16 Φεβ 2013

Συνέντευξη των Aida Begic & Stefan Arsenijevic


Στον Νέστορα Πουλάκο

Τα τελευταία χρόνια βλέπουμε όλο και περισσότερες ταινίες να χαρτογραφούν σημαντικές πόλεις ανά τον κόσμο. Από το Παρίσι στη Νέα Υόρκη και την Αβάνα, ήρθε το 2010 η σειρά της Κωνσταντινούπολης, ενώ οσονούπω αναμένεται αντίστοιχο σπονδυλωτό κινηματογραφικό πρότζεκτ και για την Αθήνα. Η “Αξέχαστη Πόλη”, που βγαίνει στις ελληνικές αίθουσες την Πέμπτη 27 Σεπτεμβρίου και απόψε πραγματοποιεί την πανελλήνια πρεμιέρα της στο 18ο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου Αθήνας – Νύχτες Πρεμιέρας Cosmote (Odeon Όπερα 1, 19.45), είναι μια πολυπολιτισμική χαρτογράφηση της Κωνσταντινούπολης μέσα από τον φακό επτά σκηνοθετών που την έχουν αγαπήσει από χρόνια.
 
Ανάμεσα τους συναντάμε τη 32χρονη Βόσνια Άιντα Μπέγκιτς, που είχε πραγματοποιήσει ένα ώριμο ντεμπούτο το 2008 με την ταινία “Χιόνι” ενώ φέτος κέρδισε βραβείο στην κατηγορία Ένα Κάποιο Βλέμμα του Φεστιβάλ Καννών με τη δεύτερη ταινία της “Τα Παιδιά του Σεράγεβο”. Καθώς και τον 31χρονο Σέρβο Στέφαν Αρσένιεβιτς, ο οποίος το 2008 έκανε το ντεμπούτο του με την ταινία “Αγάπη και άλλα εγκλήματα”, ενώ νωρίτερα -το 2003- με την τότε μικρού μήκους ταινία του είχε κερδίσει τη Χρυσή Αρκούδα στο Βερολίνο και είχε φτάσει μέχρι το Όσκαρ Μικρού Μήκους Ταινίας. Αυτή την περίοδο βρίσκεται στα γυρίσματα της δεύτερης ταινίας του.
 
Οι δυο σκηνοθέτες μίλησαν στο SevenArt για τη συμμετοχή τους στη σπονδυλωτή ταινία “Η Αξέχαστη Πόλη” (Do not Forget me – Istanbul), μια ελληνοτουρκική παραγωγή (των Χουσεΐν Καράμπεϊ και Παναγιώτη Παπαχατζή) που γυρίστηκε στα πλαίσια της “Κωνσταντινούπολης – Πολιτιστική Πρωτεύουσα 2010”, με την επιμέλεια του πρότζεκτ να κρατά ο Έλληνας συγγραφέας Πέτρος Μάρκαρης και τις συμμετοχές του Στέργιου Νιζήρη (με τη μικρού μήκους ιστορία “Half-moon Strangers”) και της Ιωσηφίνας Μαρκαριάν (που δένει με ένα δοκιμιακό ντοκιμαντέρ τις έξι ιστορίες).
 
Η μεν Μπέγκιτς γύρισε την ταινία “Otel(o)”, όπου αποτυπώνει τις ανησυχίες μιας νεαρής ηθοποιού πριν το κάστινγκ της. Η ταινία διαδραματίζεται σε ένα ξενοδοχείο. Ο δε Αρσένιεβιτς γύρισε την ιστορία “Mirko”, στην οποία ένα ζευγάρι από τη Σερβία φτάνει στην Πόλη για αναψυχή. Εκεί όμως η γυναίκα βλέπει στο δρόμο ένα νεαρό που της θυμίζει έντονα τον γιο της, ο οποίος χάθηκε άδοξα στον πόλεμο.
 
Τι σημαίνει για εσάς η Κωνσταντινούπολη;

Stefan Arsenijevic: Πριν γυρίσω αυτή την ταινία, ήταν ένα μέρος που ποτέ δεν είχα επισκεφθεί, αλλά αποτελούσε ένα κομμάτι της πολιτιστικής και ιστορικής παιδείας και κληρονομιάς μου. Τώρα πια είναι μια πόλη που έχω αγαπήσει και έχω κάνει μερικούς καλούς φίλους. Αυτή η εθιστική ατμόσφαιρα της, που την έζησα στους έξι μήνες των γυρισμάτων και της παραγωγής, εξακολουθεί να με συνεπαίρνει. Άσε που όλη εκείνη η διαδικασία ήταν για μένα μια περιπέτεια.
 
Aida Begic: Η Κωνσταντινούπολη είναι η Πόλη. Τεράστια, περίπλοκη, μπερδεμένη: όμορφη και άσχημη, ζεστή και κρύα, φιλική και απρόσιτη. Πιστεύω ότι ποτέ δεν θα καταφέρω να μάθω τόσα γι’ αυτήν ώστε να μπορέσω να καθορίσω τη σχέση μου μαζί της.
 
Για ποιο λόγο δεχτήκατε να συμμετάσχετε σε αυτό το πρότζεκτ;

S.A.: Πρώτα απ’ όλα για τον καλλιτεχνικό διευθυντή του, τον Χουσείν Καράμπεϊ. Είναι επίσης σκηνοθέτης, τον οποίον γνώρισα όταν το 2008 ταξιδεύαμε μαζί στα φεστιβάλ, σε όλο τον κόσμο, με τις πρώτες ταινίες μας: η δική μου ήταν η “Αγάπη και άλλα εγκλήματα” και η δική του “Είσαι ο Μάρλον μου και ο Μπράντο μου”. Τον πρωτοσυνάντησα στο Φεστιβάλ Βαρσοβίας, και αφού είδα την ταινία του, περάσαμε το υπόλοιπο βράδυ μιλώντας για ταινίες και ζωή, πίνοντας κρασί και διασκεδάζοντας μετά στα πάρτι του φεστιβάλ. Με λίγα λόγια, γίναμε αμέσως φίλοι. Ο άλλος λόγος είναι ότι λατρεύω να συμμετάσχω σε σπονδυλωτές ταινίες. Αυτή είναι η τρίτη μου. Ως σκηνοθέτης είσαι πάντοτε μόνος σου. Οι σπονδυλωτές ταινίες σου προσφέρουν την ευκαιρία να συνεργάζεσαι με άλλους σκηνοθέτες για τη δημιουργία τους. Λατρεύω αυτή την εμπειρία. Κάποιες φορές είναι ένα στοίχημα που δεν ξέρεις αν θα πετύχει, κάποιες άλλες σε ανταμείβει όλη αυτή η διαδικασία. Σε κάθε περίπτωση όμως είναι μια εμπειρία. Η οποία πάντοτε καταλήγει με δυνατές φιλίες που δημιουργούνται, στην περίπτωση της “Αξέχαστης Πόλης” είναι ο Στέργιος Νιζήρης, η Ιωσηφίνα Μαρκαριάν και η Άιντα Μπέγκιτς. Εάν δεν δούλευα σε αυτή την ταινία μπορεί να μην τους γνώριζα ποτέ, και ότι έγινε αυτό για εμένα είναι σημαντικό.
 
A.B.: Ο Χουσείν Καράμπεϊ ήταν ο λόγος. Μου άρεσε η ιδέα του πρότζεκτ και το πώς όλο αυτό ξεκίνησε, με την ιστορία των Καράμπεϊ και Μάρκαρη και το κοινό τους σπίτι. Αυτή η ιστορία με έκανε να κλάψω. Ακόμη, ότι ο Καράμπεϊ προσκάλεσε για το πρότζεκτ αξιοσέβαστους σκηνοθέτης, επομένως όλα έμοιαζαν να είναι σοβαρά και επαγγελματικά, κι έτσι θέλησα να λάβω μέρος.
 
Από πού εμπνευστήκατε τη μικρού μήκους ιστορία σας;

S.A.: Βασίστηκα εντελώς στο ένστικτο μου για να κάνω την ταινία αυτή. Πριν δουλέψω για την ταινία, και ενώ δεν είχα επισκεφθεί ποτέ μου την Πόλη, έγραφα μια ιστορία γι’ αυτήν χωρίς καν να την έχω δει! Φανταζόμουν την Πόλη μια μεγάλη, ζωηρή πόλη όπου μπορούν να συμβούν μαγικά πράγματα. Αυτό τελικά αποδείχθηκε αληθές. Επιρροή μου ήταν επίσης ένα μικρό διήγημα του αγαπημένου μου συγγραφέα, του Χούλιο Κορτάσαρ. Υπάρχουν στιγμές όπου στην πραγματικότητα συμβαίνουν πράγματα τόσο διαφορετικά απ’ όσο τα είχαμε φανταστεί. Μαγικά πράγματα που είναι ανεξήγητα. Βέβαια αυτά μας δίνουν μια πιο βαθιά οπτική της πραγματικότητας. Πιστεύω ότι αυτού του είδους η καθημερινή μεταφυσική είναι ένα πολύ βαλκανικό ζήτημα, για την ακρίβεια είναι ο τρόπος με τον οποίο βλέπουν οι Βαλκάνιοι τα πράγματα. Έτσι, θέλησα να παίξω με αυτό το συναίσθημα όταν έγραφα το σενάριο για την Πόλη. Θέλησα να παίξω με τη λεπτή γραμμή μεταξύ πραγματικότητας και φαντασίας, ένα συναίσθημα που πολλές φορές έχω νιώσει στη ζωή μου. Ειλικρινά δεν ξέρω πότε σταματάει η πραγματικότητα και ξεκινάει η φαντασία. Με τα πολλά έφτιαξα έναν κεντρικό χαρακτήρα, συγχυσμένο και απορροφημένο από το πρόβλημα του (όσο μακριά κι αν ταξιδέψεις, ποτέ δεν πρόκειται να ξεφύγεις από το πρόβλημα σου), που όμως καταφέρνει τελικά να συμβιβαστεί μαζί του και να το αντιμετωπίσει στην Πόλη, με έναν πολύ περίεργο τρόπο. Τι σημαίνει όταν βλέπεις κάποιον που έχεις χάσει πολλά χρόνια πριν, στο πρόσωπο ενός εντελώς ξένου σε μια ξένη χώρα;
 
A.B.: Ένιωσα ότι θα είχε ενδιαφέρον να τοποθετήσω την ιστορία μου σε μια μητρόπολη σαν αυτήν, με χαρακτηριστικές σκηνές και πράξεις που θα μπορούσες να βρεις εκεί. Σαν μια διαφορετική ματιά, επέλεξα να ασχοληθώ με αυτό το αόρατο εμπόδιο που διχάζει την Πόλη σε δυο κομμάτια. Αυτό το εμπόδιο είναι τόσο ισχυρό που μου υπενθύμισε το κομμάτι των διαφορετικών αρχών, των διαφορετικών κόσμων αν θες που συνυπάρχουν αλλά ποτέ δεν βγαίνουν εντελώς στην επιφάνεια οι διαφορές τους –κόσμοι αντρών και γυναικών, εκεί που γίνεται η μάχη του ορθολογισμού με τον παραλογισμό, αλλά και που μπλέκεται η φυσική με τη μεταφυσική, η Ανατολή με τη Δύση κλπ… Τέτοιου είδους και ύφους διχασμούς μπορεί να βρει κανείς οπουδήποτε, από το πιο μικρό μέχρι το πιο μεγάλο γεγονός. Ο Οθέλος του Σαίξπηρ είναι ένας από τους πιο καλά δομημένους και παράξενα διχασμένους ήρωες της λογοτεχνίας. Ο Οθέλος λοιπόν στην Πόλη, μέσα από μια -λογικά γυναικεία προσέγγιση- όπως διαμορφώνεται αργά μέσα από την ιστορία μου “Otel(o)”.
 
Διαπιστώσατε αν η θρησκεία έχει σημαντικό ρόλο στην καθημερινή ζωή της Κωνσταντινούπολης;

S.A.: Δεν μου δόθηκε αυτή η εντύπωση, ειδικώς από τους ανθρώπους που γνώρισα αλλά και που έκανα παρέα.
 
A.B.: Η Κωνσταντινούπολη είναι μια τόσο περίπλοκη πόλη, με τόσο διαφορετικούς ανθρώπους να ζουν εκεί, ώστε δεν μπορώ να πω με σιγουριά αν η θρησκεία παίζει έναν κάποιο ρόλο ή όχι στη ζωή τους εκεί. Για κάποιους ανθρώπους προφανώς παίζει, για μερικούς άλλους σίγουρα όχι.
 
Θα χαρακτηρίζατε την Κωνσταντινούπολη μια πολυπολιτισμική πρωτεύουσα; Ακόμη, θα τις προσδίδατε στοιχεία ερωτισμού στην ατμόσφαιρα της;

S.A.: Η Ιστορία της πόλης είναι πολυπολιτισμική και νομίζω ότι αυτή τη διάσταση την πετύχαμε στην ταινία μας. Στις ημέρες μας, νιώθω ότι πρόκειται για ένα μέρος όπου η Ανατολή συναντάει τη Δύση με έναν πολύ συγκεκριμένο και ιδιαίτερο τρόπο. Κι όπως συμβαίνει στη Σερβία, ή οπουδήποτε αλλού στον κόσμο που υπάρχει μια τέτοιου είδους κρίση, λαμβάνει χώρα μια μάχη μεταξύ του εθνικισμού και των ανοιχτών οριζόντων. Λέγοντας την αλήθεια στον εαυτό σου και μένοντας ανοιχτός σε κάθε καινούριο την ίδια στιγμή, βρίσκεσαι σε πολύ δύσκολη θέση την οποία θα πρέπει να διαχειριστείς σωστά. Αυτό ακριβώς το ζήτημα ταλαιπωρεί ολόκληρα έθνη και λαούς. Θέλει προσπάθεια. Και τελικά ναι, είναι πολυπολιτισμική πόλη η Κωνσταντινούπολη. Και ερωτική –σίγουρα! Έχει κάτι το έντονα ερωτικό η ατμόσφαιρα της. Και αυτός είναι ένας από τους βασικούς λόγους που την κάνουν εθιστική.
 
A.B.: Η πολυπολιτισμικότητα μιας πόλης δεν καθορίζεται από τις πόσες εθνικότητες ζουν εκεί αλλά από τις καρδιές και τα μυαλά των ανθρώπων που την κατοικούν. Ο 21ος αιώνας, δυστυχώς, αποτελεί τη χρονική στιγμή όπου η πολυπολιτισμικότητα κλυδωνίζεται σε όλο τον κόσμο. Ζούμε λοιπόν με την ελπίδα να μπορέσουμε να την υπερασπιστούμε, ο καθένας όσο καλύτερα μπορεί. Όσο για τον ερωτισμό που με ρωτάς… Για μένα, περισσότερο ερωτική πόλη είναι η Κωνσταντινούπολη παρά το Παρίσι, ας πούμε, και αυτό ίσως έχει να κάνει με το φαγητό και τη θάλασσα που υπάρχει.

*Η συνέντευξη δημοσιεύτηκε στο κινηματογραφικό πόρταλ www.sevenart.gr (25-9-13).