3 Μαρ 2013

Συνέντευξη του Γιώργου Γλυκοφρύδη


Στον Νέστορα Πουλάκο 

Η Σάρα συνέχισε να τον κοιτά. «Η αγάπη είναι ναός. Η αγάπη είναι μία. Η αγάπη είναι για πάντα. Με πίστεψες ποτέ;». Δεν μπορούσε να απαντήσει. Η Νέα Υόρκη, σε γραμμές δρόμων, σε κορυφές κτισμάτων, σε αστραπές θάλασσας, πέρα από τις γέφυρες, ψηλό άγαλμα για τον ουρανό, για τη στέγη του κόσμου. «Θα επιστρέψουμε, Στέφανε. Σ’ το υπόσχομαι.» Κι όλα χάθηκαν κάτω από τα σύννεφα. 

Μάρτιος του 2011. Η οικονομική κρίση διαπερνά τον πλανήτη απ’ άκρη σ’ άκρη. Ρυθμίζει τα πάντα και επιβάλλει κανόνες. Αλλά στη δυτική 23η οδό, στο Μανχάταν, στη Νέα Υόρκη, σ’ ένα από τα πλέον γοητευτικά ξενοδοχεία του κόσμου, το Hotel Chelsea, σαν σε άλλο χρόνο και σε άλλη εποχή, υπάρχει κάποιος που προσπαθεί να τηρήσει μια υπόσχεση που έδωσε δέκα χρόνια πριν: της αιώνιας αγάπης. Πώς θα το καταφέρει μέσα σ’ έναν κόσμο που ελέγχει και γνωρίζει τα πάντα; Ποια ρωγμή της ψυχής του θα σκαλίσει για να φέρει πίσω ό,τι έχασε; Το Hotel Chelsea, βαρώνος της τέχνης, η Νέα Υόρκη φιλόξενη και πανέμορφη, και τα άλλα σημεία της Γης που καθόρισαν τη ζωή του, θα τα καταφέρουν; 

Για το νέο του βιβλίο Hotel Chelsea (Εκδόσεις Ψυχογιός, 2012) μιλάει ο Γιώργος Γλυκοφρύδης στο vakxikon.blogspot.gr

Πόσο επηρεαστήκατε από το μύθο του γνωστού ξενοδοχείου στη Νέα Υόρκη όσο και από την ομώνυμη ταινία; 

Δεν θα έλεγα πως επηρεάστηκα από τον μύθο του Chelsea Hotel, μια που, καθώς έμεινα (έστω για δυο εβδομάδες) σε αυτό, ο μύθος του με κατέλαβε. Ανήκω στους τυχερούς που πρόλαβαν αυτό το ξενοδοχείο τρεις μήνες πριν κλείσει για ριζική ανακαίνιση, οπότε, τα φαντάσματα της Ιστορίας του, ήταν εκεί. Ήταν σαν η Τέχνη να έχει γίνει κάτι χειροπιαστό. Οπότε δεν μπορώ να πω πως με επηρέασε, με κατέλαβε συνολικά. 

Πως προέκυψε η ιδέα για το βιβλίο αυτό; 

Η ιδέα για το βιβλίο αυτό προέκυψε μόνο και μόνο ζώντας εκεί. Ουσιαστικά είναι μία μετουσίωση των όσων υπήρχαν στον αέρα εκείνου του ξενοδοχείου και της Νέας Υόρκης. Η υπόθεση, όμως, του μυθιστορήματος, είναι κάποια ελάχιστα πράγματα που καιρό ήθελα να βρω την ευκαιρία να πω. Για το πού μπορεί να οδηγηθεί η ζωή ενός ανθρώπου που βιώνει την μέγιστη τραγωδία ενώ ταυτόχρονα βιώνει τον μέγιστο έρωτα και αγάπη. Για το πόσο μπορεί η Τέχνη να μείνει μακριά από την κατά καιρούς εφιαλτική σύγχρονη πραγματικότητα. Για την Αμερική την ίδια ως χώρο και την γοητεία που μπορεί να ασκήσει. Και όπως και στα προηγούμενα μυθιστορήματά μου, οι ήρωες βρίσκονται μέσα σε κοσμογονικές καταστάσεις ενώ εκείνοι το μόνο που κάνουν είναι να ζουν τον έρωτά τους και την καθημερινή ζωή τους. Πάντα με ενδιέφερε αυτό και πάντα θα με ενδιαφέρει. “Η βόμβα που σκάει δίπλα σου καθώς πηγαίνεις για τον απογευματινό καφέ σου ή το πρωί για την δουλειά σου.” Είναι η πραγματικότητα για την οποία πολλοί από μας, μιας που ούτως ή άλλως μας έχει τσακίσει, αδιαφορούμε απόλυτα. 

Αν σας ζητήσω να κατηγοριοποιήσετε την ιστορία σας, που θα την τοποθετούσατε; Υπαρξιακό δράμα; Ιστορία αγάπης, ίσως; 

Αυτή είναι μία πολύ σωστή ερώτηση. Όντως θα πρέπει κάπως να κατηγοριοποιείται. Θυμάμαι την αφίσα της “Σιωπής των αμνών” που από κάτω έγραφε "A major motion picture". Και τίποτε άλλο. Η ταινία είχε κατηγοριοποιηθεί ως θρίλερ. Και, βεβαίως, δεν είναι μόνο θρίλερ. Στις ΗΠΑ, έχουν ξεπεράσει το πρόβλημα τοποθετώντας ένα έργο σε πολλές κατηγορίες ταυτόχρονα. Γιατί πια τα όρια ανάμεσα στις κατηγορίες έχουν καταργηθεί. Οπότε, να, ας το τοποθετήσουμε σε αυτές τις κατηγορίες: "Ερωτική ιστορία", "Υπαρξιακό δράμα", "Περιπέτεια επιστημονικής φαντασίας". 

Κατά τη γνώμη σας πόσο μαγευτική (ή όχι) είναι η ζωή σε μια μεγαλούπολη όπως η Νέα Υόρκη; Έχετε εμπειρίες και βιώματα από την περιοχή; 

Βιώματα από τη Νέα Υόρκη πέραν αυτών των δύο εβδομάδων δεν έχω. Έχω όμως βιώματα σχεδόν δέκα χρόνων από Ευρωπαϊκές πρωτεύουσες. Αυτό που με άφησε άναυδο στη Νέα Υόρκη, ήταν πως για δύο εβδομάδες ζούσα ταυτόχρονα σε οποιαδήποτε Ευρωπαϊκή πρωτεύουσα έχω ζήσει για χρόνια. Κι αυτό, όχι με την έννοια των γειτονιών, Little Italy π.χ. ή China Town, αλλά κυρίως με ολόκληρη την πόλη. Η Νέα Υόρκη είναι η πρωτεύουσα του πλανήτη αλλά όχι τυχαία. Εμπεριέχει τα πάντα. Δεν ξεχωρίζει τίποτε. Αν κάποιος ψάχνει μία πραγματικά κοινωνία όλων, εκεί θα την βρει πραγματωμένη, όχι θεωρητική. Αυτό, δεν την κάνει απλά εξαίσια μαγευτική, την κάνει μία εν δυνάμει πατρίδα. Αυτό και μόνο, την τοποθετεί μπροστά. Ήδη στο μέλλον. Κι αυτό προσπαθώ να το δώσω μέσα στο μυθιστόρημα αυτό. 

Τι θέση έχει η τέχνη στη ζωή μας, την καθημερινότητα μας; Εν προκειμένω, η ποίηση και η αισθητική της στην ιστορία σας; 

Η τέχνη για έναν καλλιτέχνη, είναι η δουλειά του. Που ανήκει, όμως, σε εκείνους που η δουλειά τους είναι η ζωή τους. Όχι επειδή δουλεύουν πολύ, αλλά επειδή η δουλειά τους, τους προσδιορίζει ως ανθρώπους. Και ατομικά, και μέσα στην κοινωνία. Αυτό, όσον αφορά στους καλλιτέχνες. Όσον αφορά στο κοινό, η τέχνη δεν είναι μακριά από την παιδεία. Κοινωνίες χωρίς παιδεία και χωρίς τέχνη, είναι κοινωνίες χωρίς πολιτισμό. Κοινωνίες χωρίς πολιτισμό, παράγουν φασισμό και βία. Δηλαδή, κινούνται ενάντια στον άνθρωπο. Ενάντια στον εαυτό τους. Αυτοκαταστρέφονται. Γιατί ακριβώς ως απαίδευτες και άτεχνες, μόνο φοβούνται. Το άγνωστο. Σε όλα τα επίπεδα. Στην ιστορία μου, συμβαίνει ακριβώς αυτό: Μία πράξη ανελέητης και φασιστικής βίας, τρομακτικού μεγέθους, που οδηγεί στην τραγωδία την ζωή μιας πόλης, μιας τέτοιας μητρόπολης, η 11η Σεπτεμβρίου, χτυπάει δύο καλλιτέχνες, στην ρίζα τους. Δεν τους καταστρέφει μόνο φυσικά, αλλά και πνευματικά. Μετά, για να επιζήσει, ο ένας από τους δύο, θα φτάσει σχεδόν στην σχιζοφρένεια. Όπως ολόκληρος ο πλανήτης μετά από εκείνη την τραγωδία. 

Η οικονομική κρίση μπορεί να επηρεάσει, θετικά ή αρνητικά, την τέχνη στην ουσία της; 

Η οικονομική κρίση μπορεί να την επηρεάσει απολύτως και μόνο αρνητικά. Η τέχνη ζει και δημιουργεί μέσα σε αυτή την κοινωνία, όχι αλλού. Εκτός εξαιρέσεων, βέβαια. Όταν αυτή η κοινωνία σχεδόν σταματά να υφίσταται, η τέχνη ως τι θα παραμείνει, ως φάντασμα;