9 Μαρ 2013

Συνέντευξη των Κρίστιαν Πέτζολντ & Ρόναλντ Ζέρφελντ


Στον Nέστορα Πουλάκο 

Η “Barbara” θεωρείται η ταινία της χρονιάς στη Γερμανία, άλλωστε αποτελεί και την επίσημη πρόταση της χώρας για το Όσκαρ ξένης ταινίας 2013. Η νέα παραγωγή του 51χρονου Κρίστιαν Πέτζολντ, γνωστού από τις ταινίες “Όνειρα απατηλά”, “Yella” κ.ά. και βασικού εκπροσώπου της Σχολής του Βερολίνου, εντυπωσίασε κοινό και κριτικούς κατά την παγκόσμια πρεμιέρα της στο φετινό Φεστιβάλ Βερολίνου. Με την Αργυρή Αρκούδα Σκηνοθεσίας στις αποσκευές της και τα πολυάριθμα βραβεία που έλαβε σε γερμανικές διοργανώσεις και θεσμούς, η “Barbara”, που αφηγείται το υπαρξιακό δράμα μιας νεαρής γιατρού στο Ανατολικό Βερολίνο μια και βρίσκεται ανάμεσα σε δυο κόσμους και δυο άντρες, προβάλλεται σε φεστιβάλ και αίθουσες σε όλο τον κόσμο. Από χθες παίζεται στους ελληνικούς κινηματογράφους, ενώ νωρίτερα πραγματοποίησε την πανελλήνια πρεμιέρα της στο 18ο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου Αθήνας – Νύχτες Πρεμιέρας Cosmote. Εκεί, ο σκηνοθέτης Κρίστιαν Πέτζολντ και ο πρωταγωνιστής Ρόναλντ Ζέρφελντ μίλησαν στο SevenArt τόσο για την ταινία τους όσο και για τη δύσκολη μετάβαση (αλλά και σύγκριση) από τις δυο Γερμανίες στην εξής μια και δυτικώς ομογενοποιημένη. 

Πόσο εύκολο ή δύσκολο είναι να μιλάς για την Ανατολική Γερμανία στις ημέρες μας; 

Κρίστιαν Πέτζολντ: Η μία αλήθεια είναι ότι πλέον οι αποστάσεις από την εποχή της διαχωρισμένης Γερμανίας είναι μεγάλες. Υπάρχει όμως και η άλλη αλήθεια: είναι η ιστορική, ότι δηλαδή αυτό το κράτος υπήρξε και μάλιστα επηρέασε τις ζωές πολλών εκατομμυρίων Γερμανών. Στη φιλμογραφία μου με απασχολεί πολύ η Ανατολική Γερμανία, ένα ζωντανό κομμάτι της μνήμης μου μια και έχω προσωπικά βιώματα από εκείνο το καθεστώς. 

Ρόναλντ Ζέρφελντ: Όποιος δεν έχει ζήσει ή νιώσει έστω και στο ελάχιστο την Ανατολική Γερμανία δεν μπορεί να καταλάβει γιατί εξακολουθούν καλλιτέχνες σαν τον Κρίστιαν να ασχολούνται με αυτή. Ήταν μια ασύλληπτη κοινωνική δομή, τουλάχιστον όσον αφορά πλέον το δυτικό τρόπο ζωής, που προφανώς σε επηρεάζει, σε τσιγκλάει, σε ερεθίζει να ασχοληθείς μαζί της, είτε συμφωνείς είτε διαφωνείς με αυτά που επικρατούσαν εκεί. Αν και νέος τότε (σ.σ. τώρα είναι στην ηλικία των 44 ετών) ακόμη έχω εικόνες και μνήμες από την εποχή εκείνη. 

Μιλάτε για εμπειρίες και εικόνες που έχετε από το ανατολικό καθεστώς την εποχή εκείνη. Τι ακριβώς εμπειρίες είναι αυτές και ποια είναι η γνώμη σας για τις συνθήκες ζωής που επικρατούσαν στην ανατολική πλευρά της χώρας; 

Κ.Π.: Οι δικές μου εμπειρίες είναι πιο προσωπικές. Οι γονείς μου προέρχονται από την Ανατολική Γερμανία, άρα στην πραγματικότητα ήταν φυγάδες που βρήκαν καταφύγιο στη μικρή δυτικογερμανική πόλη που γεννήθηκα και μεγάλωσα, στο Χίλντεν. Μετά από καιρό, το 1981, πήγα στο Βερολίνο όπου ζω όλα αυτά τα χρόνια. Στα πρώτα δέκα χρόνια όμως, υπήρχαν η οσμή της διαίρεσης, η τάση για φυγή των Ανατολικογερμανών προς της δύση, η ανάγκη για αλλαγή και ένωση των δυο τμημάτων της πόλης. Ένιωθες και τη διαφορετικότητα των ανθρώπων πολύ έντονα. Βέβαια, τα βασικά ερεθίσματα μου είναι οι γονείς μου. Μια και ποτέ μες στο σπίτι δεν το έκρυψαν ότι είναι Ανατοικογερμανοί. Το έδειχναν με κάθε τρόπο. Άλλωστε υπήρχε βαθιά ριζωμένη αυτή η καταγωγή μέσα τους. Νομίζω πως ποτέ δεν ένιωσαν σαν στο σπίτι τους, στο Χίλντεν. Υπήρχε κάτι πιο αγνό στην ανατολική πλευρά της Γερμανίας. Η γνώμη μου είναι ότι το ανατολικό καθεστώς ήταν σκληρό, αυταρχικό, σχεδόν δύστροπο. Όμως υπήρχε ένα κλίμα πιο καθημερινό, πιο απλό, πιο στρωτό. Κάτι που άγγιζε τους ανθρώπους στην καθημερινότητα τους. Δυστυχώς όμως το καθεστώς τους χάλαγε τη μαγιά. 

Ρ.Ζ.: Οι δικές μου εικόνες είναι πιο ευρύτερες. Βέβαια την ύπαρξη της άλλης Γερμανίας τη νιώθαμε στο πετσί μας οι Δυτικογερμανοί. Εικόνες που φαίνονταν παλιομοδίτικες, μουσικές που ήταν μιας άλλης εποχής. Ένας κόσμος διαφορετικός, που νόμιζες ότι απείχε έτη φωτός από τη δική σου ζωή. Δεν ξέρω πώς να στο περιγράψω αυτό το συναίσθημα… Δεν ξέρω… Σίγουρα όμως ήταν συγκλονιστικό. Γι’ αυτό και μας απασχολεί ακόμη. Όσο για την άποψη μου… Ήταν σίγουρα ένα σκληρό καθεστώς. Κοίταξε, δεν το έζησα κι άρα μπορώ να περιγράψω μόνο το κλίμα που επικρατούσε την εποχή εκείνη, τις συζητήσεις που κάναμε μεταξύ μας, την ανάγκη των Ανατολικογερμανών να έρθουν στη μεριά μας. Όλα αυτά μας επηρέαζαν, άγγιζαν τον ψυχισμό μας. 

Εντέλει, η “Barbara” είναι μια ιστορία αγάπης ή μια πολιτική ταινία; 

Κ.Π.: Είναι ένα πολιτικό δράμα που έχει αρχή, μέση και τέλος στην ίδια την ύπαρξη. Επ’ ουδενί δεν ήθελα να κάνω μια τυπική ιστορία αγάπης. Δεν ήταν αυτή η πρόθεση μου, με άλλα λόγια. Το γεγονός ότι η Μπάρμπαρα βρίσκεται ανάμεσα σε δυο άντρες, ότι πολιορκείται από δυο διαφορετικούς κόσμους μέσω των αντρών αυτών, είναι το πρόσχημα μου για να διηγηθώ μια ιστορία βάσει του πολιτικού σκηνικού της εποχής εκείνης. Ένα σκηνικό που επηρέαζε βαθιά τον ανθρώπινο ψυχισμό, και στεκόταν εμπόδιο στην επαγγελματική του σταδιοδρομία, στις σχέσεις του, στον έρωτα. 

Ρ.Ζ.: Περισσότερο θα τη χαρακτήριζα κοινωνική ταινία. Μέσα από τα μάτια της Μπάρμπαρα αντικατοπτρίζεται ένας ολόκληρος κόσμος. Άνθρωποι που ζούσαν με αυτό το μόνιμο τραμπάλισμα για το που είναι, τι κάνουν και ποια είναι τα σχέδια τους για το μέλλον τους. Θέλουν να ξεφύγουν; Ή μήπως θέλουν να παραμείνουν και να το παλέψουν; Ποια είναι τα θετικά και ποια τα αρνητικά αυτού του καθεστώτος; Η Μπάρμπαρα βρίσκεται ανάμεσα σε δυο άντρες, ο ένας είμαι εγώ παρεμπιπτόντως, οι οποίοι συμβολίζουν τους δυο κόσμους της, τα όνειρα και τα σχέδια της. Εν γένει, το δίλημμα της. 

*Η συνέντευξη δημοσιεύτηκε στο κινηματογραφικό πόρταλ www.sevenart.gr (19-10-12).