23 Δεκ 2012

Καλές βακχικές γιορτές!


Η ψηφιακή πλατφόρμα Βακχικόν - Αστική Μη Κερδοσκοπική Εταιρεία (περιοδικό Vakxikon.gr, εκδόσεις Vakxikon.gr, ραδιόφωνο Vakxikon Radio) σας εύχεται καλές γιορτές και σας περιμένει στο ετήσιο πάρτι της, το Σάββατο 5 Ιανουαρίου 2013, μετά τις 10 το βράδυ, στο μπαρ του πολυχώρου Άγκυρα, Σόλωνος 124 Αθήνα.

Σημείωση: Η καθημερινή ροή του Vakxikon Radio και του Vakxikon Blog και το εβδομαδιαίο Νέο του Vakxikon.gr, επανέρχονται τη Δευτέρα 7 Ιανουαρίου 2013.

BOOKS/BOOKS/BOOKS/BOOKS


Με άλλον στο κρεβάτι
Έσβηνε λόγια όνειρα

[Μαρία Κούλη, Καλησπέρα Μπαμπά, Εκδόσεις Γαβριηλίδης, 2012]

Το δέρμα σου
το πάθος μου
στο βάθος

[Θάνος Πάσχος, Έρως Ονειρευόμενος, Εκδόσεις Γαβριηλίδης, 2012]

Αγάπη μου, τα τζάκια τους κατούρα,
τα σύμβολα και τη νομενκλατούρα.

[Γιώργος Βλάχος, Μέσα στης Ζωής το Τετραβάγγελο, Ιδ. Έκδοση, 2000]

Θα πρέπει να ήταν νύχτα γιορτινή
και γιορτινά την μοναξιά μας να στολίζαμε

[Φίλιππος Αγγελής, Η Εμμηνόπαυση της Ύαινας, Εκδόσεις Περίπλους, 2012]

Η Ζωή του Πι: Μαγεία, ποίηση, συγκίνηση

 
Του Νέστορα Πουλάκου 

Αυτή την εβδομάδα ξεχωρίζει η νέα σκηνοθετική δουλειά του Ταϊβανέζου Ανγκ Λι, ο οποίος τα τελευταία χρόνια κάνει καριέρα στο Χόλιγουντ. “Η Ζωή του Πι” είναι ένα ελεγειακό παραμύθι για την ίδια τη ζωή. Μιλάει για την περιπέτεια του Ινδού Πι Μολιτόρ Πατέλ, ο οποίος όταν ήταν σε νεαρή ηλικία και ενώ ταξίδευε με την οικογένεια του προς τον Καναδά ναυάγησε με μόνη του συντροφιά μια ζέβρα, μια ύαινα, έναν ουρακοτάγκο και μια τεράστια βασιλική τίγρη της Βεγγάλης. Η ταινία του Ανγκ Λι περιγράφει σε μια δίωρη επική ταινία τον αγώνα για επιβίωση του μικρού Πι και των αγαπημένων ζώων του. Σε αντίθεση με άλλες παραγωγές, το 3D στη συγκεκριμένη ταινία επιτείνει τη φαντασμαγορία της εικόνας και την αγωνία για το δράμα του ήρωα. Η ταινία του Ανγκ Λι, που βασίστηκε στο ομώνυμο μπεστ σέλερ του Γιαν Μαρτέλ (κυκλοφορεί στα ελληνικά από τις Εκδόσεις Ψυχογιός, σε μετάφραση Μπελίκας Κουμπαρέλη) έχει προταθεί ήδη για τρεις Χρυσές Σφαίρες και αναμένεται να συμπεριληφθεί σε αρκετές κατηγορίες των βραβείων Όσκαρ. Με μια πιο ανάλαφρη ιστορία αλλά εξίσου έντονα κοινωνική επανέρχεται ο Κεν Λόουτς, ο πολυβραβευμένος Βρετανός σκηνοθέτης. “Το Μερίδιο των Αγγέλων” καλείται και ουσιαστικά εισχωρεί στα χαμηλά κοινωνικά στρώματα των εγγλέζικων πόλεων, όπου έχει ως επίκεντρο μια ομάδα νέων που απασχολούν συνεχώς την αστυνομία, είναι άνεργοι και προκαλούν φασαρίες και καβγάδες. Σκοπός τους τώρα είναι να κλέψουν ένα ανεκτίμητης αξίας ουίσκι ώστε να πιάσουν την καλή και να ζήσουν πιο άνετα μελλοντικά. Βρετανικό χιούμορ με σαφές κοινωνικό μήνυμα – απόρροια του καπιταλισμού και των ανισοτήτων που επικρατούν στη χώρα. Η ταινία έλαβε το Βραβείο της Επιτροπής στο τελευταίο Φεστιβάλ Καννών. Προβάλλονται ακόμη: το βελγικό κινούμενο σχέδιο “Σάμμυ 2”, συνέχεια ενός πολύ πετυχημένου πρώτου μέρους, η εγγλέζικη παραγωγή “Παπαδόπουλος και Σία” με τον Γιώργο Χωραφά και με σαφείς ελληνικές αναφορές. Από την Τρίτη 25 Δεκεμβρίου προβάλλονται: το αξιόλογο κινούμενο σχέδιο “Ραλφ, η επόμενη πίστα” και η κομεντί “Εντιμότατοι απατεώνες” με τους Κόλιν Φερθ και Κάμερον Ντίαζ. 

Μια κακή εμπορική χρονιά για το ελληνικό σινεμά 

Σε λίγες ημέρες εκπνέει το 2012 και μια αποτίμηση του μας προτρέπει να κοιτάξουμε ξανά λάθη και παραλείψεις που έγιναν. Ας καταπιαστούμε με τα εισιτήρια που έκοψαν οι ελληνικές ταινίες φέτος, βέβαια όλες κι όλες 27 προβλήθηκαν στο εμπορικό κύκλωμα της χώρας. Από τις μεγάλες παραγωγές, μόνο δυο έσωσαν την παρτίδα: το “Αν…” του Χριστόφορου Παπακαλιάτη έχει κόψει 350 χιλιάδες εισιτήρια και συνεχίζει έχοντας μεγαλύτερη προσέλευση τις γιορτές. Η ταινία του Γιάννη Σμαραγδή “Ο Θεός αγαπάει το Χαβιάρι” έφτασε τα 300 χιλιάδες εισιτήρια σώζοντας κι αυτή την εταιρεία παραγωγής της από ενδεχόμενη καταστροφή. Αντιθέτως, το “Poker Face” του Χρήστου Δήμα και το “Λάρισα Εμπιστευτικό” του Στράτου Μαρκίδη δεν πήγαν όπως αναμενόταν και “έκλεισαν” σχετικά νωρίς. Η εισπρακτική τραγωδία έγκειται κυρίως στο επανομαζόμενο arthouse κύκλωμα. Σε αντίθεση με άλλα χρόνια δεν υπήρξε ούτε μια ταινία να κάνει τη διαφορά και να τη δει ο κόσμος. Αν και αξιόλογες δουλειές οι περισσότερες, δεν έκοψαν όλες μαζί ούτε 15 χιλιάδες εισιτήρια! Έχουμε και λέμε: “Άδικος Κόσμος” του Φίλιππου Τσίτου, “Παράδεισος” του Παναγιώτη Φαφούτη, “Κόρη” του Θάνου Αναστόπουλου, “Η Πόλη των Παιδιών” του Γιώργου Γκικαπέππα, “Δεσμά Αίματος” του Νίκου Παναγιωτόπουλου, “J.A.C.E.” του Μενέλαου Καραμαγγιώλη κ.ά. Το σίγουρο είναι ότι ολοένα και συρρικνώνεται η διάθεση διανομέων και αιθουσαρχών να παίξουν ελληνική ταινία μια και η πιθανότητα να τους βγει και να αποκομίσουν χρήματα ώστε να καλυφθούν έξοδα και να υπάρξει κέρδος είναι πολύ μικρή. Οι πάντες, κινηματογραφιστές και επαγγελματίες, είναι προβληματισμένοι αφού δεν είναι τυχαίο ότι κάθε χρονιά που περνάει όλο και μειώνονται οι ταινίες Ελλήνων σκηνοθετών που προβάλλονται στις αίθουσες. 

*Η στήλη Στοπ Καρέ δημοσιεύτηκε στην εβδομαδιαία πολιτική εφημερίδα Το Χωνί (αρ. φύλλου 39, 23-12-12). 

Οι κριτικές της εβδομάδας (13-12-12) στο SevenArt.gr 

Η Ζωή του Πι (7/10) 

Σαν όνειρο κυλάει αυτή η ταινία του Ανγκ Λι. Ουσιαστικά βλέπεις ένα παραμύθι αλλά αυτό δεν σε ξενίζει, μια και ο Ταϊβανέζος σκηνοθέτης το προσφέρει στο κοινό με τέτοιο περίτεχνο τρόπο ώστε σε συνεπαίρνει η ιστορία και τα απρόοπτα της, η φαντασμαγορία της εικόνας και η σκηνοθετική δεξιοτεχνία. Μάλιστα, είναι από τις λίγες φορές που δεν βλαστήμησα γι’ αυτό το αναθεματισμένο 3D. Ταιριάζει τόσο πολύ σε αυτή την ταινία, μια και εξάγει ένα αποτέλεσμα σχεδόν ελεγειακό: ποίηση, μαγεία, συγκίνηση. Τα πλάνα, τα τοπία, τα ζώα, η θάλασσα και τα μυστήρια της, η φύση και τα σκοτεινά σημεία της, όλα λειτουργούν με τέτοιο τρόπο ώστε από τη μια μεριά να σου προκαλούν το θαυμασμό και από την άλλη να σου κόβουν την ανάσα. Η ταινία ουσιαστικά διηγείται την απίθανη περιπέτεια του κυρίου Πι, ο οποίος βρέθηκε από τα πούπουλα της Ινδίας να θαλασσοδέρνεται στον Ειρηνικό Ωκεανό και εντέλει να επιβιώνει από θαύμα. Τώρα, πια εγκατεστημένος στον Καναδά έχει φτιάξει τη δική του οικογένεια και κοινοποιεί την προσωπική περιπέτεια του σε έναν συγγραφέα. Ο Ανγκ Λι πειραματίζεται με την εικόνα και χειρίζεται τόσο άψογα και έξυπνα το υλικό του, ώστε σε κάνει να σκέφτεσαι ότι στα χέρια ενός χολιγουντιανού σκηνοθέτη της σειράς θα γινόταν μια ακόμη νερόβραστη μπαλαφάρα. Όμως ο Ασιάτης που θέλει να επιστρέψει στις μεγάλες επιτυχίες, ξέρει πως στα χέρια του έχει μια ιστορία που ενδείκνυται για ένα αγωνιώδες εικονοπλαστικό κινηματογραφικό θαυμασμό. Και τα καταφέρνει περίφημα είναι η αλήθεια! 

Παπαδόπουλος & Σία (4/10) 

Φολκλορική κομεντί με έντονο το ελληνικό στοιχείο και όλα εκείνα τα αρχέτυπα των Ελλήνων του εξωτερικού που νοσταλγούν τη μαμά πατρίδα. Ευτυχώς δεν ξεπέφτει στα επίπεδα του “Έρωτας αλά Ελληνικά” ούτε αναδεικνύεται μια νέα Νία Βαρντάλος (η οποία σαν να χάθηκε, μου φαίνεται). Αντιθέτως, η παραγωγή του Μάρκου είναι αξιοπρόσεχτη, φροντισμένη, και αν είχε ένα καλύτερο, χωρίς τόσους νεκρούς χρόνους, σενάριο θα την αποκαλούσες και ολοκληρωμένη. Έλληνας δεύτερης γενιάς ζει στο Λονδίνο μια πλουσιοπάροχη ζωή χάρη στην πετυχημένη βιομηχανία παραγωγής ελληνικών προϊόντων που διευθύνει. Όμως η οικονομική κρίση του χτυπάει την πόρτα και τα χάνει όλα… Τότε ξαναβρίσκεται με τον “άσωτο” αδελφό του και συστήνουν και πάλι ώστε να σωθούν (ο καθένας για τους δικούς του λόγους) την παλιά επιχείρηση fish ‘n’ chips, που είχαν όταν ήταν ακόμη νέοι. Χωρίς να ξεχωρίζει καμία ερμηνεία ιδιαιτέρως, ο Μάρκου έχει φτιάξει μια ώριμη ιστορία που αρέσει στο κοινό μια και βασίζεται στα πεπατημένα: αποτυχία, επιστροφή στην οικογένεια, χαμένες αξίες, νοσταλγία για την πατρίδα, οικογενειακή επιχείρηση, χαμηλό προφίλ και πιο προσγειωμένος τρόπος ζωής, επανάκαμψη, ευτυχία. Εάν έλειπαν το συρτάκι, το ούζο και η πατροπαράδοτη ελληνική μαγκιά τότε θα βλέπαμε σαφώς μια πιο ενδιαφέρουσα ταινία. 

Σάμμυ 2 (3/10) 

Πετυχημένο παιδικό κινούμενο σχέδιο, βελγικής παραγωγής, που βγάζει το πρώτο σίκουελ του. Εντυπωσιακά γραφικά, ειδικώς στις υποθαλάσσιες λήψεις, όμορφα χρώματα και υπέροχες, γλυκές και χαριτωμένες μικρές και μεγάλες θαλάσσιες χελώνες πρωταγωνιστούν στη συνέχεια των ιστοριών του “Σάμμυ”. Μεγάλο ενδιαφέρον παρουσιάζει αυτή η ιστορία εκμετάλλευσης των θαλάσσιων ζώων από τον άνθρωπο. Βέβαια, αυτό το animation απευθύνεται μόνο σε παιδιά και κυρίως μικρών ηλικιών (προσχολικής ηλικίας και μέχρι τα μέσα του δημοτικού), δεν έχει κανένα ενδιαφέρον για μεγαλύτερες ηλικίες πόσω μάλλον για ενήλικες. Άρα, ορθώς βγαίνει αυτή τη χρονική στιγμή των γιορτών, επιδιώκοντας παράλληλα και καλή πορεία στην αγορά του dvd μετέπειτα.

22 Δεκ 2012

Η Ψηφιακή Έκδοση (περ. Ποιητικά)


Στις αρχές της δεκαετίας του 2000, είχαμε μια ποιητική έκρηξη: πολλοί καλοί νέοι ποιητές, πολλοί καλοί μεγαλύτεροι ποιητές, πολύ καλή ποίηση, πολλές ποιητικές εκδόσεις. Τη στιγμή που ο ελληνικός εκδοτικός χώρος έφτανε σε ένα απόγειο, όπως θεωρούσε, και λίγο πριν από την κατάρρευση που δεν άργησε, η ποίηση βρέθηκε στο προσκήνιο. Όπως πάντα, και με εξαίρεση κάποιους εκδότες σταθερά και ποικιλότροπα προσανατολισμένους στην ποίηση, αποτελούσε πηγή κύρους για έναν εκδοτικό οίκο, που φυσικά δεν προσδοκούσε κανένα υλικό όφελος. Διότι είναι γνωστό ότι η ποίηση έχει λίγους και πιστούς αναγνώστες και συχνά ακούγεται περισσότερο από ό,τι διαβάζεται. Από το 2008 και μετά, όταν η ευφορία άρχισε να διαλύεται, οι πόρτες των εκδοτών έκλεισαν για τους ποιητές απότομα. Γυρίσαμε στην παλιά καλή εποχή: οι ποιητές, ειδικά οι νέοι, πληρώνουν τα βιβλία τους, ομολογημένα ή ανομολόγητα, με λίγες εξαιρέσεις πάντα.

Την ίδια αυτή περίοδο, το διαδίκτυο άνοιγε τεράστιες δυνατότητες δημοσίευσης και επικοινωνίας, που ξεπερνούσαν κατά πολύ τη διάθεση του καλύτερα οργανωμένου σε επίπεδο διάθεσης εκδοτικού οίκου: ένα ποίημα που δημοσιεύεται στο διαδίκτυο διαβάζεται από τους απανταχού Έλληνες και Ελληνόφωνους και δεν περιορίζεται χωροχρονικά. Στο εξωτερικό, η ηλεκτρονική έκδοση προχωρούσε με ταχείς ρυθμούς, με το print on demand, το τύπωμα δηλαδή του ηλεκτρονικού κειμένου, να λύνει τα χέρια σε πολλούς δημιουργούς. Η περίφημη Lulu, μια από τις πρώτες εταιρείες στον χώρο αυτό, η οποία δημιουργήθηκε το 2002 και στηρίζει την αυτοέκδοση, έχει δημοσιεύσει ως σήμερα πάνω από ένα εκατομμύριο τίτλους. Ήταν θέμα χρόνου να ακολουθήσει και η Ελλάδα.

Ιδού λοιπόν που το περιοδικό Βακχικόν προτείνει την αυτοέκδοση έργων, που είναι διαθέσιμα δωρεάν σε μια σειρά από format - με τη συνεπικουρία, παρεμπιπτόντως και της Lulu. Όποιος θέλει διαβάζει online το βιβλίο, το κατεβάζει στον υπολογιστή του και το τυπώνει, το κάνει εν πάση περιπτώσει ό,τι θέλει. Δεν μιλάμε πια για λίγα ή περισσότερα ποιήματα δημοσιευμένα, αλλά για βιβλία κανονικά, σελιδοποιημένα. Η πρακτική αυτή αφορά, βεβαίως, όλα τα βιβλία που δυσκολεύονται να βρουν το δρόμο τους για τον εκδότη και το ράφι. Κατεξοχήν την ποίηση δηλαδή.

Διαμορφώνεται έτσι η εξής κατάσταση. Από τη μια, κάποιοι ποιητές θεωρούν ότι με την ηλεκτρονική έκδοση δεν συμμετέχουν στον εμπορευματοποιημένο χώρο των εκδόσεων: “Όταν, όμως, όχι απλά δεν αγοράζουν την δουλειά σου, αλλά σε βάζουν να πληρώσεις κι από πάνω γι αυτήν, όταν εκμεταλλεύονται τις μεταφράσεις σου οικονομικά χωρίς εσύ να βλέπεις ούτε ένα σαντίμι απ’ αυτές, όταν σου δεσμεύουν πέντε χρόνια τα χειρόγραφα κρατώντας σε όμηρο της ελπίδας και της αναμονής ότι μπορεί και να δημοσιευτούνε κάποτε, τότε δεν μπορείς εσύ να λες και «Δόξα τω Θεώ» άμα δεις τη τζίφρα σου στις προθήκες των βιβλιοπωλείων! Χίλιες φορές καλύτερα να βγάζω μόνος μου τα κείμενα μου και τις μεταφράσεις μου και να τις μοιράζω τζάμπα στο διαδίκτυο! Αυτό είναι και το ειδικό μήνυμα της παρούσας ηλεκτρονικής έκδοσης: αρνούμαι να περιμένω πέντε χρόνια και να πληρώσω τα μαλλιά της κεφαλής μου για να δημοσιεύσω ένα βιβλίο! Αν δεν μπορώ να αποκομίζω τα προς το ζην από την εργασία μου, τουλάχιστον αρνούμαι να συντηρώ ένα σάπιο σύστημα από την τσέπη μου.», γράφει ο Αϊναλής στον πρόλογο του ηλεκτρονικού βιβλίου του – χωρίς να αποφεύγει ωστόσο την εξιδανίκευση του παρελθόντος. Οι σουρεαλιστές, λέει, δημοσίευαν αδιαμεσολάβητα. Πλάνη. Δημοσίευαν τη ευγενή φροντίδι μαικήνων, που τους έδιναν συχνά δουλειά για να μπορούν να ζήσουν, όπως ο πάμπλουτος συλλέκτης Ζακ Ντουσέ στον Αραγκόν, ο οποίος έγραφε γι’ αυτόν προλόγους επί παραγγελία και αποχώρησε όταν ο Ντουσέ του ζήτησε να γράψει μια ιστορία του σουρεαλισμού χωρίς πολιτική διάσταση.

Τα πράγματα είναι πολύ πιο σύνθετα λοιπόν κι αξίζει να θέσουμε και το ερώτημα αν χρειαζόμαστε ή όχι τους εκδότες. Το παρελθόν δεν υπήρξε παράδεισος και το μέλλον είναι άγνωστο. Το βιβλίο για να φτάσει στο κοινό του χρειάζεται και θα χρειάζεται για πολύ καιρό ακόμη τους εκδότες. Αυτό δεν σημαίνει φυσικά αποδοχή της εκμετάλλευσης. Πραγματικά στην ποίηση, η ηλεκτρονική έκδοση είναι μια εξαιρετική λύση με μεγάλες προοπτικές – για όσους μπορούν να αποδεσμευτούν ψυχολογικά, διότι έχει κι αυτό σημασία, από το ”μαγικό αντικείμενο“ που αποτελεί το βιβλίο. Δεν είναι πολλοί πάντως ακόμη. Όπως και δεν είναι όλοι οι εκδότες ίδιοι, ούτε ποτέ ήταν άλλωστε. Έτσι κι αλλιώς, η κρίση είναι τόσο μεγάλη και οι αλλαγές τόσο ριζικές, που πολλά πράγματα θα τεθούν σε νέες βάσεις. Μια από τις πρώτες συνέπειές της θα είναι σίγουρα μια άλλη λογική στην αντιμετώπιση του βιβλίου ως εμπορευματικού αγαθού. Αναγκαστικά και εκ των πραγμάτων.

*Πρόκειται για το editorial του τεύχους 7 του περιοδικού Ποιητικά (Σεπτέμβριος 2012), που κυκλοφορούν οι Εκδόσεις Γκοβόστη.

Για το βιβλίο "DEAD END: Μητροπολιτικό Ψυχόδραμα σε Τρεις Πράξεις"


 Διαβάστε την έκδοση Vakxikon.gr εδώ.

Πριν λίγες μέρες ήρθε στα χέρια  μου το πρώτο θεατρικό έργο του Ν.Γ.Λυκομήτρου,που φέρει τον τίτλο, DEAD END: Μητροπολιτικό Ψυχόδραμα σε Τρεις Πράξεις από τις Εκδόσεις Vakxikon.gr. Όταν τον ρώτησα γιατί "μητροπολιτικό" , ο Ν.Γ.Λυκομήτρος μου απάντησε: "Το "Μητροπολιτικό" έχει να κάνει με το ότι ο τόπος δράσης είναι η Μητρόπολη (η Αθήνα) αλλά και με μία προσωπική μου εμμονή. Όλα μου τα κείμενα έχουν ως φόντο το αστικό τοπίο. Δεν νοούνται εκτός αυτού."

H δράση του έργου περιστρέφεται γύρω από τον νεαρό ποιητή Tristan, ο οποίος παλεύει να εκδώσει το έργο του. Ερωτεύεται μια νεαρή κοπέλα που δουλεύει σε στριπτιζάδικο και αποφασίζει να την αποσπάσει από αυτήν την άτιμη δουλειά. Γύρω του κινούνται διάφορα πρόσωπα με τα οποία ο μοναχικός ήρωας δεν έχει καμία εκλεκτική συγγένεια. Ο Tristan έχει τον δικό του αξιακό κόσμο που είναι εντελώς διαφορετικός από τον αξιακό κόσμο όσων τον περιτριγυρίζουν. Ο παιδικός του φίλος Βασίλης είναι απόλυτα γήινος, δεν καταλαβαίνει στο ελάχιστο τις καλλιτεχνικές ανησυχίες του φίλου του. Είναι ανώτερο στέλεχος σε  πολυεθνική εταιρεία, απατάει τη γυναίκα του με τη γραμματέα του χωρίς να το φέρει βαρέως και συχνάζει στα στριπτιζάδικα.
Ο εκδότης Κασσανδρινός  δίνει ψεύτικες υποσχέσεις στον Tristan. Εϊναι περισσότερο έμπορος, παρά εραστής της τέχνης και κοιτάει μόνο το συμφέρον του. Δεν ρισκάρει να εκδώσει τα ποιήματα ενός νέου ποιητή, προτιμά να εκδώσει  ξανά τα έργα καταξιωμένων δημιουργών που θα του αποφέρουν σίγουρο κέρδος.

Η Στέλλα από τη Μολδαβία, παρά το νεαρό της ηλικίας της, είναι προσγειωμένη στην πραγματικότητα και την έχει αποδεχθεί. Φαίνεται οτι της αρέσει ο Τristan και είναι απόλυτα ειλικρινής μαζί του. Απλά ο Τristan δεν μπορεί να αντέξει την αλήθεια και να δεχτεί την πραγματικότητα. Νομίζει ότι θα ζήσει με την Στέλλα τον μεγάλο έρωτα και θα καταφέρει να την αλλάξει. Αλλα είναι κάπως φυσικό για κείνον, ως ποιητής και ιδεαλιστής, κυνηγάει πάντα το ανέφικτο. Και το τέλος του είναι η αυτοχειρία, σύνηθες τέλος για τους ποιητές. Αντίθετα από τον Tristan, η Στελλα είναι τόσο ρεαλίστρια που αγγίζει τον κυνισμό. Όταν ο Τristan της λέει να αλλάξει δουλειά εκείνη επιμένει ότι "εγώ αποφασίζω μέχρι που θα φτάσει ο πελάτης. Στο μαγαζί του φίλου σου ή σε άλλη δουλειά, πληρώνεσαι για άλλο και τελικά σου πιάνουν τον κώλο. Τουλάχιστον εδώ πληρώνομαι για να μου πιάνουν τον κώλο και δεν κοροιδεύω τον εαυτό μου" και "έξω  η εκμετάλλευση είναι ίδια, αλλά έχει άλλο όνομα". Αναφορικά με την σχέση της με τον Τristan, με πείσμα δηλώνει στην φίλη και "συνάδελφο" Ολένα ότι "δεν πρόκειται να τα παρατήσει από φόβο θα ζήσει την ιστορία ως το τέλος". H Oλένα συνδέεται με τη Στέλλα με μια κοινή μοιρα... Νοιάζεται για τη φίλη της, αλλά είναι καχύποπτη απέναντι στον Τristan και τις προθέσεις του... Συμβουλεύει τη Στέλλα να είναι προσεκτική, διότι αν το αφεντικό τους ανακαλύψει την "σχέση" της με τον Tristan, θα υπάρξει τεράστιο πρόβλημα. 

Ο Νίκος πάλι, αποτελεί κλασική περίπτωση νταβατζή. Είναι εκβιαστής, πρόστυχος και βαθιά ανήθικος. Από τη μία λοιπόν ολα τα παραπάνω πρόσωπα, κι από την άλλη... ο κεντρικός ήρωας. Μόνος, ξεχωριστός, σαν την μύγα μες το γάλα. Ο Tristan με τον εύθραυστο ψυχικό κόσμο θυμίζει τους ευάλωτους τσεχικούς ήρωες του Γλάρου. Κυρίως τον Τρέπλιεφ που θέλει, αλλά δεν μπορεί. Τα συναισθήματα τον βαραίνουν τόσο που αδυνατεί να δεχτεί την πραγματικότητα. Είναι αγιάτρευτος ιδεαλιστής, δεν ξέρει άλλον τρόπο. Μοιραία συγκρούεται και με την ρεαλίστρια μητέρα του, η οποία δυσκολεύεται να τον κατανοήσει απόλυτα όσο καλές προθέσεις κι αν έχει. Θα προτιμούσε ο γιος της να μην είχε κολλήσει το μικρόβιο της τέχνης και να ζούσε μια φυσιολογική και ανέφελη ζωή. Ο γιος εισπράττει απαξίωση από την ίδια του τη μάνα. Όταν της λέει ότι είναι ερωτευμένος, εκείνη για τους δικούς της λόγους απαντά. "Α, εγώ νόμισα ότι επρόκειτο για κάτι σημαντικό".

Όπως αποκαλύπτει ο συγγραφέας, το έργο είναι εμπνευσμένο από αληθινό περιστατικό, την παράξενη συνάντηση τριών φίλων. Ένα βίωμα που έγινε θεατρικό έργο. Aλλωστε, σε καμία τέχνη, ως γνωστόν δεν υπάρχει παρθενογένεση. Ακόμα,το εν λόγω θεατρικό κείμενο δεν είναι διόλου φλύαρο και διαθέτει πλοκή. Αυτό το επισημαίνω ως θετικό. Διότι, για άγνωστο λόγο, τα "μοντέρνα" και "σύγχρονα" κείμενα στερούνται πλοκής, να μην πω και δράσης. Στο εν λόγω κέιμενο, οι χαρακτήρες, τα κίνητρά τους  και ο συναισθηματικός τους κόσμος διαγράφονται καθαρά. Ο ρόλος του πιστολιού είναι κομβικός σε συνδυασμό με την παρεξήγηση. Η παρεξήγηση έφερε την ανατροπή στην ιστορία. Ο Tristan δεν είχε ακούσει όλη την συζήτηση ανάμεσα στο αφεντικό και τη Στέλλα και οδηγήθηκε σε λανθασμένα συμπεράσματα από μια εικόνα και μόνο. Η Στέλλα έμοιαζε να ευχαριστιέται τη συνουσία με το αφεντικό της κάτι που πλήγωσε αφόρητα τον νεαρό και τον οδήγησε στα άκρα. Το πιστόλι ήταν 45άρι και το είχε φέρει κρυφά στην Ελλάδα ο πατέρας του Τristan. Ηταν σουβενίρ από τον πόλεμο στην Αλγερία. H μητέρα του του είπε να το ξεφορτωθεί για να μην βρει τον μπελά του. Τί ειρωνεία! Αντί να ξεφορτωθεί το πιστόλι ξεφορτώθηκε τον εαυτό του, στρέφοντας το πιστόλι στον ίδιο. Το πιστόλι μας παραπέμπει στο περίστροφο της Εντας Γκάμπλερ στον Ιψεν. Αλλά κι ο Τristan θυμίζει την Εντα. Kι αυτός, όπως κι αυτή στοιχειώνεται από τους δαίμονές του. Τέλος, το θεατρικό κείμενο του Ν.Γ. Λυκομήτρου θίγει σημαντικά κοινωνικά ζητήματα μέρος της κοινωνικής παθολογίας που μαστίζει τη ζωή των ανθρώπων σήμερα. Ακόμα, θίγει το θέμα του έρωτα, της καλλιτεχνικής δημιουργίας και της άδικης απαξίωσης της Τέχνης.

Κλείνοντας σημειώνω την ένστασή μου ως προς την οικονομία των σκηνών και των πράξεων, αναφορικά με την έκταση που αυτές καταλαμβάνουν  μέσα στο εν λόγω πόνημα. Όμως, πιστεύω, ότι μια καλά μελετημένη και εμπνευσμένη σκηνοθεσία μπορεί και πρέπει να επιλύσει με επιτυχία τέτοιου είδους δομικά ζητήματα. Αυτός είναι άλλωστε, μεταξύ άλλων πραγμάτων, και ο ρόλος της σκηνοθεσίας. Ευχές από εμένα να βρει το έργο το δρόμο του για το θεατρικό σανίδι λοιπόν!

Ασημίνα Ξηρογιάννη
(Θεατρολόγος, Συγγραφέας)

ΕΚΔΗΛΩΣΗ


20 Δεκ 2012

Pass2Day | Mερικά τραγούδια μέχρι το τέλος του κόσμου | #33

Αυτή την Κυριακή 23 Δεκεμβρίου 2012 η εκπομπή Pass2Day του Διονύση Κούτρα συναντά της εκπομπή Οι Εκ-Δότες, δηλαδή τους Νέστορα Πουλάκο, Στράτο Π. και Νίκο Μπίνο. Ξεκινάμε με τραγούδια από ταινίες και συνεχίζουμε με καλή μουσική και άφθονο χαβαλέ, σε μια κοινή εκπομπή-μαμούθ στο γνωστό πια Kitchen Studio του Vakxikon Radio, από τις 8 το απόγευμα μέχρι τα μεσάνυχτα. Μπορεί και παραπάνω... Με αυτό τον τρόπο αποχαιρετάμε το 2012, δίνουμε ραντεβού στο καθιερωμένο πάρτι της ψηφιακής πλατφόρμας Vakxikon.gr, στις 5 Ιανουαρίου 2013, μετά τις 10 το βράδυ, στον πολυχώρο Άγκυρα στα Εξάρχεια, και ανανεώνουμε τις ραδιοφωνικές συναντήσεις μας από τη Δευτέρα 7 Ιανουαρίου 2013. Μείνετε συντονισμένοι!


Επιμέλεια: Διονύσης Κούτρας
& Νέστορας Πουλάκος

Μερικές φόρες η μουσική παίζει μεγαλύτερο ρολό στην ταινία ακόμα και από τις ερμηνείες της, κάνει μεγάλη επιτυχία και μένει κάνοντας μας να ξεχάσουμε ακόμη και από που προσήλθε αύτη η μουσική μαγεία, δηλαδή η ιδία η ταινία. Παραθέτω εδώ τα αγαπημένα μου soundtracks από κάποιες ταινίες. Δεν είναι απαραίτητο πάντα να σου αρέσει η ταινία για να αγαπήσεις την μουσική. Το αντίθετο είναι τουλάχιστον απαραίτητο. Η κινηματογραφική μουσική είναι σχεδόν το 40% της αγάπης που έχουμε σε μια ταινία.


Δ.Κ.

Μολονότι μερικά από τα «καπνισμένα» σόλο από το σαξόφωνο έρχονται σε αντίθεση με τα κλισέ της  δεκαετίας του 1970, ο Gato Barbieri σκοράρει στην ταινία του 1972 «Το Τελευταίο Τανγκό στο Παρίσι» και συνθέτει ένα έπος. Τζαζ γεμάτη σασπένς, μελαγχολική ενορχήστρωση και αληθινά τανγκό, ταιριάζουν απόλυτα στον «αέρα» της ταινίας για ερωτική λαχτάρα, μελαγχολική απελπισία και καταδικασμένη μοίρα. Ακούστε το τραγούδι.

Από το μονοπλάνο στην πρώτη σεκάνς, που ο υπέργειος σιδηρόδρομος τρελαίνει τη νεαρή ενζενί, στον έντονο έρωτα στο ημίφως, και μετά σε εκείνο το υγρό διαμέρισμα του Παρισιού. Εκείνος χαροκαμένος Αμερικανός και αυτή φέρελπις ηθοποιός που στιγματίστηκε μια για πάντα από τον πιο παράξενο εραστή της σύντομης ζωής της.

Το Modern Love είναι ένα τραγούδι με στίχους, μουσική και φωνητικά γραμμένο και τραγουδισμένο από τον David Bowie και είναι το πρώτο κομμάτι από το άλμπουμ Lets dance του 1983. Ο Bowie υποστήριξε ότι το κομμάτι είναι εμπνευσμένο από τον Λιτλ Ρίτσαρντ και το θέμα του άλμπουμ είναι ο αγώνας μεταξύ Θεού και ανθρώπου. Ακούστε το τραγούδι.

Είναι όταν ο Λεός Καράξ στο «Κακό Αίμα», τοποθετεί δυο φαινομενικά αντίθετους ήρωες στο κάδρο και τους σπρώχνει να ερωτευτούν. Ναι, πρόκειται για το πιο γρήγορο, το πιο έντονο, το πιο τραγικό πλάνο που έχω δει στον κινηματογράφο, τότε που ο Ντενίς Λαβάν άκουγε τον Μοντέρνο Έρωτα και σφάδαζε από τον πόνο.

Η Maria Luisa McKee, Αμερικανίδα συνθέτης και τραγουδίστρια, είναι αυτή που συνέβαλε στο να δημιουργηθεί το soundtrack σε μία από τις καλύτερες ταινίες που έχουν βγει ποτέ στην μεγάλη οθόνη το «Pulp Fiction». Όταν ο Quentin Tarantino άκουσε το «If Love Is a Red Dress (Hang Me in Rags)» αποφάσισε να γράψει την επική αυτή ταινία. Άλλωστε όπως έχει πει και ο ίδιος: «Αποφασίζω να γράψω μία ταινία μόνο όταν με εμπνέει το τραγούδι.» Ακούστε το τραγούδι.

 

Ή αλλιώς η ταινία που άλλαξε το παγκόσμιο σινεμά τη δεκαετία του 1990. Γιατί, η αλήθεια είναι, ποτέ κανείς δεν παρέμεινε ίδιος αφότου είδε αυτό το ακραία αιρετικό «Pulp Fiction» του εντελώς θεόμουρλου Ταραντίνο. Από τα άφιλτρα της Θέρμαν στο πιο δυνατό σουτάρισμα πρέζας όλων των εποχών.

 

Στα τέλη του 1980 ο Lawrence Kasdan συναντήθηκε με 4 συνθέτες των οποίων θαύμαζε τα έργα για ντύσουν με μουσική την ταινία  «Body Heat», αλλά μόνο ο John Barry είπε ιδέες που ήταν κοντά στα θέλω του σκηνοθέτη. Δέκα demos καταγράφηκαν στις 31 Μαρτίου και ο John Barry έγραψε ολόκληρο το άλμπουμ μέσα σε δύο μόλις μήνες (Απρίλιο - Μάιο) του 1981. Ο συνθέτης  παρέχει αρκετές εικόνες και μοτίβα στα τραγούδια του, με το πιο αξιομνημόνευτο να είναι στους κυρίως τίτλους της ταινίας, το ομώνυμο. Ακούστε το τραγούδι.

Υπάρχει αυτή η εναρκτήρια σκηνή: η πόλη βράζει από τη ζέστη. Οι σειρήνες της αστυνομίας τρελαίνουν το μυαλό. Ο γοητευτικός δικηγόρος καπνίζει αμέριμνος και η γυναίκα-αράχνη, η πιο εντυπωσιακή γυναίκα της πόλης περιμένει ώστε να αρπάξει το επόμενο θύμα της. Να σας πω και την αλήθεια, αξίζει για αυτό το άγγιγμα η απόλυτη καταστροφή!

«Αυτή η Νύχτα Μένει»: Ο Σταμάτης Κραουνάκης κατέβασε από τα άστρα την μελαγχολία και την έκανε τραγούδι για την ομώνυμη ταινία του Ν. Παναγιωτόπουλου, με την εξαιρετική φωνή της Κατερίνας Παπίου. Αυτοί οι στίχοι και η μουσική δεν πρέπει να γράφτηκαν από ανθρώπινο χέρι… Ακούστε το τραγούδι.

Και η περιπλάνηση μιας νεαρής, όμορφης ονειροπόλας να γίνει τραγουδίστρια πρώτης γραμμής αλλά καταλήγει στα σκυλάδικα της επαρχίας. Και ο βαθύς έρωτας ενός μορφονιού ψιλικατζή που τη θέλει δίπλα του γιατί την αγαπά, την ποθεί, τη θέλει μανιασμένα. Το όνειρο χάνεται και ο έρωτας μένει όμως. Πάντως, μια νύχτα μένει και αρκεί καμιά φορά!

Το «You've Lost That Lovin' Feelin» είναι ένα τραγούδι γραμμένο το 1964 και τραγουδισμένο από τους The Righteous Brothers. Έγινε νούμερο 1 χιτ στις Η.Π.Α. και στο Ηνωμένο Βασίλειο το επόμενο έτος. Το 1999 ο οργανισμός που έχει τα παγκόσμια δικαιώματα μουσικής (Broadcast Music, Inc.) κατέταξε το τραγούδι ως το νούμερο 1, με τα περισσότερα «παιξίματα» στις  Η.Π.Α., περισσότερο από κάθε άλλο τραγούδι στον εικοστό αιώνα. Ακούστε το τραγούδι.

Φυσικά και ήταν η ποπ ταινία της δεκαετίας του 1980, όταν όλα τα αγόρια ήθελαν να γίνουν Τομ Κρουζ, ξέρετε: μπουφάν, γυαλιά ray-ban και μηχανή τσίτα γκάζια. Και όλα τα κορίτσια φυσικά να έχουν αυτό το ατημέλητο στυλ που σαγηνεύει τους άντρες. Το τραγούδι πάντως ρομαντικός και από τζιουκ μποξ μάλιστα…

H κινηματογραφική επιτυχία της ταινίας «O καιρός των Tσιγγάνων» στην Eλλάδα, σηματοδότησε την επαφή του ελληνικού κοινού με τη μουσική του Goran Bregovic. Oι εντυπώσεις ήταν θαυμάσιες από αυτήν την πηγαία, αυθεντική, γεμάτη πάθος μουσική του εμπνευσμένου συνθέτη. Γρήγορα η αγάπη του κοινού για τον Goran μεγάλωσε, όταν η Aλκηστις Πρωτοψάλτη τραγούδησε κομμάτια από τον «Kαιρό των Tσιγγάνων», σε στίχους Λίνας Nικολακοπούλου, στον δίσκο με τίτλο «Παραδέχτηκα» που κυκλοφόρησε το 1991. Ακούστε το τραγούδι.

Είναι τέλη δεκαετία του 1980 και η βαλκανική μουσική μπαίνει στην καθημερινότητα μας μέσα από τις διονυσιακές ταινίες του Εμίρ Κουστουρίτσα. «Ο Καιρός των Τσιγγάνων» είναι αυτή η χαρά της ζωής που έχουμε δεκαετίες τώρα και καθημερινά μέσα μας.

Απαγγέλλει, δεν τραγουδάει, η φωνή του επιτρέπει να κάνει τα πάντα... Αυτή είναι η αλήθεια.

Το ξερες πως είναι κερδισμένος τελικά
όποιος χαμογελάει μπροστά στην καρμανιόλα.

Δεν πειράζει που δε σου ρθε η ζαριά
τζογάρισες στο όνειρο κι είσαι έτοιμος για όλα

Το λέει κι ένα τραγούδι που μας μάθαιναν παλιά
Ο Χαμένος τα Παίρνει Όλα

Το είπε…: ο Γιάννης Αγγελάκας. Ακούστε το τραγούδι.

Και πάλι ο Νίκος Νικολαΐδης, ναι και ξανά ναι! Για την ομώνυμη ταινία που ξεσήκωσε τα παιδιά του περιθωρίου και των Εξαρχείων απέναντι στην ιντελεγκέντσια και το σάπιο κατεστημένο της εποχής μας. Είναι και η ιστορία που ο Αγγελάκας βρήκε τον πραγματικό ρόλο του για μια και μοναδική φορά, στη ζωή, στη μουσική, στην ποίηση, στο σινεμά.

Εκτός από τα πληκτικά κομμάτια μουσουλμανικής ή αφρικανικής προέλευσης για τα οποία δεν ευθύνεται ο Ryuichi Sakamoto, στο cd θα βρείτε όλες τις συνθέσεις του Sakamoto, όπως ακριβώς τις προόριζε για την ταινία. Το soundtrack αποτελεί κλασικό παράδειγμα μονοθεματικής προσέγγισης. Με βάση ένα απόλυτα δραματικό θέμα, το οποίο με άνεση θα το χαρακτηρίζαμε τραγικό, ο συνθέτης του δίνει τη μορφή που απαιτείται σε κάθε περίσταση. Πρώτη του ύλη τα έγχορδα της ορχήστρας. Μια πλούσια και ολοκληρωμένη μορφή του θέματος, που ακούμε στους τίτλους τέλους, συναντάμε στο κομμάτι «The Sheltering Sky Theme». Η προσθήκη αυτού του μουσικού στοιχείου και τελικά η συνύπαρξή του με την τραγική μουσική του Sakamoto, αποτελεί ίσως την ιδανική έκφραση της συναισθηματικής κατάστασης της ηρωίδας για την οποία ευθύνεται ο τόπος όπου βρίσκεται. Ακούστε το τραγούδι.

Οι αναζητήσεις ενός αστικού ζευγαριού στις ερήμους της Σαχάρας σημαδεύει αυτή την ταινία του Μπερνάρντο Μπερτολούτσι. Όταν η ζωή στην πόλη δεν σου αρκεί, η παράνοια στις φυλές της Αφρικής θα σε συντρίψει μα και θα σου ξεδιαλύνει μια για πάντα τη σάπια ζωή σου.

«Λοιπόν… Ξέρεις πότε χάλασε το πράγμα; Από τότε που εκείνος ο κρετίνος ο Perry Como τραγούδησε την Glendora. Άκου πτώμα να μαθαίνεις»... «Τα κουρέλια τραγουδάνε ακόμα»… Ακούστε το τραγούδι.

Πρόκειται για την ταινία της παλιοπαρέας: φίλοι από τα παλιά λένε ιστορίες, πίνουν, γαμάνε, τα σπάνε και χορεύουν ροκ εν ρολ. Μόνο ο Νίκος Νικολαΐδης στα «Κουρέλια τραγουδάνε ακόμα» μπορούσε να γυρίσει ταινίες που να θυμίζουν αυθεντικά ‘50s.

Λευκό μου γιασεμί
...ούτε που πρόλαβα να αρχίσω...
ούτε που πρόλαβα να σου πω την μοναδική μου
ιδιότητα... είμαι συλλέκτης....
μαζεύω το πιο σκληρό και άγριο πράγμα του κόσμου
..στιγμές!

Μουσική του Παναγιώτητη Καλαντζόπουλου, στίχοι του Μιχάλη Γκανά και ερμηνεία της Έλλης Πασπαλά. Ακούστε το τραγούδι.

Η πιο όμορφη Αθήνα του καλοκαιριού, η πλέον παράξενη παρέα μιας πόλης που ανασαίνει επιτέλους. Είναι φορές που σκέφτεσαι ότι ο έρωτας, οι σκέψεις και η ύπαρξη σου όλη πηγαίνει μαζί με μια πόλη που ασφυκτιά. Ξέρετε τι πέτυχαν τα «Φτηνά Τσιγάρα» του Ρένου Χαραλαμπίδη; Να αγαπήσουμε όλοι μας και να βλέπουμε νοσταλγικά, ρομαντικά συναισθηματικά τη μικρή, άσχημη Αθήνα μας.

Το Wild is the Wind ηχογραφήθηκε από τον Johnny Maths για την ταινία με τον ομώνυμο τίτλο το 1957. Το κομμάτι ήταν πολύ δημοφιλές και ήταν ένα από πέντε τραγούδια που προτάθηκαν για βραβείο από τη μουσική ακαδημία. Τραγουδήθηκε από τον Johnny Maths τον Μάρτιο του 1958 στην βραδιά  για τα βραβεία Όσκαρ, αλλά η φωνή της Nina Simone το απογείωσε. Ακούστε το τραγούδι.

Από τους τίτλους τέλους της συγκλονιστικής ταινίας εγκλεισμού «Σπίτι με θέα» της Ούρσουλα Μέγιερ, τότε που μια οικογένεια στην Ελβετία αφέθηκε να τρελαθεί από τη βοή του αυτοκινητοδρόμου ταχείας κυκλοφορίας ο οποίος μπήκε ξαφνικά σε λειτουργία μπροστά από το σπίτι της.

Ο Γάλλος συνθέτης Michel Legrand κέρδισε το Όσκαρ το 1971 για την μουσική  στην ταινία «Summer of '42». Στο κομμάτι αργότερα προστέθηκαν στίχοι με την ονομασία «The Summer Knows» και ηχογραφήθηκε από σπουδαία ονόματα όπως, Tony Bennett, Johnny Mathis, Frank Sinatra, Barbra Streisand, Andy Williams και άλλους. Το soundtrack ανέκαθεν είχε προβλήματα ως μια πραγματική οντότητα, αν όχι ως μια πρόταση μάρκετινγκ. Η μουσική στην ταινία ήταν σύντομη αλλά ακριβής για να υπογραμμίσει τις διαφορετικές διαθέσεις σε διάφορες σκηνές της ταινίας αλλά σαν καθαρά ακουστική εμπειρία απαιτεί κάτι πιο ολοκληρωμένο. Ακούστε το τραγούδι.

Το τραγούδι που συνόδευε τα αμέτρητα παιδικά καλοκαίρια μας, τότε που όλοι μας ερωτευόμασταν το μεγαλύτερο κορίτσι, τη γειτόνισσα, τη γυναίκα του πιο ωραίου του χωριού. Και κάναμε τις πρώτες ερωτικές σκέψεις μας, και ονειρευόμασταν και εμείς το κορίτσι των ονείρων μας. Το «Καλοκαίρι του ‘42» είναι η ταινία της απότομης ενηλικίωσης ενός πιτσιρικά, που δεν θα ξεχάσει ποτέ στη ζωή του.

Το μουσικό πλαισίωμα της ταινίας με τη μουσική του Στ. Σπανουδάκη μοιάζει να ήταν γραφτό να γίνει και ο Γιάννης Πάριος πίσω από το μικρόφωνο να τραγουδά για τη «Στιγμή που περνά και χάνεται». Οι στίχοι του τραγουδιού αντικατοπτρίζουν την πραγματική εικόνα της ηρωίδας. Ακούστε το τραγούδι.

Μητέρα-γοητευτικός νέος-κόρη. Το τρίγωνο της ακολασίας απλώνεται στις λαϊκές γειτονιές της Αθήνας ώστε να αποτυπώσει τον αρρωστημένο έρωτα της ελπίδας, της απελπισίας, της φιλοδοξίας, αλλά και της αγάπης. Από την αισθαντική ιστορία «Άντε γεια» του Γιώργου Τσεμπερόπουλου, μια καλοκαιρινή ιστορία αβάσταχτης ερωτικής απογοήτευσης.

Όταν ένας πολιτικός αποφασίζει να μοιραστεί την ίδια γυναίκα με τον υιό του τότε μόνο ο Πολωνός συνθέτης Zbigniew Preisner μπορεί να «ντύσει» με μουσική την ταινία μοιραίο πάθος με το κομμάτι Damage, γνωστό και ως Fatale. Ακούστε το τραγούδι.

Κάποτε είχα γράψει: «Να είσαι η Ζυλιέτ μου, να είμαι ο Τζέρεμι σου». Κοιτάξτε, είναι η πιο παράφορη ιστορία που έχει γραφτεί στο σινεμά. Ο Λουί Μαλ έδειξε τα όρια του πάθους, τα άκρα του έρωτα. Και ο Πολωνός συνθέτης έπιασε τον παλμό και σε συγκλονίζει με αυτό, γεμάτο ρίγη, κομμάτι που συνοδεύει την πλέον τραγική κατάληξη κινηματογραφικής ταινίας.

Η μουσική του Σταμάτη Σπανουδάκη και η αθάνατη φωνή της Ελένης Βιτάλη αποδεικνύουν για ακόμα μία φορά πως μία εξαιρετική ταινία χρειάζεται και ένα εξαιρετικό τραγούδι τίτλων. 

“Κοίταξα ψηλά στον ουρανό που ήταν ακόμη φωτεινός. Είδα τα πουλιά που κάθονταν στα σύρματα του ηλεκτρικού. Τόσες και τόσες φορές έχω δει τα πουλιά στα σύρματα του ηλεκτρικού, πρώτη φορά πρόσεξα ότι τα σύρματα ήταν πέντε κι ότι τα πουλιά έμοιαζαν με νότες μουσικής.”

(απ’ το βιβλίο «Τάλγκο», Εκδόσεις Εξάντας, 1980)
Ακούστε το τραγούδι.

Είτε με φόντο την Πορτογαλία (στην ταινία) είτε τη Βαρκελώνη (στο βιβλίο) ο παράνομος έρωτας μεταξύ Αθήνας και Παρισιού, μιας μικροαστής χορεύτριας και ενός βαλτωμένου οικογενειάρχη-καριερίστα, θα έχει άδοξο τέλος. Ένας μάταιος μα ξαφνικός έρωτας.

Η μουσική του Σταμάτη Κραουνάκη για άλλη μια φορά «σκοτώνει» και αυτή την φορά το κάνει με τους αγαπητικούς χάρη και στη βοήθεια του Γιώργου Μαζωνάκη… Ακούστε το τραγούδι.

Και μια και μιλάμε για γυναίκες-αράχνες σήμερα, στην ομώνυμη ταινία του, ο Νίκος Παναγιωτόπουλος και πάλι βάζει ένα κορίτσι της νύχτας να φάει τις σάρκες των τρελαμένων αγαπητικών της. Αμέ, πως, τόσο εύκολα νομίζεις ότι μπορείς να ξεφύγεις από τον θηλυκό διάβολο που κυκλοφορεί δίπλα σου.

Και μερικές φορές στην τελική ευθεία για να κλείσεις μια εκπομπή, αρκεί ένα ξεκινήσεις με αυθεντικό rock nroll«Rock Around the Clock». Ακούστε το τραγούδι.

Ροκ εν ρολ, βία στα σχολεία και πλήρης αναρχία από την ταινία «Η Ζούγκλα του Μαυροπίνακα» τότε που ο Τζέιμς Ντιν και ο Έλβις Πρίσλει ήταν τα απόλυτα νεανικά είδωλα.

Χιλιάρα μηχανή, θάνατος, δεκαετία 1980, αλητεία και μαλακίες.. Αυτή είναι η γενιά της μεταπολίτευσης Σας ευχαριστώ πάρα πολύ που μου καταστρέψατε τα όνειρα μου, στη χώρα μου... Ακούστε το τραγούδι.

Χαχαχαχαχα… Καλό και αυτό. Γυρνάμε στην καλτ πια δεκαετία του 1980 και στις βιντεοταινίες του Σταμάτη Γαρδέλη. Βία, αναρχία και τα μυαλά της νεολαίας στα κάγκελα.

Το «New York, New York» είναι το θεματικό τραγούδι από  την ομώνυμη  ταινία του Μάρτιν Σκορτσέζε. Ο τηλεοπτικός παραγωγός Howard Huntridge το προτείνει στον Kander, ο οποίος το συνθέτει κατά την διάρκεια μιας σύσκεψης στο Caesar’s Palace στη Νεβάδα το 1977 και γράφτηκε για την Liza Minnelli. Το 1979 ηχογραφήθηκε από τον Frank Sinatra, για το άλμπουμ τριλογία: Past Present Future (1980). Ακούστε το τραγούδι.

Το ομώνυμο μιούζικαλ του Μάρτιν Σκορσέζε παραμένει all time classic, ειδικώς στις χριστουγεννιάτικες γιορτές, τότε που όλοι θέλουμε να χορέψουμε με την υπέροχη συνοδό μας, εμείς φορώντας σμόκιν και εκείνη τουαλέτα με βαθύ ντεκολτέ.