7 Μαρ 2013

Οι Ταινίες της Εβδομάδας (7/3/13)


Του Νέστορα Πουλάκου 

The Paperboy (6/10) 

"The Paperboy" ή αλλιώς η κινηματογραφική απόδειξη ότι η ερευνητική δημοσιογραφία μπορεί να κάνει λάθη, και μάλιστα ολέθρια. Δυο υπερφιλόδοξοι δημοσιογράφοι μεταβαίνουν σε μια μικρή πόλη της Φλόριδα, έχοντας πειστεί από την -εξ αποστάσεως- ερωμένη/θαυμάστρια ενός άντρα που έχει καταδικαστεί σε θάνατο για τη δολοφονία αστυνομικών, ότι είναι αθώος. Η δουλειά τους είναι να το αποδείξουν ώστε να κερδίσουν προαγωγή, λεφτά και το βραβείο Πούλιτζερ. Η κατάσταση είναι όμως ακόμη πιο ιδιάζουσα καθότι: η πόλη αυτή είναι ο τόπος που γεννήθηκε και μεγάλωσε ο ένας εκ των δυο δημοσιογράφων, γόνος σεβαστής οικογένειας που διευθύνει τη μεγαλύτερη σε κυκλοφορία εφημερίδα, με το μικρό γιο ή paperboy να αγαπάει και να έχει ως πρότυπο του τον αδελφό του. Η οικογένεια που έχει δεχτεί την "εισβολή" της γραμματέας του πατέρα-εκδότη ως νέας κυρίας του σπιτιού έχει να διαχειριστεί ακόμη το χαρακτήρα, τις βλέψεις και την… ιδιάζουσα σεξουαλικότητα του μεγάλου γιου αλλά και το πείσμα και την περιέργεια του μικρού. Στο κάδρο μπαίνουν κι άλλα πρόσωπα: όπως η μαύρη υπηρέτρια του σπιτιού που αγαπάει τα παιδιά αλλά δέχεται συνεχώς τις προσβολές της νέας κυρίας, και ο μαύρος δημοσιογράφος-συνεργάτης του μεγάλου αδελφού που δεν διστάζει "να πουλήσει και τη μάνα του" για τη διάκριση και τις τιμές. Φυσικά, η θαυμάστρια του κατάδικου, κομμώτρια στο επάγγελμα, που σεξουαλίζει ολόκληρη της πόλη και την προκαλεί με τις επιλογές της. Αλλά και ο μελλοθάνατος, ένας άντρας των άκρων που δέχεται το απρόσμενο δώρο της ελευθερίας χωρίς να το αξίζει. Άρρωστος, σεξομανής και υπερβίαιος. Το μωσαϊκό που έχει δομήσει ο Πίτερ Ντέξτερ, αρχικά στο μυθιστόρημα του ("Ο τύπος του Τύπου" που κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Καστανιώτη) και στη συνέχεια στο σενάριο της ταινίας, αλλά και ο δεξιοτεχνικός τρόπος με τον οποίο χειρίζεται το υλικό του ο Λι Ντάνιελς, έχει στο επίκεντρο του την ιδιαίτερη σχέση των δυο αδελφών, τη θέση της ερωτικής κομμώτριας σε αυτό το συμπάν και εντέλει τη θεία δίκη που κατακεραυνώνει τη μάχη για την όποια αλήθεια. Τη δημοσιογραφική ή την πραγματική; Είναι τελικά ο δημοσιογράφος υπερασπιστής των δικαιωμάτων των αναγνωστών του ή ένα φιλόδοξο όν που διψά για δόξα, χρήμα και εξουσία, κάνοντας τον κομιστή της δικής του (προσωπικής;) αλήθειας; Το "The Paperboy" δίχασε το κοινό του Φεστιβάλ Καννών, το αμερικανικό και όπου αλλού προβλήθηκε. Έχει μείνει περισσότερο ως η ταινία που παρουσιάζει μια "διαφορετική" Νικόλ Κίντμαν, ή η ταινία που η Νικόλ Κίντμαν κατουράει τον Ζακ Έφρον, ή εν ολίγοις μια kinky ταινία που προβάλει την πιο ερωτική Κίντμαν που υπήρξε στο σινεμά, όμως δεν είναι αλήθεια. Η ταινία του Ντάνιελς μπορεί μεν να διαχέεται δομώντας και αποδομώντας βασικούς χαρακτήρες κατ’ εξακολουθήση, με τα πολλές κέντρα βάρους που έχει τοποθετήσει, όμως υπεισέρχεται στα ενδότερα ενός κοινωνικού φαινομένου, το δημοσιογραφικό λειτούργημα, θέτοντας καίρια ερωτήματα για τους σκοπούς και τις μεθόδους του. 

[Το κείμενο, κάπως εμπλουτισμένο, δημοσιεύεται στο φύλλο 156 της εβδομαδιαίας εφημερίδας Δρόμος (9-3-13)] 

Spitfire: Back to Zero (6/10) 

Ας πούμε είναι ένα ντοκιμαντέρ που απόλαυσα μέχρι το τελευταίο, άκρως συγκινητικό λεπτό του. Ούτε μεταλάς είμαι ούτε τους Spitfire ξέρω. Αγαπώ όμως τη μουσική και τέτοια ντοκιμαντέρ για συγκροτήματα, όπως το περυσινό για τους The Last Drive, με ενδιαφέρουν γιατί μαθαίνω, μπαίνω σε έναν άλλο κόσμο και συγκινούμαι από τη δύναμη των συναισθημάτων που εκφέρει η μουσική αυτή καθ’ αυτή. Για παράδειγμα, είμαι τόσο ξένος με το χέβι μετάλ όσο γουστάρω να βλέπω… Μπάρμπι. Όμως, η ιστορία και η διαδρομή των Spitfire, το τραγικό περιστατικό του frontman Ντίνου Κωστάκη που παρέμεινε για καιρό σε κώμα από τροχαίο μόλις κυκλοφόρησε το πρώτο άλμπουμ-αποκάλυψη για την ελληνική μουσική First Attack το 1987 και πλέον ζει στη Ρόδο, και η πορεία στο σήμερα, με τον αγώνα, τις διαφωνίες και τις εντάσεις, με συγκλόνισαν. Δεν νομίζω ότι είναι ειδικού κοινού το ντοκιμαντέρ του Βαγγέλη Ρήγα, αν και σίγουρα θα πάνε να το δουν οι λάτρεις του μέταλ και οι φίλοι του συγκροτήματος. Η γνώμη μου είναι ότι όποιος συγκινείται και τον ενδιαφέρει η μουσική στην ουσία της, αξίζει να τρέξει και να δει αυτό το ντοκιμαντέρ. 

Το Πρόσωπο της Ομίχλης (6/10) 

Μπορεί «Το Πρόσωπο της Ομίχλης» να ενέχει πολλά ντοκιμαντερίστικα στοιχεία από την πετυχημένη πορεία στο είδος του Λοζνίτσα, όμως εντέλει είναι ένα δυνατό υπαρξιακό θρίλερ που αν δεν χτιζόταν με αυτό τον παλιομοδίτικο, ανατολικοευρωπαϊκό σκηνοθετικό τρόπο μπορεί και να βλέπαμε την ταινία της χρονιάς. Από τον Βάιντα μέχρι τον Σκολιμόφσκι έχουμε δει ανάλογα δράματα με φόντο τον πόλεμο, εν προκειμένω τη ναζιστική κατοχή στη Λευκορωσία, που όμως δεν είναι η ουσία αλλά το στοιχείο που επιτείνει τη διαδρομή των ηρώων στην εσωτερική τους καταβύθιση. Αυτός ο έντονος αγώνας επιβίωσης, με διαρκή φλας μπακ, των τριών Λευκορώσων ηρώων είναι μια ωδή στη σπουδαιότητα της ζωής που προχωρά μόνο με τιμή και με το κεφάλι ψηλά. Αν όμως βλέπαμε μια πιο φρέσκια προσέγγιση επί του θέματος, όπως για παράδειγμα τόλμησε ο Σκολιμόφσκι στο «Ο Θάνατος σου, η Ζωή μου», τότε θα μιλούσαμε για το απόλυτο αριστούργημα. 

Κατερίνα Γώγου - Για την Αποκατάσταση του Μαύρου (5/10) 

Ένα πολυαναμενόμενο ντοκιμαντέρ που φέρνει στο προσκήνιο τη ζωή (κυρίως) και το έργο (δευτερευόντως) της Κατερίνας Γώγου. Έτσι κι αλλιώς το θέμα του ντοκιμαντέρ «βράζει» από μόνο του και οι αναγνώσεις των ποιημάτων από γνωστά και μη πρόσωπα συγκινούν, συγκλονίζουν, ανατριχιάζουν. Στο ντοκιμαντέρ μου άρεσε ιδιαίτερα η αντίστιξη της Γώγου που αγαπήθηκε μέσα από τα ποιήματα της και τις ερμηνείες της στις ταινίες των Τάσιου και Θωμόπουλου, με εκείνο το γλυκό κορίτσι που είχε τη μεγάλη καριέρα στις ταινίες του Φίνου αλλά και ευρύτερα του παλιού ελληνικού κινηματογράφου. Οι περισσότερες μαρτυρίες για τη Γώγου, ειδικώς αυτές που αφορούν τα τελευταία χρόνια της ζωής της, γεμίζουν την οθόνη και απορροφώνται σαστισμένα, ενώ το σπάνιο βίντεο με τους Παπακωνσταντίνου, Γώγου, Ψωμόπουλο κ.ά. ακόμη έχει μείνει χαραγμένο στο μυαλό μου. Όπως συμβαίνει σε πολλά ντοκιμαντέρ, άστοχες επιλογές προσώπων ή αποσπασμάτων υπάρχουν και εδώ, ενώ οι δραματοποιημένες σκηνές της εξαίρετης Λουκίας Μιχαλοπούλου θα σας προβληματίσουν μεν θα μείνετε όμως αμήχανοι δε. Εν ολίγοις, πρόκειται για μια πολύ σημαντική δουλειά που διαθέτει υλικό και «ψωμί» για συζήτηση και προβληματισμό, είναι καλοδουλεμένη και η αγάπη για τη Γώγου αποτυπώνεται γλαφυρά και διαχρονικά. 

Μετά το Μάη (5/10) 

Μπορεί να είναι και η απάντηση στους «Ονειροπόλους» του Μπερτολούτσι, όμως εντέλει το αποτύπωμα του Μάη του ’68 φαινόταν περισσότερο σε εκείνη την ταινία παρά σε αυτή την, ντοκιμαντερίστικου ύφους, ιστορία του Ασαγιάς, που όντως έχει μια ουσία αλλά χάνει στη σκηνοθεσία. Η παρατραβηγμένη διάρκεια της θέλει να καταδείξει (ή να αναδείξει;) τη ματαιότητα της επανάστασης. Τα παιδιά μεγαλώνουν και θυμούνται την «όσμωση» του Μάη του ’68 μόλις λίγα χρόνια πριν. Όμως αυτά απουσίαζαν από εκείνη την τρέλα της στιγμής, καθότι πιτσιρίκια, και αφού βλέπουν την τελμάτωση της και την ενδυνάμωση της καταστολής, εντέλει αντιδρούν. Τι μένει όμως; Το περιτύλιγμα και όχι η ουσία. Τα αστικά πλαίσια που έχουν μεγαλώσει τα απορροφούν και τους απομένει μόνο το φρου-φρου. Το ντύσιμο, τα road trips, τα ναρκωτικά, οι ιδέες και όχι τόσο οι πράξεις. Το lifestyle πλέον μετράει καθότι η δράση απουσιάζει μια και έχει δώσει τη θέση της στη διαλεκτική και την κοινωνική στάση. Ο Ασαγιάς είχε στα χέρια του ένα σενάριο-μπόμπα που το χειρίστηκε τόσο άτσαλα και παρωχημένα, που σε ένα σημείο θα αντιδράσετε. Η ιστορία του Μάη και μετά το Μάη είναι τόσο ενδιαφέρουσα που ακόμη αναζητώ σύγχρονο σκηνοθέτη για να την αναδείξει στο ύψος της. Αν απασχολεί ακόμη εκείνη η εποχή. 

Οζ, Μέγας και Παντοδύναμος (4/10) 

Εξτραβαγκάνζα παραμύθι, με εντυπωσιακά σκηνικά, κουστούμια και μια φωτογραφία που συναρπάζει, με μια αγνώριστη Μίλα Κούνις που σεξουαλίζει ως «κακιά μάγισσα», αλλά και έναν Τζέιμς Φράνκο πιο ξενέρωτο και αδιάφορο από ποτέ. Εντέλει, αυτό το νέο μπλοκμπάστερ του Ράιμι θα μας μείνει περισσότερο για το εντυπωσιακό σκηνικό του παρά για την ουσία του. Ναι μεν σκηνοθετικά αναδεικνύεται και διαπρέπει, όμως σεναριακά είναι αρκετά παιδικό για τα γούστα των ενηλίκων. Εκεί είναι που χάνει κυρίως αυτή η παραγωγή της Ντίσνει, η οποία και προφανώς απευθύνεται σε μικρότερες ηλικίες ώστε να εντυπωσιάσει και να προσελκύσει κόσμο. Δεδομένης και της πρόσφατης επιτυχίας της… Μπάρμπι, έχει πολλές ελπίδες για εισιτήρια. 

Black Box (4/10) 

Σημαντικός ντοκιμαντερίστας είναι ο Γεράσιμος Ρήγας, που πάντοτε ενδιαφέρεται να καταγράψει τις πιο ενδιαφέρουσες και λιγότερο γνωστές πτυχές της ελληνικής κοινωνίας. Μετά τα ντοκιμαντέρ για τον Πάρβα της άγονης γραμμής (στην Αμοργό) και τους τηλεφωνητές του 100, σειρά έχουν τα φιλόδοξα πρόσωπα και σώματα των παιδιών της Κρατικής Σχολής Χορού. Πέρα από τις ουσιαστικές διαφωνίες μου με τον τρόπο που προσεγγίζει τα θέματα του ο Ρήγας, συνεχίζω να υποστηρίζω ότι αναδεικνύει αφανείς ήρωες της καθημερινότητας μιας χώρας που βουλιάζει. Αν εξαιρέσουμε τον αγώνα του Πάρβα, το ερώτημα που σχημάτισα για το περυσινό «100», επανέρχεται και για το «Black Box»: Ποιο κοινό αφορά ο αγώνας, η αγωνία, ο ιδρώτας, οι σκέψεις και οι βλέψεις αυτών των παιδιών; Χωρίς προφανώς να θέλω να μειώσω αυτό που κάνουν, το «Black Box» είναι ένα συνειδητοποιημένο ντοκιμαντέρ ειδικού κοινού και σκοπού. Το αν με ενδιαφέρει εμένα ή όχι είναι ένα άλλο θέμα, που δεν νομίζω ότι σας αφορά. Όποιος είναι λάτρης του χορού σίγουρα θα πονέσει, θα αφουγκραστεί και θα παρακολουθήσει με μεγαλύτερο ενδιαφέρον αυτό το ντοκιμαντέρ. 

Παρενέργειες (3/10) 

Οι παρενέργειες της διαρκούς αναβολής του τέλους της κινηματογραφικής καριέρας του, έχει χτυπήσει προφανώς τον Σόντερμπεργκ κατακούτελα. Δεν εξηγείται αλλιώς αυτή η κατρακύλα του. Από το κακό στο χειρότερο πηγαίνει ο σκηνοθέτης από την Ατλάντα, που πίστευα ότι δεν έχει πιο κάτω, ας πούμε, από την «Τιμωρό»… αλλά τελικά έχει. Η ταινία, που θεωρείται η τελευταία του Σόντερμπεργκ, έκανε πρεμιέρα στην πρόσφατη Μπερλινάλε και απογοήτευσε, όπως και εμένα στην Αθήνα, το ίδιο πιστεύω και για εσάς όπου κι αν βρίσκεστε. Υποτίθεται ότι είναι ένα αγωνιώδες θρίλερ ανατροπών που καταγγέλλει τις παρενέργειες των ψυχοφάρμακων των μεγάλων εταιρειών, εντέλει όμως είναι ένα σχηματικό, απλοϊκό δράμα, που θα απορήσετε και θα μπερδευτείτε με όλα αυτά που θα δείτε. Καθότι φαίνεται ότι η ιδέα υπήρχε αλλά τραβήχτηκε τόσο από τα μαλλιά που για να προχωρήσει θα μπορούσαμε να δούμε το οτιδήποτε. Ένα κινηματογραφικό παραλήρημα, που μπορεί να έχει αρχή, μέση και τέλος, αλλά εντέλει αυτό δεν παίζει και τόση μεγάλη σημασία.