28 Μαρ 2013

Oι Ταινίες της 28ης Μαρτίου 2013 στο SevenArt.gr


Του Νέστορα Πουλάκου 

Συγχαρητήρια στους Αισιόδοξους? (7/10) 

Η ευχάριστη έκπληξη της χρονιάς στην ελληνική παραγωγή. Μια ταινία που μιλάει για την ελληνική κρίση, όπως αυτή έχει ριζωθεί βαθιά μες στην κοινωνία μας. Επικεντρωμένη στη νεανική ματιά και το πώς αυτή βιώνει το περιβάλλον γύρω της, η σκηνοθέτις επιχειρεί να καταγράψει την αισιοδοξία και την αγανάκτηση, το αδιέξοδο και τον αγώνα των σημερινών νέων που καλούνται να «ανανεώσουν», με κάποιο τρόπο, αυτό το αυτοκτονικό και αποπνικτικό σκηνικό που μας ταλανίζει. Η ταινία της Κωνσταντίνας Βούλγαρη με εκπλήσσει ευχάριστα, με ωθεί στον αγώνα και με γεμίζει με αισιοδοξία. Είναι ότι πιο στοχευμένο έχω δει στον ελληνικό κινηματογράφο τον τελευταίο καιρό. Χωρίς να υποπίπτει στο σύνηθες «λάθος» της αβάν γκαρντ και της αφαίρεσης, μιλάει απλά, σταράτα και αγωνιστικά. Με ηρωίδα της μια νέα κοπέλα με σπουδές, αριστερές καταβολές αλλά προσανατολισμένη σε μια αστική κατεύθυνση ζωής, μπαίνει έστω και επιφανειακά στο κινηματικό περιβάλλον των Εξαρχείων και γίνεται «αντί-» και προβληματίζει. Η «καυτή» Αθήνα της κρίσης. Η αστυνομοκρατούμενη πόλη και οι αναρχικοί που συνεχίζουν τον αγώνα τους παρά τις φυλακίσεις και τα κυνηγητά, μπαίνουν στο μικροσκόπιο της Βούλγαρη αλλά κυρίως τονίζονται οι αδιέξοδες σκέψεις, η αντίδραση και το μεγάλο ερωτηματικό (?) που αντιμετωπίζουμε οι νέοι σήμερα. Μια ταινία για όλους εμάς που μας τάξανε κάτι καλύτερο και δεν προλάβανε καν να μας το δώσουνε, αφού γκρεμίστηκε και μαζί του αυτή η χώρα. Έχω γράψει πολύ αρνητικά για την πρώτη ταινία της Βούλγαρη (τότε στην εφημερίδα Το Παρασκήνιο) αλλά νομίζω ότι αυτή τη φορά τόλμησε, απαγκιστρώθηκε από συμπλέγματα που την κρατούσαν πίσω και ωρίμασε και η ίδια και φυσικά η σκηνοθετική γραφή της. Όπως στο «Valse Sentimentale», η ηρωίδα και εδώ είναι το alter ego της και οι προσωπικές αναφορές της είναι εμφανείς. Τώρα πια όμως δεν έχουμε να κάνουμε με ένα κορίτσι των Εξαρχείων απλώς και μόνο, αλλά για μια νεαρή αγωνίστρια που αντιπροσωπεύει όλους όσοι αντιδρούν, κλαίνε, προβληματίζονται, σκέφτονται, εγκλωβίζονται αλλά το τέλος ξεσπούν. Με τον πιο τρελό χορό στο πλέον αλληλέγγυο πάρτι της γειτονιάς. Από τις καλύτερες τελικές σεκάνς που έχω δει. Αισιοδοξώ, συγχαρητήρια και μπράβο της! 

Blancanieves (6/10) 

Ή αλλιώς το ισπανικό «The Artist» που κυριάρχησε στη χώρα το 2012, υποδηλώνοντας ότι ο σεβασμός και η νοσταλγία μιας αλλοτινής, πολύ μακρινής είναι η αλήθεια, εποχής κυριαρχεί στις μέρες μας. Και αν ο Χαζαναβίσιους έχτισε τη δική του ταινία στα πρότυπα του αμερικανικού βωβού σινεμά, ο Μπέργκερ σύνθεσε τη «Χιονάτη», μια ενήλικη μεταφορά του γνωστού παραμυθιού των αδερφών Γκριμ, με πρότυπο του τον ευρωπαϊκό, και δη τον ισπανικό βωβό κινηματογράφο. Πρόκειται για ένα σινεμά άλλης εποχής, που εξακολουθεί να μαγνητίζει και να προσελκύει ακόμη και σήμερα, με τις νέες τεχνολογίες να δίνουν μεγαλύτερη έμφαση και ώθηση σε αυτή την παλιακή φιλμική κατασκευή. Ο Μπέργκερ δεν κάνει μια ακόμη τετριμμένη ταινία – φόρο τιμής στο σινεμά του ’20, όσο μια πικάντικη διασκευή που χρησιμοποιεί τα τερτίπια του παλιού κινηματογράφου για να τραβήξει τα βλέμματα πάνω της. Εντυπωσιακή κατασκευή, άκρως σινεφιλική, που περνάει μέσα από το μύθο και την πραγματικότητα των ισπανικών ταυρομαχιών, εκτυλίσσεται μέσω μιας οικογενειακής τραγωδίας που παίρνει όμως από ένα σημείο και μετά ευρύτερες κοινωνικές διαστάσεις. Η κακιά μητριά, η γοητευτική μητέρα που «χάθηκε» νωρίς, ο πατέρας με τις λανθασμένες επιλογές και στο τέλος ένα κορίτσι που μεγάλωσε με όνειρα αλλά μες στην καταπίεση με σκοπό όμως να κατακτήσει τον κόσμο. 

Stoker (6/10) 

O… εκδικητικός Παρκ, αυτός ο τρομερός Κορεάτης σκηνοθέτης με τις απίστευτες ιστορίες βίας και αίματος που μας είχε κατακλύσει την προηγούμενη δεκαετία, μεταβαίνει στο Χόλιγουντ για την πρώτη αγγλόφωνη ταινία του. Η αλήθεια είναι ότι εντυπωσιάστηκα και δεν εντυπωσιάστηκα από το «Stoker». Αφενός γιατί είναι μια δυνατή οικογενειακή ιστορία εκδίκησης και παραφροσύνης που αναδεικνύει την ανθρώπινη τρέλα σε όλο το μεγαλείο της. Αφετέρου γιατί δεν διαφέρει σε τίποτα από τις κορεάτικες ταινίες του Παρκ. Ουσιαστικά ο σημαντικός αυτός σκηνοθέτης δεν πάει παρακάτω τη γραφή του και μένει και εμμένει στα ίδια που τον ανέδειξαν και τον έκαναν γνωστό. Νοσηρότητα, ακραίες συμπεριφορές, η βία σε πρώτο πλάνο και η εκδίκηση που προτείνεται με τον πιο ψυχρό, σκληρό και αποτελεσματικό τρόπο. Οι ήρωες του Πάρκ από ένα σημείο και μετά δεν είναι άνθρωποι αλλά βίαια ζόμπι. Κατά τα λοιπά, το «Stoker» είναι μια ταινία που θα σας εντυπωσιάσει με τη βίαιη απλότητα της, το στυλ και το ύφος της, τις ερμηνείες των ηθοποιών της (κυρίως του Μάθιου Γκουντ) και τις σκηνοθετικές επιλογές του Παρκ. Αν η ιστορία ήταν περισσότερο πρωτότυπη και το τελικό gap της όχι τόσο κατώτερο του αναμενομένου, τότε θα μιλήσουμε για μια σπουδαία παραγωγή. 

Broken City (5/10) 

Μια κλασική αμερικανική ταινία που εξελίσσεται μεταξύ νουάρ και αστυνομικής και πολιτικής περιπέτειας - διαφθοράς, με σύγχρονο φόντο, μέσα και συμπεριφορές. Πρωτίστως, πρέπει να εξάρω την ερμηνεία του Μαρκ Γουόλμπεργκ, ο οποίος για μια ακόμη φορά είναι εξαιρετικός στο ρόλο το σκληρού μπάτσου, που κινείται στα όρια του καλού και του κακού είτε επαγγελματικά είτε προσωπικά είτε εσωτερικά. Η ταινία του Άλεν Χιουζ είναι άρτια κατασκευασμένη αλλά προβλέψιμη. Δεν μας εντυπωσιάζει τίποτα, πόσω μάλλον η συμπεριφορά και η κατάληξη του ήρωα που υποδύεται ο Ράσελ Κρόου. Σε μια ιστορία, ολίγον τετριμμένη, που ο καθένας πουλάει και τη μάνα του για να επιβιώσει, τότε όλα τα περιμένουμε ακόμη και από ανθρώπους υπεράνω πάσης υποψίας. Εντέλει, αυτό που μας απομένει από το «Broken City» είναι μια δυνατή και άκρως διασκεδαστική αστυνομική ταινία, που μπορεί να μη διαθέτει δάφνες ποιότητας, όμως πρωτίστως δεν μας προσβάλλει σαν θεατές, μας διασκεδάζει και μας αφήνει ένα άκρως κινηματογραφικό βράδυ, που κινείται στα αρχετυπικά όρια διαχρονικώς. 

Welcome to the Show (3/10) 

Ωριαίο ντοκιμαντέρ για το μύθο της ελληνικής ροκ μουσικής Παύλο Σιδηρόπουλο, που όμως είναι προχειροφτιαγμένο, στατικό και κάπως ατσούμπαλο, μοιάζει περισσότερο με τηλεοπτική εκπομπή της ΕΡΤ παρά με κινηματογραφικό ντοκιμαντέρ – βιογραφία που φωτίζει τις αθέατες πλευρές του καλλιτέχνη και ανθρώπου, και μας λέει μια ιστορία που αγνοούμε. Πρωτίστως δεν μαθαίνουμε τίποτε περισσότερο από αυτά που ήδη γνωρίζουμε για τον Σιδηρόπουλο. Δευτερευόντως, οι συνεντεύξεις ειδικών και μη της μουσικής (του;) κατακλύζουν το μεγαλύτερο μέρος του ντοκιμαντέρ, με τον «ασυμβίβαστο» Παύλο να «ακούει» απλώς αυτά που λένε, σχολιάζουν, κριτικάρουν και αναλύουν για εκείνον, το έργο και την πορεία του στη μουσική μέχρι τον απρόσμενο θάνατο του. Και προσέξτε, δεν πρόκειται για κόπια αλλά για dvd, με κακή εικόνα και ήχο.