8 Φεβ 2013

Συνέντευξη του 'Αγγελου Κοβότσου


Στον Νέστορα Πουλάκο 

Με τον Άγγελο Κοβότσο, όπως και με τον συνεργάτη του Γιώργο Πουλίδη, έχουμε γνωριστεί στο Φεστιβάλ Δράμας, αρκετά χρόνια τώρα, εξαιτίας της σημαντικής δουλειάς που κάνουν στους Δήμους Αθήνας και Κηφισιάς. Σεμινάρια σε δημότες που καταλήγουν σε μικρού και μεγάλου μήκους ταινίες μυθοπλασίας και ντοκιμαντέρ. Μικρά διαμαντάκια, εν ολίγοις. Σημαντικό όμως είναι και το πρότζεκτ που σχεδιάζανε καιρό, για το ιδιαίτερο και εντελώς διαφορετικό και μουσικό συγκρότημα encardia. Ένα ντοκιμαντέρ που έγινε πραγματικότητα και στα αποκαλυπτήρια του στο περυσινό Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης έλαβε το πολυπόθητο βραβείο κοινού. Και μετά από πολλές προβολές και βραβεία σε φεστιβάλ παγκοσμίως, το ντοκιμαντέρ του Άγγελου Κοβότσου “encardia: η Πέτρα που χορεύει” παίζεται από αυτή την Πέμπτη 1 Νοεμβρίου στους κινηματογράφους όλης της χώρας. Ο Άγγελος Κοβότσος μίλησε στο SevenArt για τη μαγευτική πανδαισία μουσικών και χρωμάτων που έζησε σε όλη την περίοδο των γυρισμάτων της ταινίας, με το συγκρότημα encardia, αλλά και για την ταινία του που έχει αγαπήσει το κοινό όπου κι αν έχει προβληθεί. 

Από τι εμπνευστήκατε ώστε να ακολουθήσετε το συγκρότημα encardia και να το κινηματογραφήσετε; 

Η αφορμή ήταν μια πρόταση που μου έγινε από τον Γιώργο Πουλίδη, παραγωγό της ταινίας και τον Κώστα Κωνσταντάτο, στέλεχος των encardia, το 2010. Η ιδέα ήταν ν’ ακολουθήσουμε και να καταγράψουμε με την κάμερα ένα οδοιπορικό της μπάντας των encardia στην περιοχή της Απουλίας στη Νότια Ιταλία. Η έμπνευση, όμως, που έχει να κάνει με τη σεναριακή ιδέα και τη σκηνοθετική ματιά, προέκυψε από την ιδιαίτερη σχέση/αγάπη/αφοσίωση που έχω στη ‘γλώσσα’. Θεωρούσα πάντοτε συναρπαστικό το γεγονός ότι ‘η λέξη’ είναι ένα όχημα που φέρει ιστορικό βάρος αιώνων και μεταφέρει στο σήμερα το χτες. Πράγματι τα “griko” (διάλεκτος που βασίζεται στην αρχαία και στη νέα ελληνική του βυζαντίου, με προσμίξεις ιταλικών) που κυριαρχούσε στην περιοχή αυτή αλλά και στην Καλαβρία, δε μιλιέται πια παρά μόνο από κάποιους “παλιούς”. Ακολουθεί τη μοίρα των τοπικών διαλέκτων της Ιταλίας, που χάνονται μετά τη λήξη του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Εντέλει δεν πρόκειται για μια μουσική ταινία, αλλά για μια ταινία πάνω στη γλώσσα. Πρόθεσή μας ήταν να πούμε πως “η μουσική και η ποίηση είναι το μέσον για τη διάσωση της γλώσσας, που ως όργανο προφορικής επικοινωνίας τείνει να εξαφανιστεί”. Ντόπιοι μουσικοί και ποιητές πασχίζουν να διασώσουν τα griko μέσα από την τέχνη τους. Και έρχονται οι encardia να συναντηθούν μαζί τους, να ανταλλάξουν ιδέες, νότες και στίχους στη συγκεκριμένη γλώσσα κι έτσι να συμβάλλουν στη διάσωση και στην εξέλιξή της μ’ έναν άλλο τρόπο. 

Ποιο είναι αυτό το στοιχείο που ξεχωρίζει το συγκρότημα και τη μουσική του από τα υπόλοιπα σύνολα στην Ελλάδα και παγκοσμίως; 

Γι’ αυτό δεν είμαι ο αρμόδιος να απαντήσω. Μπορώ να πω όμως ότι με συγκινεί ό, τι θα συγκινούσε τον όπου γης ακροατή: όταν συνδυάζεται με δημιουργικό τρόπο η λαϊκή (παραδοσιακή) μουσική με μια ιδιαίτερη γλώσσα και με έναν ιδιαίτερο προσωπικό ύφος τότε απογειώνεται και ταξιδεύει παγκοσμίως, απομακρύνοντάς μας από την κλισαρισμένη ηχορύπανση των playlists. Για παράδειγμα το “Santu Paulu” των encardia, σε μουσική Βαγγέλη Παπαγεωργίου και στίχους Κ. Κωνσταντάτου (δύο βασικοί συντελεστές του συγκροτήματος): Μια δημιουργική παρέμβαση στην ταραντέλα, ιδιοφυής ενορχήστρωση, χρήση στίχου σε τρεις γλώσσες (griko, ελληνικά, ιταλικά) που γίνονται μία. Το επισημαίνει και ο μουσικολόγος Ντανιέλε Ντουράντε στην ταινία. 

Πως ήταν το κλίμα στα χωριά της Κάτω Ιταλίας; Πόσο κοντά μας αισθάνονται οι κάτοικοι της περιοχής; 

Σαν αγαπημένοι συγγενείς που μετανάστευσαν και ανταμώνουμε ξανά μετά από χρόνια. Ήταν συγκινητικές οι στιγμές της επιστροφής. Φέτος το καλοκαίρι πήραμε την ταινία “υπό μάλης” και την παίζαμε στις πλατείες των χωριών (Κalimera, Sternatia, Corigliano). Οι άνθρωποι που είχαν συμμετάσχει στην ταινία, όπως ο Franco Corliano, ποιητής και μουσικός που έγραψε το “Andra Mou Paei”, ήταν εκεί για να μας αγκαλιάσουν, να συγκινηθούν να τραγουδήσουν με τους encardia. 

Εντέλει, η μουσική και ειδικώς αυτή η διονυσιακή έκσταση που επιτυγχάνουν οι encardia μπορούν να μας αποσπάσουν από τη θλιβερή εικόνα της γενικευμένης κρίσης στη χώρα μας; 

Οτιδήποτε δημιουργικό και καινοτόμο μπορεί να μας αποσπάσει από την δύσκολη κατάσταση στην οποία έχουμε βρεθεί. Και όχι μόνο (να μας αποσπάσει): Η τέχνη διαμορφώνει συνειδήσεις, γιατί με έναν μοναδικό τρόπο οδηγεί μέσω του συναισθήματος στην διέξοδο του μυαλού. Με λίγα λόγια καλλιεργεί το πνεύμα. Και η καλλιέργεια του πνεύματος είναι το καλύτερο όπλο απέναντι στο δαρβινικό πιθηκισμό της “επίλυσης” κοινωνικών προβλημάτων μέσω της βίας. 

Τι σημαίνει για εσένα και την ταινία το βραβείο κοινού στο Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης; 

Για την ταινία, κι αυτό είναι το σημαντικό, σημαίνει μια διευκόλυνση στην πρόσβασή της στο ευρύτερο κοινό, αφού αυτή η παραγωγή είναι απολύτως αυτοχρηματοδοτούμενη. Για εμένα σημαίνει την επιβράβευση μιας πορείας ενασχόλησης με το ντοκιμαντέρ επί 28 συναπτά έτη. Με τιμά δε πολύ περισσότερο το γεγονός ότι το βραβείο μου το χάρισε το κοινό. Άρα σημαίνει αυξημένες ευθύνες. 

Έχετε ως ομάδα επόμενα κινηματογραφικά σχέδια; Θα συνεχίσετε να κάνετε ντοκιμαντέρ γι' αυτά τα ιδιαίτερα πράγματα που συμβαίνουν καθημερινά γύρω μας; 

Γενικότερα όμως έχουμε τα αυτιά και τα μάτια μας ανοιχτά. Γι’ αυτό κάνουμε ντοκιμαντέρ. Προς το παρόν ασχολούμαστε, κυρίως ο παραγωγός Γιώργος Πουλίδης, που χωρίς αυτόν δεν θα γινόταν αυτή η ταινία, με τη διανομή, που είναι μια διαδικασία ιδιαίτερα επίπονη. Ελπίζουμε να καταφέρουμε στο μέλλον να δημιουργήσουμε μια σειρά για την τηλεόραση, αξιοποιώντας και το υλικό που διαθέτουμε από τα γυρίσματα της ταινίας (120 ώρες), αλλά και με επιπλέον γυρίσματα. Έχουμε ήδη υποβάλει σχετική πρόταση στη δημόσια τηλεόραση. 

*Η συνέντευξη δημοσιεύτηκε στο κινηματογραφικό πόρταλ www.sevenart.gr (29-10-12).