21 Μαρ 2013

Ταινίες 21ης Μαρτίου 2013 στο SevenArt.gr


Του Νέστορα Πουλάκου 

Δεν Κρατιέμαι (7/10) 

Σαν να ξαλάφρωσα τελικά και να βρήκα τον εαυτό μου ως θεατή του Αλμοδόβαρ. Με την ταινία αυτή γύρισα δεκαετίες πίσω, σε εκείνη του 1980 μέχρι τα μισά του 1990, για να διασκεδάσω, να γελάσω και να χαρώ ξανά με τις εξτραβαγκάντσες του Ισπανού σκηνοθέτη. Με τόσο πομπώδη μελοδράματα που μας μπούκωσε και τέτοιες υπερβολικές, φανταστικές ιστορίες που κατάπιαμε όλα αυτά τα χρόνια, την ταινία αυτή σαν να την είχαμε ανάγκη. Ουσιαστικά ο Ισπανός δημιουργός πραγματοποιεί ένα φλας μπακ στην καριέρα του και θυμάται τα έξαλλα ‘80s όπου όλοι οι θεόμουρλοι -του περιθωρίου- άνθρωποι χωρούσαν σε ένα του κάδρο. Στο «Δεν Κρατιέμαι» η ιστορία εκτυλίσσεται στον αέρα, εν πτήση δηλαδή, όπου μέσα στο αεροπλάνο το οποίο κάνει συνεχώς γύρους πάνω από τη Μάλαγα γαμιούνται, χαπακώνονται, μαστουρώνουν, μεθάνε, εξομολογούνται και αυτοψυχαναλύονται οι επιβάτες και το πλήρωμα του. Πολυτελείς πόρνες, παρθένες μέντιουμ, gay αεροσυνοδοί, συνειδητοποιημένοι και μη bisexual πιλότοι, πληρωμένοι δολοφόνοι και βαποράκια, τραπεζίτες μπλεγμένοι σε οικονομικά σκάνδαλα και κυνηγημένοι διάσημοι ηθοποιοί κ.ά., συνθέτουν το πιο τρελό, πολύχρωμο, έξαλλο κινηματογραφικό σύμπαν, που μπορεί εκ πρώτης να σας φανεί εύπεπτο, σε δεύτερο επίπεδο όμως κρύβει την αυθεντική παραληρηματική διασκέδαση μιας διαφορετικής ευρωπαϊκής κινηματογραφίας άλλης εποχής. 

Σκηνοθετώντας την Κόλαση (6/10) 

Πάντοτε ήμουν επιφυλακτικός με το ντοκιμαντέρ. Θεωρώ ότι εύκολα εκπίπτει. Ωραιοποιεί, ηρωοποιεί, αγιοποιεί, εν γένει ποιεί χωρίς να είναι καλό αυτό απαραίτητα. Επίσης, υπάρχει και το συχνό φαινόμενο να τηλεοπτικίζει, μια και ως είδος έχει μεταφερθεί από τον κινηματογράφο στη μικρή οθόνη. Γίνεται ευκολότερα, με λιγότερα χρήματα, και χαμηλές προσδοκίες. Άλλωστε στο τηλεοπτικό κοινό απευθύνεται, κι όχι στο σινεφίλ που είναι πιο αυστηρό. Σου κάνω τον πρόλογο, για να σου πω τι δεν είδα τίποτε από τα παραπάνω στο “Directing Hell”. Ειλικρινά, έμεινα έκπληκτος. Παρακολούθησα μια αυστηρά δομημένη βιογραφία του Νίκου Νικολαΐδη, που παρεμπιπτόντως πάντοτε εκτιμούσα το καλλιτεχνικό του ήθος, η οποία επικεντρώνεται αποκλειστικά στο κινηματογραφικό του έργο. Παρουσιάζονται όλες του οι ταινίες, από την τελευταία προς την πρώτη του. Μέσω αυτής της σειράς παρακολουθείς ότι έχουν να πουν βασικοί του συνεργάτες, συντελεστές και ηθοποιοί, στενοί του φίλοι και αγαπημένοι συνοδοιπόροι σε αυτή τη 40χρονη κινηματογραφική του πορεία. Το ντοκιμαντέρ του Χουλιάρα (πρωτοεμφανιζόμενος, πλέον ταλαντούχος, σκηνοθέτης) δεν εκβιάζει συγκίνηση, δεν αγιοποιεί τον Νικολαΐδη. Οι πιστοί, οι λάτρεις του σπουδαίου αυτού σκηνοθέτη θα συγκινηθούν στα σίγουρα. Οι υπόλοιποι θα πρέπει να τον μάθουν πρώτα… Όσο για την αγιοποίηση : θα παρακολουθήσεις κι εκείνους που θα σου πουν για το δύστροπο χαρακτήρα του, την όλο εντάσεις επαγγελματική τους συνεργασία, την εν γένει συμπεριφορά του. Όχι βέβαια με κακόβουλο τρόπο, ούτε με ειρωνικό. Οι Χουλιάρας και Πάσχος (επίσης πρωτοεμφανιζόμενος και ταλαντούχος σκηνοθέτης, με πλούσια φιλμογραφία στη μικρού μήκους ταινία), που έγραψαν το σενάριο, έκαναν όντως μια καταπληκτική δουλειά. Γιατί ακριβώς είναι πλήρης, περιεκτική, ολοκληρωμένη. Όπως επίσης και η σκηνοθεσία του Χουλιαρά. Είναι μεστή, μινιμαλιστική, ακριβής, και ιδιαίτερη στην προσέγγιση της. Για να καταλάβεις, δεν υπάρχει ούτε ένα στατικό πλάνο (φωτογραφίες δηλαδή), που βλέπεις συχνά (κι αφελώς) σε ντοκιμαντέρ. Με ένα 10λεπτο πλάνων από making of, τηλεοπτικές εκπομπές, φεστιβάλ, και λοιπές εκδηλώσεις διάσπαρτα στο φιλμ, συμπληρώνονται σχεδόν 75 λεπτά ενός πολύ καλού ντοκιμαντέρ. Σου μιλάω ειλικρινά, το “Directing Hell” για τον Νίκο Νικολαΐδη είναι μια άρτια ταινία τεκμηρίωσης, αντάξια του έργου και της προσωπικότητας του προσώπου που παρουσιάζει. Πολλά μπράβο σε όλους. 

Ο Ρόμπερτ Μίτσαμ Είναι Νεκρός (5/10) 

Μια ταινία τριετίας που μας έφτασε από τα αζήτητα της γαλλικής παραγωγής, για να μας αποδείξει περίτρανα πόσο σημαντική επιρροή έχει πρωτίστως το σινεμά του Καουρισμάκι και δευτερευόντως εκείνο του Τζάρμους και του Ντέιβιντ Λιντς. Το σκηνοθετικό ντεμπούτο των Γάλλων Μπαμπινέ και Κιν μπορεί να είναι εντυπωσιακό και φυσικά ελπιδοφόρο, πάσχει όμως από έλλειψη προσωπικής γραφής. Εντούτοις, μόνο θετικά μπορούμε να δούμε αυτή την ιδιότυπη προσπάθεια. Κατά την οποία ένας «κολλημένος» με το αμερικανικό σινεμά τύπος ξεκινάει με έναν άκρως ιδιαίτερο νέο που φέρνει στον κινηματογραφικό ήρωα που έχει στο μυαλό του για την ταινία που θέλει να κάνει, σε ένα road trip για την εξεύρεση παραγωγού, από το Βέλγιο στην Πολωνία και από εκεί στη Νορβηγία και τον αρκτικό κύκλο. Κινηματογραφικές περσόνες και μοιραίες γυναίκες, άκυροι τύποι σε κωμικοτραγικά περιστατικά και περίεργες φιγούρες συνθέτουν το σινεφιλικό σύμπαν των δυο Γάλλων σκηνοθετών, που θα τραβήξουν σίγουρα το ενδιαφέρον σας. Κατά τα λοιπά, μόλις βγείτε από την ταινία θα νομίζετε ότι έχετε δει καουρισμακική ταινία των ‘90s. 

Μαθήματα Ζωής (5/10) 

Από τη μια μεριά μας αναγκάζει αυτή η ταινία να πούμε «άι σιχτίρ» με την τόση μαυρίλα που φάγαμε στη μούρη μαζεμένη όλο αυτή τη μιάμιση ώρα. Από τη άλλη όμως, έστω με αυτόν το πομπώδη και αρκούντως μελοδραματικό τρόπο, ο Τόνι Κάγιε αγγίζει θέματα όπως η βία στα σχολεία, η ανήλικη πορνεία, οι κοινωνικά ανένταχτοι μαθητές αλλά και τα γονεϊκά κατάλοιπα που κουβαλάει ο καθένας μέσα του και το πώς αυτά εξωτερικεύονται. Εντέλει αυτή η ταινία αποτελεί «μάθημα ζωής» καθότι πραγματεύεται από το εκπαιδευτικό ζήτημα μέχρι τη βαρύτητα της οικογένειας στον ψυχισμό του παιδιού, λέγοντας μας πολλά και εννοώντας μας ακόμη περισσότερα. Με τη δεξιοτεχνική σκηνοθεσία του Κάγιε και την ερμηνευτική δεινότητα του Μπρόντι, θα μπορούσε να μας ανατινάξει το μυαλό αν δεν μπούκωνε με τα τόσα που έχει και θέλει να μας πει. Αξιοπρόσεχτη ταινία και παραγωγή, που κινείται στα όρια του μελοδράματος και της παρατραβηγμένης εξτραβαγκάντζας, όμως διαθέτει ένα έντονο κοινωνικό προφίλ που δεν περνάει απαρατήρητο όπως και ένα διδακτικό εκτόπισμα άρτια δομημένο παρόλο που βάζει συνεχώς στη χύτρα της κι άλλα υλικά προκειμένου να χωρέσει όλα τα κακά αυτού του κόσμου. 

Μπιγκ Χιτ (5/10) 

Μετά τον «Γιο του Τσάρλι» ο Κάρολος Ζωναράς εμμένει να κινηματογραφεί ιστορίες πάνω σε αγαπημένα του αμερικανικά είδη σινεμά. Στη νέα του ταινία, πραγματοποιεί το ελπιδοφόρο ελληνικό ριμέικ του αξεπέραστου φιλμ νουάρ «Big Heat» του Φριτζ Λανγκ, μάλιστα η ταινία του είναι γεμάτη με σκηνές από από αυτήν που παίζονται σε διάφορες οθόνες σε όλη τη διάρκεια της. Κι αν είδαμε τον «Γιο του Τσάρλι» περισσότερο ως πλακατζίδικο b-movie για το Φεστιβάλ Καλτ Κινηματογράφου, στο «Μπιγκ Χιτ» ο Ζωναράς έχει ρίξει πολλή δουλειά προκειμένου να δούμε ένα αξιοπρόσεχτο ριμέικ, έχοντας αποκομμένη βέβαια από το μυαλό μας την πρωτότυπη ταινία. Με ασπρόμαυρη φωτογραφία, μεταφέρει τη δράση στο κέντρο της Αθήνας και πλέκει μια ιστορία με μαφιόζους, σκυλάδικα, διεφθαρμένους μπάτσους, πόρνες, μπράβους και αδίστακτους επιχειρηματίες. Παρόλο που σε αρκετά σημεία της, κυρίως ερμηνευτικά, γίνεται γκροτέσκο σε βαθμό που μας αναγκάζει να γελάσουμε, γεγονός που δεν κολακεύει το είδος του νουάρ καθόλου, εντούτοις η νέα προσπάθεια του Ζωναρά αποτελεί μια ικανοποιητική διασκέδαση, που μας γεμίζει με αισιοδοξία για το σκηνοθετικό μέλλον του, παρακολουθώντας αυτή την εξελικτική πορεία του. 

Passion (4/10) 

Όσο αξεπέραστος κι αν είναι ο Ντε Πάλμα, ομολογουμένως έχει χάσει τη φόρμα του και εμείς το μέτρημα, μια και δεν θυμάμαι πόσα χρόνια έχω να δω καλή ταινία του. Και όμως αυτό το πρότζεκτ είχε όλα τα εχέγγυα: πετυχημένη γαλλική ταινία παρόλο που δεν έσκισε και ελπιδοφόρο αμερικανικό καστ, με τις Νούμι Ράπας και Ρέιτσελ ΜακΆνταμς στους κεντρικούς ρόλους. Τι κι αν ο Ντε Πάλμα χρησιμοποίησε ό,τι τεχνικές ήξερε και δεν ήξερε από καλά θριλερικά χρόνια του, της δεκαετίας του 1970; Στην ταινία αυτή, παρά το διάχυτο ερωτικό στοιχείο και το πάθος που αναβλύζει, τίποτε δεν λειτούργησε σωστά, με αποτέλεσμα και το σασπένς να χάνεται νωρίς και η υστερία και η τσιρίδα να παίρνουν επάξια τη θέση της αγωνίας και του τρόμου. Σίγουρα η λάθος τροπή της ταινίας πιστώνεται στην παρωχημένη πια σκηνοθετική αντίληψη του Ντε Πάλμα, παρόλο που και οι δυο πρωταγωνίστριες του δεν τα καταφέρανε και τόσο καλά. Τελικά από αυτή την ταινία, το μόνο που μας μένει είναι μια μέτρια ερωτική ιστορία που κινείται μεν στα άκρα αλλά δυστυχώς δεν πείθει.