11 Απρ 2013

Ταινίες της 11ης Απριλίου 2013


Του Νέστορα Πουλάκου 

Μεταξά, ακούγοντας το χρόνο (5/10) 

Αυτό που πετυχαίνει ο έμπειρος ντοκιμαντερίστας Σταύρος Ψυλλάκης είναι να μας ευαισθητοποιήσει και να μας γεμίσει τρυφερότητα και αγάπη για τους καρκινοπαθείς και τον αγώνα τους, πάντα μαζί με τους γιατρούς τους και το προσωπικό του νοσοκομείου. Κυρίως όμως για το ψυχικό τους σθένος και τη μάχη τους να κρατηθούν στη ζωή παρά τις αντιξοότητες. Πρωτίστως, το ντοκιμαντέρ του Ψυλλάκη είναι μια ειλικρινής καταγραφή ενός άλλου κόσμου που ενέχει την αγωνία για το αύριο. Η επάρατη νόσος που έχει χτυπήσει την πόρτα όλου του κόσμου τις τελευταίες δεκαετίες, συσπειρώνει, ενώνει και συνασπίζει ψυχές και μυαλά, έτοιμα να τρελαθούν μπρος στον ξαφνικό και χωρίς προειδοποίηση κίνδυνο της απώλειας της ίδιας της ζωής τους. Παρά το γεγονός ότι το ντοκιμαντέρ δημιουργήθηκε με την πρωτοβουλία και τη στήριξη της ιατρικής κοινότητας και το ότι δεν υπεισέρχεται στα «σκοτεινά» σημεία των σχέσεων γιατρών-ασθενών (όσον αφορά το οικονομικό μέρος τους), εντούτοις καταφέρνει να μπλέξει με χαμόγελο και βαθιά στήριξη στον αγώνα τους, ιστορίες ανθρώπων που ανέβηκαν αυτόν το Γολγοθά και επιμένουν. 

Στο Τέλος του Δρόμου (5/10) 

Εδώ έχουμε να κάνουμε με τη μεγαλομανία του Ντέρεκ Σιάνφρανς. Ναι, στηρίξαμε το «Blue Valentine» καθότι το θεωρούμε μια εξαίσια διαλεκτική, έστω και υπερβολική, πάνω στην επαφή ενός άντρα και μιας γυναίκας. Πιο σύγχρονη και ανανεωτική. Όμως, στο «Τέλος του Δρόμου», την Ιστορία μιας σύγχρονης επαρχιακής πόλης υπό το πρίσμα του περιθωρίου, της διαφθοράς και της σκοτεινής ανθρώπινης ψυχοσύνθεσης, το παρατράβηξε. Οι χαρακτήρες του Σιάνφρανς είναι λεπτομερειακοί στη δομή τους και εξαιρετικοί ερμηνευτικά: από τη Μέντες και τον Γκόσλινγκ μέχρι τον Κούπερ και τα δυο πιτσιρίκια, όλοι τους στηρίζουν αυτή την πρόθεση του δημιουργού να δομήσουν και ως εκ τούτου να αποδομήσουν το ανθρώπινο αρχέγονο, που αφορά πρωτίστως το ένστικτο επιβίωσης και επιβολής στα πράγματα. Κάθε λογής. Το πρώτο μέρος της ταινίας είναι αυτό που εντυπωσιάζει. Είτε τα εξαιρετικά πλάνα του Σιάνφρανς, που παίζει με τα βλέμματα, τις σιωπές και τη φύση, είτε η επιβλητική παρουσία του Γκόσλινγκ, που μας κόβει κυριολεκτικά την ανάσα, όλα αυτά συναρπάζουν, συγκλονίζουν, αποστομώνουν. Το ερώτημα βέβαια παραμένει: Που θέλει να καταλήξει ο δημιουργός; Ένα ερώτημα που πιθανώς βασάνιζε και τον ίδιο τον Σιάνφρανς, καθότι αποφάσισε να κάνει ένα δεύτερο μέρος -εντελώς περιττό αναφορικά με τη διάρκεια του, είναι η γνώμη μου- ώστε να μας δείξει ότι οι γενιές συνεχίζουν το έργο των μεγάλων ενδεχομένως και λόγω του DNA τους. Αυτή τη ματαιότητα θέλει να καταδείξει ο σκηνοθέτης, αλλά το κάνει άτσαλα, μακρόσυρτα και κουραστικά. Η οικονομία του χρόνου και των… βλεμμάτων αρκούσαν για να πει την ίδια ιστορία συντομότερα και πλέον περιεκτικά. 

Ένα Βήμα Μπροστά (4/10) 

«Ειδικός» στις προσωπογραφίες ιδιαίτερων ανθρώπων αποδεικνύεται ο ντοκιμαντερίστας Δημήτρης Αθυρίδης, τον οποίο -για όσους με διαβάζουν- στήριξα με θέρμη και υποστήριξα στην πρώτη δουλειά του, πριν τρία χρόνια, για τη χαρακτηριστική περσόνα του άλλοτε ροκ σταρ Τέρυ Παπαντίνα. Ο Αθυρίδης έκανε και δεν έκανε μια «ιδιαίτερη» επιλογή, αφού ο Γιάννης Μπουτάρης ήταν ήδη μια γνωστή περίπτωση αντισυμβατικού ανθρώπου ο οποίος από τα κρασιά, τον ακτιβισμό και τον αλκοολισμό έφτασε να διεκδικεί τη δημαρχία της Θεσσαλονίκης, που τελικά κέρδισε. Η κάμερα του Αθυρίδη τον παρακολουθεί στην προεκλογική περίοδο του (το 2010), έχει ενδιάμεσες σφήνες για την προσωπική ζωή του, και καταλήγει δυο χρόνια μετά να «σχολιάζει» την ανάμειξη του στα κοινά με μια σύντομη αναγωγή στη σύγκρουση με τις συντεχίες και στην αλλαγή σελίδας για την πόλη. Η αλήθεια για το «Ένα Βήμα Μπροστά» είναι ότι φιλοτεχνεί το πορτρέτο ενός ανθρώπου που ποτέ δεν κώλωσε να τσαλακώσει την εικόνα του, είτε ως επιχειρηματίας και δημόσιο πρόσωπο στη Θεσσαλονίκη είτε ως υποψήφιος δήμαρχος (και τελικά δήμαρχος) της πόλης. Εν ολίγοις, αναμασά τα ήδη γνωστά και, κατά τη γνώμη, τετριμμένα και αντισυμβατικά του Μπουτάρη. Υπάρχει και μια άλλη αλήθεια όμως: αυτή που λέει ότι μέσα από το πονηρό «τσαλάκωμα» αναδύεται ένας λαϊκισμός που προκαλεί μόνο συμπάθεια, και φυσικά στήριξη, υποστήριξη και συσπείρωση (με δεδομένα κοινωνικά και πολιτικά «κέρδη») για το πρόσωπο που βιογραφείται. Δεν είμαι και τόσο σίγουρος για τους «αγαθούς» σκοπούς και την αποστασιοποίηση του Αθυρίδη. Αν και καλοφτιαγμένο ντοκιμαντέρ και ιδιαιτέρως έξυπνο στη γραφή του, εντούτοις με προβληματίζει ο στόχος του. 

Ματζουράνα (3/10) 

Με ενδιαφέρον διάβασα την είδηση της επιστροφής της Όλγας Μαλέα στο σινεμά, μετά από έξι χρόνια παρακαλώ, και μάλιστα στο είδος του ψυχολογικού – κοινωνικού θρίλερ, σε κάτι δηλαδή που δεν μας είχε συνηθίσει στην πρώτη περίοδο (αν μπορώ να τη χαρακτηρίσω έτσι) της καριέρας της, όπου κυριαρχούσε η κωμωδία και η κομεντί. Η Μαλέα προσπάθησε να καταπιαστεί με ένα κοινωνικό φαινόμενο, μένοντας όμως τελικά στις καλές προθέσεις και την καταγγελτική της στάση και διάθεση. Με το δεδομένο των δεκάδων ριάλιτι σόου μαγειρικής, και την περυσινή επιλογή και για παιδικό… ριάλιτι σόου μαγειρικής (με παρουσιάστρια trash τηλεπερσόνα της πρωινής ζώνης ακροδεξιού καναλιού!), η έμπειρη κινηματογραφίστρια υπεισέρχεται στην ψυχοσύνθεση ενός μικρού κοριτσιού που επιδιώκει να είναι τέλεια και να πετύχει, στην αλλοτρίωση της από την τηλεοπτική πραγματικότητα και στην… αγωνία της υπερβολικής μητέρας της να τη δει πετυχημένη και πλούσια. Βέβαια, αυτό που τελικά βλέπουμε είναι μια τηλεταινία αμφιβόλου αισθητικής (σκηνοθετικά και σεναριακά), με πολύ κακές ερμηνείες και αρρυθμίες στην αφήγηση, δομικά στοιχεία δηλαδή που μας πετάνε εκτός ταινίας όσες καλές προθέσεις και αν έχουμε. 

Το Σώμα (3/10) 

Προφανώς η… ιστορία των νεανικών ταινιών φαντασίας δεν έχει τελειωμό. Το ζήτημα βέβαια είναι ότι δεν έχει και αισθητικό φραγμό με αποτέλεσμα να έχουν ξεπεράσει κάθε όριο αντοχής και ανοχής των θεατών. Ο προσανατολισμός των βιβλίων της Μέγερ είναι γνωστός (αλλά τι κρίμα, τελείωσε η σειρά «Λυκόφως») αλλά υποτιμάται τόσο πολύ η νοημοσύνη μας ώστε γίνεται και εντελώς παιδικός. Εδώ έχουμε ένα κάνουμε με το μέλλον (;), το ανθρώπινος είδος, κάτι περίεργους εξωγήινους και τη χρησιμότητα ή, τελικά, και χρηστικότητα των ανθρωπίνων σωμάτων. Σε αυτήν τη μάχη του καλού με το κακό αλλά και της επιβίωσης του είδους μας επί της Γης, τι άλλο;, ο έρωτας, η αγάπη και ένα βλέμμα συμπόνιας και υπεράσπισης θα μας σώσει. Αυτή η προσπάθεια να ξαναμπεί στο προσκήνιο η… πετυχημένη Μέγερ προκαλεί γέλια καθότι πρόκειται, κυρίως, για μια κινηματογραφική μπαλαφάρα ολκής, που ειλικρινά θα απορήσω σαν δω πόσοι νέοι (κάτω των 15) θα τρέξουν να δουν αυτή την παρατραβηγμένη ιστορία αγάπης με φόντο τον πόλεμο κατά των εξωγήινων εισβολέων.