10 Μαρ 2013

Συνέντευξη του Περικλή Τάγκα


Στον Ελπιδοφόρο Ιντζέμπελη 

Βάζοντας το γέλιο στη ζωή μας, αμέσως όλα δείχνουν λιγότερο σοβαρά και… «κρίσιμα» 

Ο Περικλής Τάγκας είναι Διδάκτωρ Φιλοσοφίας του Τμήματος Αγγλικής Γλώσσας και Φιλολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών και υπηρετεί ως Αναπληρωτής Καθηγητής στο Τμήμα Εφαρμογών Ξένων Γλωσσών στη Διοίκηση και το Εμπόριο, του Τεχνολογικού Εκπαιδευτικού Ιδρύματος Ηπείρου. Το πρώτο του βιβλίο εκδόθηκε το 2007 (“Έρως και πολιτεία: Ο D.H. Lawrence και ο Πλατωνισμός”, University Studio Press). Ασχολείται με τον έμμετρο λόγο τα τελευταία τρία έτη, έχοντας διακριθεί σε λογοτεχνικούς διαγωνισμούς. 

Ποια ήταν η αφορμή για να γραφεί η «Περεσ-τρόικα»; 

Κάποια στιγμή διαπίστωσα ότι πολλά από τα χιουμοριστικά στιχάκια, τραγούδια και σκετς που έγραφα είχαν κάποια συνάφεια μεταξύ τους, καθώς αντιπροσώπευαν ένα είδος πολιτικο-κοινωνικού σχολιασμού. Στη συνέχεια, άρχισα να αισθάνομαι ότι επρόκειτο για διαφορετικές φωνές και δοκίμασα να τους δώσω ονόματα, ανάλογα με τα λεγόμενά τους. Έτσι, ο λόγος έγινε πιο ζωντανός. Δούλεψα τα κείμενα από πλευράς δομής, δημιουργώντας ένα σατιρικό έργο, το οποίο αποφάσισα να στείλω στον 30ό διαγωνισμό της Πανελλήνιας Ένωσης Λογοτεχνών, όπου και διακρίθηκε με το Β’ βραβείο θεατρικού έργου. 

Ποια είναι η σχέση της τρόικας με την «Περεστρόικα»; 

Η «Περεσ-τρόικα» διακωμωδεί όλη αυτή την «αναμπουμπούλα» που έχει φέρει στη χώρα μας η Τρόικα και τα… «δαιμόνια-μνημόνια». Η ένταση όλων των γεγονότων που ζήσαμε, κάπου ίσως έπρεπε να ξεσπάσει. Κάπως έτσι δημιουργήθηκε κι αυτό το έργο: κάνοντας μια «ντρίμπλα» στην «επίθεση κατά κύματα» που δεχτήκαμε ως έθνος. Από την άλλη βέβαια, ισχυρό είναι και το στοιχείο της αυτοκριτικής που διέπει τους χαρακτήρες, οι οποίοι αντιπροσωπεύουν την «ελληνική ψυχή», διαχρονικά. 

Μέσα από τους στίχους σας διαφαίνεται μια σάτιρα που τσακίζει κόκαλα. Έχουμε ακόμη χιούμορ με όλα αυτά που συμβαίνουν γύρω μας; 

Και σε παλαιότερες εποχές που το βιοτικό επίπεδο ήταν σαφώς χαμηλότερο, το χιούμορ δεν έλειπε – κάθε άλλο μάλιστα. Ο Έλληνας αρέσκεται στο να διακωμωδεί τις καταστάσεις που βιώνει και να αυτοσατιρίζεται πολλές φορές, κι αυτό τον σώζει γιατί τον κάνει να αισθάνεται λιγότερο βαρύ τον δύσκολο δρόμο ή, αν θέλετε, τον δρόμο που επιμένουν να του παρουσιάζουν ως δύσκολο, δύσβατο, ανηφορικό, προβληματικό, κ.ο.κ. Βάζοντας το γέλιο στη ζωή μας, αμέσως όλα δείχνουν λιγότερο σοβαρά και… «κρίσιμα». 

Τα ονόματα που διαλέγετε και οι διάλογοι μου θύμισαν τον ιαμβικό δεκαπεντασύλλαβο αλλά και τις παλιές στιχομυθίες που χρησιμοποιούσε ο λαός μας. Γιατί γράψατε το έργο σας με αυτόν τον τρόπο; 

Απλούστατα, το βρίσκω πολύ διασκεδαστικό να εκφράζομαι με τη στιχοπλοκή. Κατά έναν περίεργο τρόπο, η πειθαρχία του δεκαπεντασύλλαβου – ο οποίος πιστεύω ότι κυλά στο αίμα μας – σε κάνει να θέλεις να συνεχίσεις, να δεις πού θα καταλήξει αυτός ο «δρόμος» που ανοίγει κάθε φορά που ακούς στη σκέψη σου τον πρώτο στίχο. 

Σε ποιους αναγνώστες απευθύνεται το βιβλίο που γράψατε; 

Σε όλους όσοι ενδιαφέρονται να δουν την πραγματικότητα που βιώνουμε από μια κριτική και αυτοκριτική σκοπιά. Πιστεύω ότι είναι μια έμμετρη κοινωνικο-πολιτική σάτιρα με επίκαιρο περιεχόμενο, που αγγίζει τον μέσο Έλληνα. Σε πολλούς άρεσαν επίσης τα τραγούδια στις τέσσερις σκηνές του έργου. Η αλήθεια είναι ότι ο καθένας παίρνει αυτό που θέλει από ένα βιβλίο. Άλλος απλώς θα γελάσει, άλλος θα προβληματιστεί περισσότερο κι άλλος θα αισθανθεί ίσως αμήχανα όταν δει να λέγονται ορισμένα πράγματα με το πραγματικό τους όνομα – με μέσο αυτό που έχει χαρακτηριστεί ως «αριστοφανικός» τόνος. 

Θα μπορούσε το έργο σας να ανεβεί σε κάποια θεατρική παράσταση; 

Το όνειρο οποιουδήποτε έχει δημιουργήσει θεατρικούς χαρακτήρες είναι να τους δει να ζωντανεύουν επί σκηνής. Δεδομένου ότι η «Περεσ-τρόικα» είναι απλώς η πρώτη πράξη ενός μεγαλύτερου έργου, το υλικό για μια κανονική θεατρική παράσταση είναι άμεσα διαθέσιμο. Θεωρώ ότι υπάρχει χώρος για κάτι φρέσκο, πρωτότυπο και ίσως πιο επίκαιρο από τον «προπάππο» μας τον Σουρή, ο οποίος βλέπουμε να επιστρατεύεται ακόμη, όπως εξάλλου κι ο θρυλικός Τραμπάκουλας, που έκανε πρόσφατα την επανεμφάνισή του για να σχολιάσει τα τεκταινόμενα… 

Το βιβλίο σας βγήκε σε έντυπη αλλά και σε ηλεκτρονική μορφή. Ποιες είναι οι πρώτες σας εντυπώσεις από αυτή τη σύγχρονη εκδοχή; 

Πίστευα ότι με τη δύναμη του διαδικτύου, ένα ηλεκτρονικό βιβλίο έχει τη δυνατότητα να φτάσει σε πολύ περισσότερους αναγνώστες. Μιας και αποφάσισα να το διαθέσω δωρεάν σε κάθε ενδιαφερόμενο αναγνώστη — μπορεί κανείς να το κατεβάσει στον υπολογιστή του από την ιστοσελίδα των Εκδόσεων Vakxikon.gr— η ηλεκτρονική έκδοση ήταν η λύση, διότι μπορείς να μοιραστείς το βιβλίο στον κυβερνοχώρο με όλο τον κόσμο, δυνητικά! Αυτή είναι η δύναμη του διαδικτύου, κάτι το οποίο βρίσκω συναρπαστικό και πιστεύω συμφωνείτε ότι εμείς ούτε καν μπορούσαμε να το φανταστούμε στα παιδικά μας χρόνια. 

Είσαστε καθηγητής στο Τ.Ε.Ι. Ηπείρου και παράλληλα συγγραφέας. Πώς αισθάνεστε όταν οι φοιτητές σας έχουν διαβάσει ήδη το νέο σας βιβλίο και ποιες είναι οι ερωτήσεις και οι απορίες τους; 

Στα μαθήματα γλώσσας, μετάφρασης και επικοινωνίας, o στόχος μου είναι να τους «παρασύρω» στη σφαίρα της δημιουργικότητας, να τους βοηθήσω να αντιληφθούν ότι στο επίπεδο των ιδεών οι δυνατότητες να πλάσει κανείς οτιδήποτε είναι άπειρες. Όσον αφορά το βιβλίο, για μένα δεν αρκεί απλώς να «διασκεδάσουν» ή να επαινέσουν τις «ατάκες». Το σημαντικό είναι να κατανοήσουν την «αντισυμβατική» χρήση του λόγου, πέρα από τις συνήθεις «γλωσσικές συνάψεις» και ν’ αρχίσουν ν’ απομακρύνονται λιγάκι από τη «γραμμική» θεώρηση του κόσμου που τους περιβάλλει, να προσπαθήσουν δηλαδή να δουν αυτό που δεν φαίνεται παρά μόνο με τα μάτια της ψυχής και του νου. 

Πριν λίγα χρόνια η ποίηση ή τα βιβλία εκδίδονταν μόνο σε έντυπη μορφή. Σήμερα που υπάρχει οικονομικό πρόβλημα, το Ίντερνετ δεν θα μπορούσε να αποτελέσει μία διέξοδο ή μια κατάθεση ψυχής για τους στίχους των νέων που γράφουν ποίηση; 

Ασφαλώς. Ιδιαίτερα οι νέοι, είναι γεγονός ότι ούτως ή άλλως είναι πολύ εξοικειωμένοι με τα μέσα «κοινωνικής δικτύωσης», όπως ονομάζονται και ανεβάζουν σχεδόν τα πάντα στο διαδίκτυο, το οποίο αποτελεί μια γρήγορη και εύκολα προσβάσιμη διέξοδο – αν και αυτό είναι δίκοπο μαχαίρι, διότι νομίζω ότι οφείλει κανείς να προσέχει τι δημοσιεύει και πού. 

Ποια ποιητική συλλογή έχετε δίπλα στο μαξιλάρι σας; 

Αυτή τη στιγμή – μάλλον τυχαία – Πολυδούρη και Αναγνωστάκη. Στην επιφάνεια εργασίας του υπολογιστή μου, όμως, όπου περνώ περισσότερες ώρες διαβάζοντας, υπάρχουν πολλοί ενδιαφέροντες παιδικοί ποιητές αυτή την περίοδο, όπως η Τζούλια Ντόναλντσον, την οποία θαυμάζω. Ο προσανατολισμός μου είναι το επόμενο βιβλίο που θα εκδώσω να απευθύνεται στα παιδιά, είτε πρόκειται για έμμετρα χιουμοριστικά σκετς είτε για μυθοπλασία. 

Ένα αγαπημένο ποίημα; 

Μου αρέσουν τα συγκλονιστικά ποιήματα. Κι επειδή ακριβώς ξεδιπλώνουν όλες τους τις χάρες όταν μελοποιούνται, τα τραγούδια με δυνατό στίχο είναι νομίζω ένας ακαταμάχητος συνδυασμός. Δεν μπορώ να αναφερθώ σε ένα και μόνο παράδειγμα – θα ήταν «αμαρτία»: «Όμορφη πόλη»; Ίσως. Πάντα με συνεπαίρνει όταν ακούω τον στίχο ντυμένο με την υπέροχη μουσική του Μ. Θεοδωράκη. Βέβαια, από την άλλη πλευρά, υπάρχουν και ποιήματα που δεν χρειάζονται τη μουσική, όπως «Το Τραγούδι της Αδελφής μου» του Ρίτσου, αν και, τώρα που το ξανασκέφτομαι, προτιμώ τη δύναμη του ρυθμού και της μελωδίας που συνοδεύει την «Εξηκονταρχία Πρεβέζης» του Καρυωτάκη… 

Τι είναι λοιπόν για σας η ποίηση; Δώστε μου έναν ορισμό της. 

Για μένα, είναι ανάγκη έκφρασης, σε καθημερινή βάση, αλλά και δημιουργία με τον λόγο και το συναίσθημα. Προσωπικά θεωρώ τον εαυτό μου απλώς «στιχοπλόκο». Μερικές φορές, ωστόσο, διαπιστώνω ότι μέσα από το πολύ έρχεται και το καλό. Η «ποίηση» δηλαδή είναι κάτι που καταχτιέται μακροπρόθεσμα. Όπως ο φωτογράφος, από τις δεκάδες ή εκατοντάδες λήψεις ξεχωρίζει 2-3 ανεπανάληπτες στιγμές, το ίδιο συμβαίνει κι εδώ. Στις εκατό «συλλήψεις», είναι μετρημένες στα δάχτυλα του ενός χεριού εκείνες που πραγματικά θα τολμούσε κανείς να αποκαλέσει «ποίηση», με την έννοια της δημιουργίας ενός κόσμου που δεν υπήρχε…

*H συνέντευξη δημοσιεύτηκε στην Ελληνική Γνώμη online (2-3-13).