) μέχρι τις ταινίες του Τζωρτζ Ρομέρο, του Ντάριο Αρτζέντο, του Τζων Κάρπεντερ και του Σαμ Ράιμι, οι συντελεστές του “V/H/S” ανακάτεψαν στη χύτρα τους και την τάση για αληθοφάνεια μέσω της κάμερας στο χέρι, που ξεκίνησε επιτυχημένα το “The Blair Witch Project” και συνέχισε (πάντα επιτυχημένα) η “Μεταφυσική Δραστηριότητα”. Συνολικά έξι ιστορίες αποτελούν το “V/H/S”, όλες τους γυρισμένες από ερασιτέχνες ως επί το πλείστον δημιουργούς, συντελεστές και ηθοποιούς. Ουσιαστικά πρόκειται για ένα tribute στην βιντεοκασέτα τρόμου που άνθισε την δεκαετία του 1980, πάντοτε όμως έχοντας σημερινές αναφορές. Βλέπεις, δεν λείπουν οι γνωστές νεανικές καφρίλες που συναντάμε στις χολιγουντιανές ταινίες, τα σεξιστικά αστεία και κόλπα, και οι βανδαλισμοί, τραμπουκισμοί άνευ λόγου και αιτίας. Είναι βέβαια μια ταινία αξιοπρεπέστατη, που τηρεί τους κανόνες των ειδών με τα οποία καταπιάνεται, έχοντας καλοδουλεμένο το μοντάζ της και γενικά φροντίζοντας το όλο στυλ και στήσιμο της. Από πλευράς γενικής εικόνας και πλασαρίσματος, είναι μια από τις ταινίες-έκπληξη που βγήκαν από τα σπλάχνα της αμερικανικής βιομηχανίας χωρίς να την πάρει χαμπάρι κανείς. Από το πουθενά σαν να λέμε. Στα σίγουρα πρόκειται να τρομάξεις και στα σίγουρα απευθύνεται στο νεανικό κοινό που λατρεύει το κάθε μορφής θρίλερ που συνδυάζεται με την καφρίλα. Δεν ενέχει συμβολισμούς και άλλα παρόμοια σαν τις ταινίες των σκηνοθετών που προανέφερα, κάτι που καμιά ταινία τρόμου των ‘00s δεν έχει επιχειρήσει. Πλέον, ο τρόμος απευθύνεται αποκλειστικά στη διασκέδαση και μόνο. Τα κρυφά νοήματα ξεμείνανε στην εποχή του Αρτζέντο. 

Η Αρπαγή 2 (5/10) 

Από την προηγούμενη ταινία είχα καταγοητευθεί. Ήταν από τις καλές ταινίες του καλοκαιριού του 2009, μια ιστορία εκδίκησης στο Παρίσι που άφησε πίσω της αδρεναλίνη και ένα αίσθημα ικανοποίησης για το δίκαιο. Κι όλα αυτά από το γαλλικό Χόλιγουντ του Λυκ Μπεσόν, ο οποίος είναι και με τη βούλα -εδώ και χρόνια- ο Στήβεν Σπίλμπεργκ της Ευρώπης. Στα σίγουρα ένα σίκουελ αυτής της πετυχημένης πρώτης ταινίας αναμενόταν. Ομολογώ ότι το περίμενα καλύτερο. Κι αυτό κάπως με απογοήτευσε. Δυστυχώς έμεινε σε ρηχά νερά παρόλο που η ταινία, εντέλει, είναι μια δυναμική ιστορία δράσης που εξελίσσεται στην Κωνσταντινούπολη, εκεί που η εκδίκηση στο πρόσωπο του Λίαμ Νίσον, γι’ αυτά που έκανε στην πρώτη ταινία, έχει πάρει πλέον μορφή βεντέτας. Και πάλι η οικογένεια στο προσκήνιο, και πάλι ο προστάτης πατέρας και σύζυγος (αυτή τη φορά) τσαντίζεται, προσπαθεί, τρέχει, πολεμάει, βαράει, βρίζει. Όλα για τα σπλάχνα του. Δεν έχω να γράψω πολλά μια και τι να πεις για μια τυπική και καλοφτιαγμένη ταινία δράσης; Όταν προφανώς λείπει η κύρια ουσία και το κεντρικό στοιχείο που γινόταν πάθος στην πρώτη ταινία, και απομένει μια αξιοπρεπή περιπέτεια με έντονες σκηνές βίας, τότε απλώς σου λέω ότι αποτελεί μια καλή επιλογή για να γεμίσεις κινηματογραφικό θόρυβο ένα βράδυ σου. 

Ο Θεός αγαπάει το χαβιάρι (4/10) 

Προφανώς και δεν περίμενα πολλά παραπάνω πράγματα από την ταινία. Και όποιος προσπαθούσε όλο αυτό το διάστημα να ρίξει στάχτη στις κριτικές που είχαν γραφτεί σε έγκριτα κινηματογραφικά σάιτς και περιοδικά, μετά την παγκόσμια πρεμιέρα της ταινίας στο Φεστιβάλ Τορόντο, κακώς σπαταλούσε σάλιο και ιδρώτα. Με το τέλος της ταινίας για τον Ι. Βαρβάκη αναφώνησα: “ε, ναι, στο “El Greco” είδα τουλάχιστον μια αξιοπρεπέσταστη βιογραφία”. Αν θα πρέπει να ξεχωρίσω θετικά στοιχεία στην πλέον ακριβή ελληνική παραγωγή την εποχή της κρίσης, αυτά είναι: η σοβαρή και στιβαρή παρουσία του Σεμπάστιαν Κοχ ως Βαρβάκης. Πολλές στιγμές μες στην ταινία, μου έδωσε την εντύπωση ότι υπερέβαλλε εαυτό. Η αποτύπωση της εποχής εκείνης στο μέτρο του δυνατού. Προφανώς και λόγω μπάτζετ η ταινία δεν θα μπορούσε να διαθέτει μια ατόφια αναπαράσταση εποχής. Τουλάχιστον όμως έγινε σοβαρή δουλειά εκεί και αυτό φαίνεται. Τέλος, στο πάθος και στη ζεστασιά του θέματος. Ο “άγνωστος” Βαρβάκης ως εθνικός ευεργέτης και οι πτυχές της ζωής του που φωτίζονται απέχουν από την ψύχρα και την παγωμάρα του Ελ Γκρέκο. Από κει και ύστερα βέβαια το χάος. Να ξεκινήσω από το γεμάτο τρύπες, κούφιο και στο πόδι σενάριο στην ακατανόητη και εντελώς διεκπεραιωτική σκηνοθεσία της ιστορίας του Βαρβάκη. Και από την, ως επί το πλείστον, κακή δραματουργία στις επιλογές της Ντενέβ, του Λαζόπουλου, του Παπακαλιάτη και άλλων πολλών αχρείαστων αστέρων. Νομίζω ότι ο Σμαραγδής πόνταρε περισσότερο στο φαίνεσθαι της ταινίας παρά στην ουσία της. Παρόλο που είχε στα χέρια του μια ιστορία γεμάτη πάθος και ζεστασιά ενός άντρα που τον ξέρουμε και δεν τον ξέρουμε στην Ελλάδα, έδειξε να τη μεταχειρίζεται βιαστικά, επιπόλαια, τσαπατσούλικα. Δεν αμφιβάλλω για την εμπορική επιτυχία της ταινίας. Μακάρι να δουλέψει στα εισιτήρια ώστε να αναστηθεί η διανομή και να γεμίσουν οι αίθουσες και εν προκειμένω να μπουν λεφτά από τις εισπράξεις στην ελληνική κινηματογραφία. Δεν εξετάζω αυτό και ούτε είναι η δουλειά μου αυτή. Να καταλάβω τι θέλει να κάνει ο Σμαραγδής επιχειρώ και που το πάει τελικά με όλες αυτές τις βιογραφίες σημαντικών Ελλήνων, που έχει ξεκινήσει από το 1997 και τον Καβάφη. Στα σίγουρα δεν πρόκειται για ένα σινεμά που ανταποκρίνεται στα στάνταρντς που έβαλε ψηλά η παραγωγή από την πρώτη ανακοίνωση αυτού του έργου. Είναι ένα σινεμά, ίσως, εντυπωσιακό για τα ελληνικά δεδομένα, όμως αυτό δεν είναι επιχείρημα. Και τι σημαίνει δηλαδή “ελληνικά δεδομένα” που έχει καταντήσει “καραμέλα” όλον αυτό τον καιρό;

12 Οκτ 2012

11 Οκτ 2012

Pass2Day | The 'Pearl' | #23

Pass2Day. O Διονύσης Κούτρας επιμελείται τη μουσική στήλη του vakxikon.blogspot.com. Kάθε Πέμπτη στο blog γράφει για μουσική. Και κάθε Κυριακή στο Vakxikon Radio, 8-10 το βράδυ, παίζει μουσική και μιλάει γι' αυτήν. 

Eπιμέλεια: Διονύσης Κούτρας 


Στις 19 Ιανουαρίου του 1943, στο αυστηρό και συντηρητικό Πόρτ Άρθουρ του Τέξας, γεννιέται η Janis Lyn Joplin, η ζωντανή απόδειξη ότι υπάρχουν λευκοί άνθρωποι με "μαύρη" φωνή. Κληρονομεί την αγάπη της για τη μουσική από τους γονείς της. Από νεαρή κιόλας ηλικία, η Janis δείχνει καλλιτεχνική ανησυχία. Ασχολείται με τη ζωγραφική και γίνεται και εκείνη μέλος της παιδικής χορωδίας της Εκκλησίας. Με περίεργο τρόπο, ταυτίζει στο μυαλό της τόσο τον Θεό όσο και τη σωματική επαφή, με την ελευθερία και έτσι, γνωστοποιεί στο περιβάλλον της ότι σκέφτεται διαφορετικά. Η υποκρισία όμως και ο ρατσισμός στο Τέξας όπου μεγαλώνει, δεν ταιριάζουν στην επαναστατική της φύση. Αρνείται τη χειραγώγηση και τη μετριότητα, ενώ λόγω της απεριποίητης, εφηβικής εμφάνισης της, αντιμετωπίζεται σκληρά από τους συνομηλίκους της. Τότε είναι, που επιλέγει λάθος άτομα για παρέα της, αρχίζει να κλέβει ποτά και ν’ ανοίγει αυτοκίνητα, ενώ ένας γιατρός την προειδοποιεί ότι αν δεν αλλάξει συμπεριφορά θα καταλήξει στη φυλακή. Ωστόσο, εξακολουθεί να σκέφτεται ριζοσπαστικά, να φέρεται προκλητικά και να πράττει απερίσκεπτα, σε μια περίοδο που το κίνημα για τα πολιτικά δικαιώματα των μαύρων και η τάση προς τη rock ‘n’ roll ήχους απειλεί τη λογική διαχωρισμού των φυλών και τις παραδοσιακές αντιλήψεις της περιοχής. 

Σ' έναν τόπο, όπου θεωρείται διασκέδαση να βλέπεις τις φωτογραφίες των επικηρυγμένων, με παρακμιακά μπαρ και πολλούς οίκους ανοχής, εκείνη γνωρίζει τη διαφορετική κουλτούρα των μαύρων της περιοχής και τους αντιμετωπίζει ως ίσους. Αναζητώντας, λοιπόν, μια ευκαιρία αλλά και μια διέξοδο αποφασίζει να φύγει με ωτοστόπ για την Καλιφόρνια, αφού μέχρι τότε τραγουδούσε στα τοπικά μπαρ του Ώστιν και του Χιούστον, κερδίζοντας το ποτό της. Για δύο περίπου χρόνια τραγουδάει folk & blues σε κλαμπ του Σαν Φρανσίσκο και του Λος Άντζελες, πηγαίνει στη Νέα Υόρκη και ανακαλύπτει σε κοινόβια τη ζωή των beatniks, του καλλιτεχνικού δηλαδή κινήματος που προηγείται της κουλτούρας των hippies. Δεν καταφέρνει πολλά, αφού στις αρχές του 1966 επιστρέφει στο Τέξας, όπου και μένει για ένα χρόνο με σκοπό να απομακρυνθεί από ουσίες και αλκοόλ και έτσι να συνεχίσει τις σπουδές της. 

Τότε είναι που ο φίλος της, επίσης Τεξανός, Chet Helms, την ενημερώνει μέσω τηλεφώνου ό,τι το συγκρότημα στο οποίο είναι μάνατζερ, οι "Big Brother & The Holding Company", αναζητούν τραγουδίστρια. Η βραχνή φωνή της ταιριάζει με τη ροκ μουσική του συγκροτήματος και αρχίζει η συνεργασία τους. Άγνωστοι, σχεδόν, εμφανίζονται τον Ιούνιο του 1967 στο International Pop & Jazz Festival, στο Μοντερέι της Καλιφόρνιας, όπου γίνονται γνωστοί μέσα σε μια νύχτα. Η αξέχαστη ερμηνεία της Joplin είναι αυτή που απογειώνει τη φήμη του συγκροτήματος, όπως δηλώνουν οι κριτικοί μουσικής που παραβρέθηκαν στο φεστιβάλ. Υπογράφουν συμβόλαιο με μια μικρή εταιρία, τη Mainstream Records και ηχογραφούν τον πρώτο τους δίσκο, με τίτλο "Big Brother & The Holding Company featuring Janis Joplin" (1967), στον οποίο ο λεπτός ήχος δεν αντιπροσώπευε απόλυτα τη δύναμη των τραγουδιών. Με περιοδείες σε Αμερική και Καναδά, η φήμη τους εξαπλώνεται και οι ερμηνείες της Janis ενθουσιάζουν. Τον Αύγουστο του 1968 κυκλοφορεί το άλμπουμ "Cheap Thrills", με εταιρία την Columbia, το οποίο σκαρφαλώνει στην κορυφή των charts και πουλάει σχεδόν ένα εκατομμύριο δίσκους. 


Εσωτερικές διενέξεις, όμως, την αναγκάζουν να απομακρυνθεί από το γκρουπ και με την παρότρυνση πολλών να ξεκινήσει σόλο καριέρα, ακολουθεί ο δίσκος "I Got Dem Ol’ Kozmic Blues Again Mama" (1969) με τους μουσικούς της "Kozmic Blues Band". Ο δίσκος γίνεται χρυσός και όταν εμφανίζεται τον Αύγουστο του 1969 στις "3 ημέρες ειρήνης και μουσικής", στο Woodstock Music & Art Fair, η επιτυχία της ως ερμηνεύτρια ήταν μεγάλη. Την αποκαλούσαν “Pearl” ή και “Blue Mama” και δεν ήταν άλλη από την μικρή πριγκίπισσα του ροκ, Janis Joplin. To Pearl (μαργαριτάρι) ήταν το παρατσούκλι που της είχαν βγάλει οι φίλοι της. Πριν το "Pearl" προλάβει να κάνει επιτυχία, η Joplin βρίσκεται νεκρή στις 4 Οκτωβρίου 1970 στο δωμάτιο του ξενοδοχείου Landmark Motor Hotel στο Hollywood, από υπερβολική δόση ηρωίνης και αλκοόλ. Το σώμα της αποτεφρώθηκε και οι στάχτες της διασκορπίστηκαν στην παραλία της California. 

H Joplin έδειξε ότι οι γυναίκες μπορούν να γίνουν rock τραγουδίστριες. Ήταν η πρώτη γυναίκα superstar της rock, η Blue Mama όπως λεγόταν. Ήταν η πρώτη που έσπασε το φαλλοκρατικό κατεστημένο της ροκ κοινότητας. Η φλόγα που έκαιγε μέσα της, την έκανε να λάμπει πάνω στη σκηνή. Θεωρείται η λευκή γυναίκα με τη φωνή μαύρης. Το "μαργαριτάρι" είχε δυστυχώς αυτοκαταστροφικές τάσεις. Λάτρευε τα ναρκωτικά και το αλκοόλ. Προτιμούσε κυρίως το speed για να ταξιδεύει σε ψυχεδελικά μονοπάτια έμπνευσης. Οι εμπρηστικές της ερμηνείες πάνω στη σκηνή, η μελαγχολική της τρέλα για το ποτό (αγαπημένο της ήταν το Southern Comfort), η ταραχώδης ερωτική της ζωή, μας δείχνουν τη φλόγα, τη φωτιά, την πυρκαγιά που έκαιγε μέσα της και την έκανε να λάμπει πάνω στη σκηνή και να παρασέρνει στους ρυθμούς της όλους τους ακροατές της καίγοντας και τους ίδιους. 

Ο θρύλος της J. Joplin άλλαξε την ιστορία της Rock 'n' roll.

Πηγή: noizy

10 Οκτ 2012

"Τα πάντα απο-ρήτος / History of music and poetry : Five Years" - No 30




Written by David Bowie

Live on Old Grey Whistle Test in 1972

Τίμος Αρχοντίδης

ΤΖΕΝΗ (N DEMIAH)

Ευφυής και πονεμένη
ζει απ’ όλους ξεχασμένη
πριν μιλήσει πάντα σκέφτεται
γονατίζει και προσεύχεται.

Όταν κάθεται μονάχη
τραγουδά για την αγάπη
για ταμπού πολιτισμών
κι εποχές παλιών καιρών.

Λέει τραγούδια που μιλάνε         
για σκιές που τη φυλάνε           
πίστη θάνατο θυσία
για βροχή κι ελευθερία.

Οι αναμνήσεις της σβησμένες
κ’ οι αισθήσεις πληγωμένες
που κανένας δεν της έχει
πει τι θα ’πρεπε να ξέρει

που κανένας δεν της είπε
πως ο έρωτας διαιρείται
κάποιος να της έχει πει
που να ψάξει για να βρει

όσα ο κόσμος της τα στέρησε
μα η αγάπη μου τ’ ανέκτησε
τώρα ο νους της καθοδόν
δολοφόνος σε ωτοστόπ.

Ντύνεται προκλητικά
με φορέματα απαλά
κολλητά στενά και μαύρα
μ’ ένα σκίσιμο στα πλάγια.

Κρουαζέ με μεταξένιες         
και ασπρόμαυρες δαντέλες 
ενώ αφήνει ανοιχτά
τα επάνω τα κουμπιά.

Στο δεξί της ώμο πάντα
κρέμεται μια μαύρη τσάντα
από δέρμα σαν τις μπότες
που φορά τις άδειες ώρες


μεσ’ το σπίτι. Εκεί ενθύμιο

κρέμεται ένα μαστίγιο
με μπορντό λαβή στον τοίχο
από το ορφανοτροφείο.

Στο λαιμό της πάνω έχει
μια κορδέλα τυλιγμένη
μαύρη και στο χέρι πάντα
για να κρύβει τα σημάδια

δέσμευσης από ένα κρύο
σκοτεινό ψυχιατρείο
σημάδια απόρριψης σωματικής
προπαντός πνευματικής.

Έχει αυτό το κρύο βλέμμα
που σου κόβεται το αίμα
μα αν τα μάτια της δακρύσουν
στο σκοτάδι λαμπυρίζουν.

Γύρω τους διακρίνεις κύκλους
μαύρους και δεν έχει φίλους
ούτε αδέρφια ούτε φίλες
και φοράει γκρίζο ρίμελ.

Οι άνθρωποι που δεν πιστεύουν
τι τους λέει την κοροϊδεύουν
ενώ άλλοι την πονάνε
κι όταν δεν κοιτάει γελάνε

την κατηγορούν και φεύγουν
και δε ξέρουν τι ζηλεύουν
μα αυτή σκύβει απλά
το κεφάλι. Δε μιλά

και βαφτίζοντας τη φαντασία
σε εξ ανάγκης αμαρτία
μ’ ένα χάδι απαλό
κόβοντάς τους το λαιμό

η ανάσα της ελευθερώνεται
για την ώρα δικαιώνεται
και διαβάζει ώσπου κάποιος
ξανακάνει αυτό το λάθος.


Μέχρι να καούν τα φώτα
συνεχώς γλείφει το στόμα
μέχρι να ξαναβρεθεί στο όνειρο
που ’ναι όλο πιο απόμακρο.

Λίγο πριν ξαναβρεθεί
περπατά και ηρεμεί
σ
ένα δρόμο σκοτεινό
μακρινό μοναχικό

κάτω από την ασημένια
τη σελήνη και τ’ αστέρια
και με αίμα στον καθρέφτη
υπογράφει πάντα ΤΖΕΝΗ

δίπλα ή πάνω απ’ το νεκρό
τόσο βλάσφημο ιερό
και στο σώμα του χαράζει
μία λέξη απλά ΑΓΑΠΗ.

Την ημέρα που τη γνώρισα
το μυαλό μου το απώλεσα
κι από τότε δεν μπορώ
να ξεχάσω αδυνατώ
 
με πλησίασε σαν άντρα
κ’ είχε αυτή τη γκρίζα αύρα
που φωτίζει και με είπε
είσαι ο πρώτος που με είδε

σα γυναίκα αναρωτήθηκα
θα πεθάνω ή τη γοήτευα;
Και με δάγκωσε στα χείλη
κομματιάζοντας την ύλη

και στο στόμα με φιλάει
κ’ η ανάσα της κυλάει
στάχτη καίει το λαιμό μου
και δροσίζει το μυαλό μου.

Με ζαλίζει με πλανεύει
λύνει και μαζί μου πέφτει
στο κρεβάτι τα μαλλιά της
δείχνοντας την οικογένειά της


μια παλιά ξεθωριασμένη
κίτρινη φωτογραφία σκισμένη
και πως έκαψε το σπίτι
τα αδέρφια τους γονείς της.

Πέρασε η νύχτα κ’ ήρθε
η ημέρα που μας βρήκε
να μη δίνουμε καμία
σ’ άλλων λόγια σημασία.

Και μαζί με τη βροχή
νιώσαμε μια δυνατή
έλξη πιο πνευματικής
σημασίας ζωτικής.

Μακριά απ’ τα αμέτρητα
τ’ αδιάκριτα τα ψεύτικα
βλέμματα που δεν τη λύνανε
η αγάπη μου μ’ ανοίχτηκε.

Βγήκαμε στα κρύα σκαλιά
και την πήρα εκεί αγκαλιά
κι άρχισε στην κρύα αυλή της
να μου λέει τη ζωή της.

Κάτσαμε ώσπου να νυχτώσει
και ποτέ δεν είχα νιώσει
έτσι. Κι άνοιξε και τη ψυχή της
κι εγώ δάκρυσα μαζί της.

Κι όσο μίλαγε σκεφτόμουν
τα κορίτσια μεγαλώνουν
πως της φέρθηκαν τα χρόνια
κι έκλεισε μ’ αυτά τα λόγια.

Αγάπη μου αδερφέ πατέρα μου
στη νύχτα που ’ναι μέρα μου
σου ορκίζομαι πως έσπασα
τα όρια και τα ξεπέρασα

όλα αυτά που αδυνατούν
να καταλάβουν και ν’ αντιληφθούν
οι άνθρωποι που ό,τι έχασαν
απλώς συρθήκαν και το ξέχασαν…