28 Φεβ 2013

Οι Ταινίες της Εβδομάδας (28/2/13)


Οι κριτικές ταινιών στο SevenArt.gr από τον Νέστορα Πουλάκο 

Χαμένος Παράδεισος (6/10) 

Ακραίο σινεφίλ δράμα που ορίζει αυτή καθ’ εαυτή τη μαγεία του πραγματικού κινηματογράφου, που σε εντυπωσιάζει με τις εικόνες του, τον τρόπο αφήγησης του αλλά και την ιστορία του, που υπεισέρχεται στο ανθρώπινο αρχέγονο και ξυπνάει αισθήσεις και παραισθήσεις, αξίες και ιδανικά ενός κόσμου που έχει περάσει ανεπιστρεπτί. Ο Πορτογάλος Γκόμεζ ξαναβάζει τη χώρα του στον παγκόσμιο κινηματογραφικό χάρτη και επιχειρεί το σάλτο από την «ομπρέλα» του αειθαλή Ολιβέιρα. Με τον «Χαμένο Παράδεισο», αυτό το ασπρόμαυρο δράμα τριών γυναικών που ξαφνικά «χάνεται» στα βάθη της αποικιακής Αφρικής πίσω στη δεκαετία του 1950, σε εκείνη την ιδιόμορφη συνύπαρξη λευκών και μαύρων, εντυπωσίασε στην περυσινή Μπερλινάλε λαμβάνοντας τα βραβεία φωτογραφίας και εκείνο των κριτικών κινηματογράφου (FIPRESCI). Όποιος έχει διάθεση να δει αληθινό σινεμά στη μεγάλη οθόνη, να υπεισέλθει στην παγκόσμια ιστορία του ανθρώπου, να ανακατευτεί με έναν περίεργο συναισθηματικό κόσμο που γαλουχείται στα αφρικανικά δάση της λησμονημένης πια αποικιοκρατίας, τότε ας τρέξει στην κινηματογραφική αίθουσα για να απολαύσει αυτό το πορτογαλικό διαμάντι που έχει βγει από την αντονιονική εποχή. 

Πειρατεία στον Ωκεανό (5/10) 

Η περυσινή θριαμβεύτρια του Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης είναι μια περίεργη ταινία, που συγκλονίζει με το σασπένς της, ειδικώς στο δεύτερο μισό της, αλλά και προβληματίζει για την εν γένει προσέγγιση της. Πρόκειται ουσιαστικά για μια περιπέτεια που όμως… δεν είναι περιπέτεια, αλλά ένα αποστασιοποιημένο δράμα δωματίου, που άλλοτε είναι θρίλερ και άλλοτε όχι. Βασικά είναι ένα αμάλγαμα ειδών που μπερδεύει. Πάντως, ταράζει τα νερά και δεν περνάει αδιάφορη. Η ταινία του Λίντχολμ που ενθουσίασε την κριτική επιτροπή του Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης είναι ένα υπόκωφο, αργόσυρτο και σιωπηλό δράμα, που παίζει με τα βλέμματα, τις κινήσεις και τους ψίθυρους, και σταδιακά μας οδηγεί σε ένα τέλος που υποψιαζόμαστε, χωρίς να υπολογίζουμε το μοναδικό ανθρώπινο παράγοντα: την απληστία που φέρνει θυμό ή την αγωνία που φέρνει θάνατο. Η αλήθεια είναι ότι προβληματίστηκα στην ανάγνωση της. Προφανώς και με άγγιξε, δεν είναι δηλαδή ότι πέρασε και δεν με ακούμπησε. Όμως, ψάχνω την ουσιαστική και μοναδική αξία της σε εκείνα τα σημεία που δεν την έχουμε ανακαλύψει ξανά, ειδικώς σε άλλες σκανδιναβικές ταινίες των τελευταίων χρόνων, και δεν τη βρίσκω. 

Ξημέρωμα (5/10) 

Η ελληνοαλβανική σύμπραξη του Μπούντινα έχει διττό σκοπό. Αυτό που κυρίως πετυχαίνει είναι στο να καταδείξει τις εν γένει παθογένειες στις σχέσεις των λαών των δυο χωρών, ειδικώς αυτές που έχουν προκύψει από τη δεκαετία του 1990 και τη μαζική μετανάστευση των Αλβανών στην Ελλάδα, και φυσικά να τις «πολεμήσει», να τις «διορθώσει», να τις εξαλείψει. Από την άλλη μεριά δείχνει και μια οικογενειακή τραγωδία με φόντο την ερωτική ιστορία ενός Αλβανού και μιας Ελληνίδας κάτω από τον Λευκό Πύργο, που αφενός ξενίζει για την πρωτοεπίπεδη και απλοϊκή αισθητική της αφετέρου μας ωθεί να ομολογήσουμε μέσα μας, «γιατί είδαμε αυτή την ιστορία, μάλλον πρόσχημα είναι η Ελλάδα• και στο Βέλγιο να εκτυλισσόταν (βλ. «Η Σιωπή της Λόρνα» των αδελφών Νταρντέν) το ίδιο αποτέλεσμα θα είχαμε». Το «Ξημέρωμα» είναι η αλβανική παντιέρα για τη φιλία των δυο χώρων, αυτό το σπάσιμο της εθνικιστικής/πολιτικής προπαγάνδας που αμφίπλευρα καλλιεργείται εδώ και δεκαετίες. Ο Μπούντινα σε ρόλο διαμεσολαβητή του ΟΗΕ ρίχνει γέφυρες φιλίας, αδελφοσύνης και αγάπης, γι’ αυτό και προτίμησε τον Καφετζόπουλο στο ρόλο του Έλληνα πατέρα μετά τη βραβευμένη ερμηνεία του στην «Ακαδημία Πλάτωνος». 

Η Γη της Επαγγελίας (4/10) 

 Καμιά φορά αναρωτιέμαι τι είναι αυτό που κάνει ένα σκηνοθέτη να χάνει το μυαλό του, μπορεί και το ταλέντο του. Γιατί ανάθεμα αν οι ταινίες που βλέπουμε τα τελευταία χρόνια θυμίζουν τον παλιό καλό Γκας Βαν Σαντ των ‘90s, με τα έξυπνα και ιντριγκαδόρικα θέματα που έδειχνε στο κοινό με τρόπο μοναδικό και δεξιοτεχνικό. Αν κάποιος μου έλεγε ότι η «Γη της Επαγγελίας» δεν είναι σκηνοθετημένη από τον Γκας Βαν Σαντ, θα τον πίστευα. Κλασικότατο οικολογικό θρίλερ (;), που πατάει πάνω στις διαχρονικές αξίες τόσο της αμερικανικής κοινωνίας όσο και του αμερικανικού κινηματογράφου, που βγάζει τη γνωστή κακή υποκριτική του Ματ Ντέιμον και καταφέρνει να παρουσιάσει αδιάφορη την Φράνσις ΜακΝτόρμαντ. Εν ολίγοις, ένα θρίλερ χωρίς σασπένς, μια ιστορία χωρίς ενδιαφέρον και ένα σκάνδαλο, μπορεί και παγκόσμιο, που δείχνεται με τέτοια αμερικανική στενομυαλιά που ειλικρινά το μόνο που θα σας μείνει είναι ότι είδατε μια τηλεταινία συμπαθητικής υφής, αργά το βράδυ στο ΣΚΑΙ. 

Man at Sea (4/10) 

Αν και πρόκειται για την πρώτη ταινία δράσης αυτού του τόσου σημαντικού Έλληνα σκηνοθέτη, ουσιαστικά πιο ταινία δράσης είναι ο πολύ παρεξηγημένος και εμφυλιακός “Όμηρος” του. Τα ζητήματα με το χιλιοταλαιπωρημένο “Man at sea” του Γιάνναρη είναι συγκεκριμένα και δύο: αφενός η κατά διαστήματα έλλειψη ρυθμού που σας πετάει έξω από την δράση της ταινίας. Κι αφετέρου η αργοπορημένη και ασαφής σχέση του καπετάνιου (Αντώνης Καρυστινός) με τον πρόωρα χαμένο γιο του. Εντέλει, στο “Man at sea” ο Γιάνναρης κάνει με απόλυτη επιτυχία ένα ακόμη στοχευμένο κοινωνικό σχόλιο για τους μετανάστες, βλέποντας το τάνκερ σαν την Ομόνοια, την ελληνική μικροκοινωνία του σήμερα. Από την άλλη μεριά βέβαια τα χίλια δυο που τράβηξε όλα αυτά τα χρόνια δυστυχώς αποτυπώνονται στην ιστορία του και την κατασκευή της. Κατά τα ψέματα, ο Γιάνναρης δεν χάνεται, είναι ένας ιδιαίτερος και σημαντικότατος σκηνοθέτης που τον ξέρει τον δρόμο του, και θα στρίψει πάλι στη σωστή γωνία. Η ταινία που προβάλλεται στις αίθουσες είναι η τρίτη εκδοχή της μετά το τελευταίο μοντάζ, στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης του 2011 παίχτηκε η δεύτερη και στο τμήμα Panorama Special της Μπερλινάλε του 2011 η πρώτη. 

Όμορφα Πλάσματα (4/10) 

Η χολιγουντιανή παράκρουση της τελευταίας δεκαετίας να ψάχνει εναγωνίως νεανικά και αρκούντως… κουλά ταινιο-θαύματα συνεχίζεται. Μετά το -επιτέλους- τέλος της σειράς «Λυκόφως» και το επίσης τέλος του Χάρι Πότερ, ήρθε η ώρα των «Όμορφων Πλασμάτων», η πρώτη ταινία ενός φραντσάιζ που αναμένεται να μας συντροφεύσει τα επόμενα χρόνια. Άλλωστε το βιβλίο των Γκαρσία και Στολ είναι από καιρό γνωστό, μπεστ σέλερ, αγαπημένο του νεανικού κοινού και τα λοιπά, μια και ένας πανέξυπνος έφηβος και μια μάγισσα ομορφούλα ερωτεύονται στη μικρή επαρχιακή τους πόλη, ζώντας εντελώς στον κόσμο τους, κόντρα στο τι λένε, κάνουν και δείχνουν οι γύρω τους. Φρέσκα πρόσωπα στους πρωταγωνιστικούς ρόλους, γνωστοί σταρ στους περιφερειακούς που όμως κάνουν τη διάφορα. Θυμίζω πως ξεκίνησε η σειρά «Λυκόφως»: ελπιδοφόρα. Και πως κατέληξε: αγκομαχώντας, ασθμαίνοντας και μπουσουλώντας. Βέβαια, τα εισιτήρια ήταν εκατομμύρια όπως και οι εισπράξεις. Τα δε παραληρήματα των φαν πολλά. Επιτρέψτε μου αλλά τα ίδια και απαράλλαχτα διαβλέπω και τώρα: ναι, τα «Όμορφα Πλάσματα» έχουν χιούμορ, πλάκα, η δε σχέση των νέων διαθέτει σκέρτσο, νάζι και χαριτωμενιά, αλλά όλα τα υπόλοιπα, η ουσία δηλαδή, είναι τόσο κενά που η φούσκα θα σκάσει γρήγορα.