14 Μαρ 2013

Ταινίες 15-3-2013 στο SevenArt.gr


Του Νέστορα Πουλάκου 

Περιπολία (6/10) 

Να μια ιδιαίτερη και πρωτότυπη ταινία σε όλα τα επίπεδα. Τι κι αν έχει ένα πόστερ και ένα τρέιλερ που την αδικούν; Η «Περιπολία» δεν είναι μια κλασική αμερικανική αστυνομική περιπέτεια. Θυμίζει τη «Μέρα εκπαίδευσης», άλλωστε ο σκηνοθέτης της ήταν ο σεναριογράφος της ταινίας του Φουκουά, αλλά η σχέση τους σταματάει στα προφανή. Κι αυτό γιατί δεν ξεχωρίζει για τη δράση της αλλά για τη δοκιμιακή αντιμετώπιση της δουλειάς δυο νέων αστυνομικών και, φυσικά, για την υπέροχη found-footage σκηνοθεσία της. Με την κάμερα στο χέρι του ενός αστυνομικού, που κινηματογραφεί τη δουλειά του, και εμάς θεατές πρωτίστως μέσω αυτής και δευτερευόντως μέσω του πραγματικού σκηνοθέτη της ταινίας, τις εξαιρετικές ερμηνείες των Τζέικ Τζίλενχαλ και Μάικλ Πένα και εννοείται του σεναρίου που παρά τα όποια κλισέ του, επιλέγει την ήσυχη καταγραφή της καθημερινότητας χωρίς να παραλείπει τις ανατροπές της, έχουμε μια δυνατή και πολύ δυναμική ταινία που ανατρέπει το μύθο-κλισέ της αστυνομικής ταινίας. Με μόνα της φάουλ το συνεχές «fuckin’» που μας τρυπάει τα αυτιά αλλά και τους κλασικούς κακούς, τους μαφιόζους πορνείας και ναρκωτικών ισπανικής καταγωγής, και παρά την, με κομμένη την ανάσα, τελική της έκβαση, το τέλος της είναι σπαρακτικό αλλά συνηθισμένο, η ταινία του Άγερ πρωτοτυπεί, ανατρέπει τα καθέκαστα και αποδιώχνοντας την ταμπέλα της αμερικανιάς, προσφέρει πραγματικό σινεμά σε όλα τα επίπεδα. 

Η Επίθεση (5/10) 

Μια δύσκολη ταινία που προκύπτει από το δημοφιλές μυθιστόρημα της Γιασμίνα Χάντρα (κυκλοφορεί στα ελληνικά από τις Εκδόσεις Καστανιώτη), φέρνει στο επίκεντρο έναν διακεκριμένο Ισραηλινό-παλαιστίνιο γιατρό και τις επιπτώσεις που έχει στη ζωή του το γεγονός του θανάτου της γυναίκας του: ήταν μαχήτρια στον αγώνα των Παλαιστινίων εναντίων των Ισραηλινών και πέθανε θέτοντας σε λειτουργία μια βόμβα που είχε πάνω της, σε δημόσιο χώρο. Φυσικά του το έκρυβε επί 15 χρόνια έγγαμου βίου. Παρόλα τα προφανή σκηνοθετικά της προβλήματα, η ταινία του Ντουεϊρί βασίζεται σε ένα συμπαγές και ενδιαφέρον σενάριο, αλλά και σε μια εξαιρετική ιστορία για τον κινηματογράφο. Μελετάται η αιματηρή διαμάχη των δυο λαών, αφενός σε πολιτικό και πολεμικό επίπεδο και αφετέρου σε προσωπικό, που είναι και το πιο δυνατό σημείο της εξέλιξης. Το δράμα του γιατρού μας αγγίζει, καθότι είναι πανανθρώπινο, και ειδικώς αν έχει να κάνει με αξίες όπως η εμπιστοσύνη, η προδοσία, η αγάπη και η πίστη στα ιερά δεσμά του γάμου. Εδώ, το προσωπικό γεγονός μιας μορφής «απιστίας» συγκρούεται με τον κοινωνικό αγώνα και με άλλες αξίες, όπως είναι η συνείδηση της πατρίδας και η ιερότητα της μάχης για την απελευθέρωση. Και η επιμονή του γιατρού να βρει απαντήσεις μετά θάνατον, προσκρούουν στη ματαιότητα του γεγονότος και της ίδιας της κατάστασης. Πρόκειται για ένα πολύ ενδιαφέρον σινεφίλ δράμα, που αν δεν είχε αυτή τη σκηνοθετική νωχελικότητα, τώρα θα μιλούσαμε για μια εξαίσια ταινία, δεδομένων και των μηνυμάτων που φέρει. 

Τα Παιδιά του Πολέμου (5/10) 

Θα μπορούσε να ιδωθεί και ως μια ακόμη ιστορία που βγαίνει, έστω και 60 χρόνια μετά, από τα σπλάχνα του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Και όπως καλά ξέρετε, με αυτές τις ιστορίες που ανασύρονται τρεις-τρεις κάθε χρόνο ακόμα (φανταστείτε, για εμάς που δεν ζήσαμε εκείνα τα χρόνια, τι τραγικά και αναρίθμητα γεγονότα εκτυλίχθηκαν τότε), έχω τις αντιρρήσεις μου αναφορικά με τη θέση τους στο σημερινό κινηματογραφικό/ κοινωνικό χάρτη. Όμως αυτή η γερμανική παραγωγή έχει την τραγικότητα της, καθότι ανακατεύεται με παιδιά και, δη, από την πλευρά των Ναζί. Τι φταίνε άραγε η Λόρε και τα αδέρφια της που ο πατέρας τους ήταν σφαγέας των SS; Αυτό εξετάζει η ταινία της Σόρτλαντ, καθώς και τον αγώνα επιβίωσης των μικρών αυτών παιδιών από τα χέρια των αιμοσταγών (ναι! φυσικά και υπήρξαν) συμμάχων που απελευθέρωναν την Ευρώπη. Ανθρωποκεντρική ματιά, αγώνας και δίψα για ζωή, ειδικώς αν αυτή έχει να κάνει με παιδιά που δεν φταίνε για τα λάθη και τις επιλογές των γονιών τους, ώστε να στιγματιστούν ή και να πεθάνουν γι’ αυτά. Δυνατό δράμα προσώπων, που έτσι και μπορείτε ακόμη να ανατρέχετε στον αιματηρό εκείνο πόλεμο, θα σας συγκλονίσει. 

Σαββατοκύριακο στο Hyde Park (4/10) 

Καιρό είχαμε να δούμε ένα ανάλατο πραγματικό γεγονός, εγγλέζικης αισθητικής και αντίληψης, που μας τα λέει τόσο παρωχημένα και βαρετά που δεν βρίσκουμε το λόγο γιατί γυρίστηκε. Αλά Τζέιμς Άιβορι, ο Ρότζερ Μίτσελ μεταφέρει στην οθόνη τη συνάντηση του Ρούζβελτ και του βασιλιά της Αγγλίας, επικεντρώνοντας όχι τόσο στην ουσία της συνάντησης και στο χαώδες παγκόσμιο σκηνικό του 1939 (λίγο πριν την έκρηξη του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου), όσο στην οικογενειακή, ερωτική και σχεσιακή κατάσταση του Ρούζβελτ με διάφορες γυναίκες και το τι στο καλό είχε στο κεφάλι του την ώρα που η Ευρώπη αγκομαχούσε. Μια παραγωγή που θυμίζει χίλια δυο που θέλουμε να ξεχάσουμε, όπως για παράδειγμα ότι φέρνει σε τηλεταινία του BBC, καλής αλλά γρήγορης κατασκευής δηλαδή, ενώ αν δεν διέθετε τις πολύ καλές ερμηνείες του Μπιλ Μάρεϊ και της Λόρα Λίνεϊ, αυτή τη στιγμή θα μιλούσαμε για ένα γεγονός που θα έπρεπε να είχε μείνει στα κατάστιχα της Ιστορίας και όχι φυσικά να γίνεται και ταινία. Δεν νομίζω ότι θα μπείτε στη λογική της ταινίας, η οποία παρά τα θετικά της σημεία δεν έχει να πει ούτε να ψιθυρίσει κάτι αξιοπρόσεχτο και αξιομνημόνευτο στον Έλληνα θεατή. 

Ακάλυπτος (3/10) 

Οι ελληνικές ταινίες από τότε που ανάγονται σε εμπορικές παραγωγές «που κάνουν εισιτήρια» χάνουν τον έλεγχο, την αίσθηση του μέτρου και γενικά χάνουν τ’ αυγά και τα πασχάλια. Στη συγκεκριμένη ταινία, που απ’ ό,τι φαίνεται τίποτε δε λειτούργησε σωστά, οι συντελεστές είχαν από πάνω να αναμετρηθούν και με το τέρας που λέγεται «τηλεοπτικός Ακάλυπτος», τουτέστιν οι Καφετζόπουλος και Παρτσαλάκης εν δράσει. Κι αν ο Σκιαδαρέσης έδωσε μια αξιοπρεπή ερμηνεία ως Τίγρης-οδοντίατρος, ο Φιλιππίδης βρισκόταν συνεχώς εκτός τόπου και χρόνου, μ’ αποτέλεσμα η απουσία του Καφετζόπουλου, όπως και η συνεχής παρουσία της εικόνας του στο μυαλό μας, να είναι κάτι παραπάνω από ορατή. Από κει και πέρα, ούτε το σινεφίλ χέρι του Δήμα απέδωσε τα αναμενόμενα, ενώ το άρρυθμο και άνευρο σενάριο αποδείχθηκε πολύ λίγο μπρος στο πετυχημένο παραλήρημα της τηλεοπτικής σειράς. Εν ολίγοις, έτσι και εξαιρέσουμε δυο-τρεις σκηνές καλού γέλιου, έχουμε να κάνουμε με μια κινηματογραφική σάχλα που ουσιαστικά δεν έχει κανένα λόγο ύπαρξης, πέρα από τον προφανή. 

Ένα Πλοίο για την Παλαιστίνη (2/10) 

Σ’ αυτή τη θέση είχα ξαναβρεθεί το 2009, όταν χρειάστηκε να γράψω για τη "Σκόνη του Χρόνου" του Θόδωρου Αγγελόπουλου, μια πολύ μέτρια ταινία είναι η αλήθεια, ενός σπουδαίου δημιουργού (τότε στην εφημερίδα Απογευματινή). Σήμερα ξαναβιώνω το ίδιο συναίσθημα: πώς μπορώ να γράψω αρνητικά σχόλια για ταινία του εξίσου σπουδαίου Νίκου Κούνδουρου; Κι όμως, τι άλλο να γράψεις γι’ αυτό το ιστορικό, πολιτικό, κοινωνικό και συνομωσιολογικό, ερωτικό και μυστηριακό παραλήρημα του σκηνοθέτη του "Δράκου" και της "Μαγικής Πόλης"; Στην ίδια αμηχανία βρέθηκα βλέποντας και την ταινία. Δεν καταλάβαινα τι γινόταν, σε τι εποχή διαδραματιζόταν η ιστορία, και βασικά που το πήγαινε ο σκηνοθέτης. Με ένα πλοίο γεμάτο όπλα στο φόντο, ξεδιπλώνεται η υπεράσπιση του αγώνα των Παλαιστινίων, η εκμετάλλευση των Ανατολικοευρωπαίων γυναικών και ένα σωρό άλλα πράγματα που έτσι και επιμένεις δεν θα βρεις καμία συνοχή μεταξύ τους. Μου είναι δύσκολο καθότι ο Κούνδουρος μου ενίσχυσε τη σινεφιλία με τις αξέχαστες ταινίες του, όμως το "Πλοίο για την Παλαιστίνη" είναι μια ομολογουμένως κακή, ασύνδετη και παραληρηματική ταινία, που αν έχει ένα κάποιο μήνυμα αυτό δυστυχώς χάνεται στην πορεία αυτού του δυσβάσταχτου δίωρου.