21 Απρ 2013

Περιπέτεια από το μέλλον


Του Νέστορα Πουλάκου 

Μετά από αυτήν τη μικρή απουσία μας, η στήλη ΣΤΟΠ ΚΑΡΕ επιστρέφει στο ΧΩΝΙ σε μια πλούσια κινηματογραφική εβδομάδα οκτώ πρώτων προβολών. Ξεχωρίζουν δυο ταινίες εκ διαμέτρου αντίθετες και διαφορετικές μεταξύ τους: με την ιστορία επιστημονικής φαντασίας «Oblivion», ξαναθυμόμαστε το «Star Trek» και το «Star Wars», τις κλασικές αυτές ταινίες που άνοιξαν το διάλογο για τη ζωή πέρα από τη Γη. Στη νέα περιπέτεια του Τζόζεφ Κοζίνσκι («Tron Legacy»), ο Τομ Κρουζ είναι ο Τζακ Χάρπερ, ένας από τους τελευταίους εναπομείναντες ανθρώπους στη Γη, που έχει ως αποστολή του να επιδιορθώνει τα ρομποτικά σκάφη που επιτηρούν τη Γη και την προστατεύουν από τους εισβολείς. Με εντυπωσιακά σκηνικά, κουστούμια και εφέ, και παρά το γεγονός ότι ο πρωταγωνιστής δεν πείθει με την ερμηνεία του, μπαίνουμε σε ένα μετά-αποκαλυπτικό, άκρως τελολογικό σύμπαν, στο οποίο ο αγώνας και η θέληση του ανθρώπου για ζωή έχει το βασικό ρόλο. Δυναμική εικόνα επικών διαστάσεων σε ένα μπλοκμπάστερ που παρά τις εμφανείς σεναριακές αδυναμίες του, μας συνεπαίρνει και μας παρασύρει σε καταιγιστικούς ρυθμούς και εντάσεις που δεν είχαμε φανταστεί στο παρελθόν. Αυτό λέγεται και πραγματικό, χορταστικό σινεμά. Από την άλλη μεριά, επιλέγουμε σινεφίλ μονοπάτια με τις «Γυναίκες του Λεωφορείου 678», αιγυπτιακής παραγωγής του Μοχάμεντ Ντιάμπ, που μπορεί από ένα σημείο και μετά να εκτείνεται από το αστυνομικό σασπένς έως το μελόδραμα, όμως παραβάλλει ένα υπαρκτό όσο και σοκαριστικό ζήτημα: τη σεξουαλική παρενόχληση των γυναικών σε δημόσιους χώρους και, δη, σε λεωφορεία, που φτάνει μέχρι και στο σημείο του ομαδικού βιασμού, σε χώρες όπως στην Ινδία και τη Βραζιλία. Μάλιστα, η συγκεκριμένη ιστορία που βλέπουμε στην ταινία βασίζεται σε πραγματικά περιστατικά, τα οποία με τον καιρό και την έκταση που πήραν, οδήγησαν την κυβέρνηση της Αιγύπτου να ποινικοποιήσει την παρενόχληση με αποτέλεσμα να εξομαλυνθεί σε ένα μεγάλο βαθμό το γεγονός. Η κάμερα του Ντιάμπ εστιάζει σε τρεις γυναίκες διαφορετικών τάξεων, που όλες παρενοχλήθηκαν ή βιάστηκαν, με τη σιωπηρή -δυστυχώς- στάση της κοινωνίας ευρύτερα. Στις υπόλοιπες ταινίες της εβδομάδας: μια ακόμη εγγλέζικη μεταφορά κλασικού μυθιστορήματος σε σκηνοθεσία Μάικ Νιούελ, με τους Ρέιφ Φάινς και Έλενα Μπόναμ Κάρτερ, είναι «Οι Μεγάλες Προσδοκίες» που όμως κινούνται σε ρηχά νερά και μάλιστα πολύ αδιάφορα. Μια ερωτική πράξη αντίστασης της παιδικής ηλικίας είναι το «Με λένε Ερνέστο», το οποίο μας μεταφέρει στην αργεντίνικη χούντα στα τέλη του 1970, και παρά το ενδιαφέρον θέμα της δεν μας συγκίνησε ιδιαίτερα. Καλοφτιαγμένο ντοκιμαντέρ που αναμασά όμως αυτά που ήδη ξέρουμε, για τη ζωή των κομμουνιστών στην εξορία της Μακρονήσου, είναι το «Σαν Πέτρινα Λιοντάρια στη Μπασιά της Νύχτας» του Ολιβιέ Ζισουά. Ακόμη: το παιδικό animation «Οι Κρουντς» προβάλλεται μεταγλωττισμένο στα ελληνικά και σε 3D, το -επίσης- animation αλλά καθόλου παιδικό (προσέξτε, στην κατασκευή του ναι, δεν απευθύνεται σε παιδιά όμως λόγω θέματος) «Μπουτίκ για Αυτόχειρες» του Γάλλου Πατρίς Λεκόντ, και το ντοκιμαντέρ για τους Έλληνες κομμουνιστές στις Η.Π.Α. την περίοδο του Μακαρθισμού «Ταξισυνειδησία». 

Ένα Δέντρο γεμάτο σινεμά 

Κυκλοφόρησε το νέο τεύχος της εξαμηνιαίας λογοτεχνικής επιθεώρησης Το Δέντρο (191-92, 10 ευρώ) με 110 σελίδες για το σύγχρονο ελληνικό κινηματογράφο. Ο εκ των εκδοτών του, συγγραφέας και κριτικός κινηματογράφου Τάσος Γουδέλης, ανέλαβε να επισκοπήσει το σημερινό τοπίο στο ελληνικό σινεμά, πραγματοποιώντας μια ενδιαφέρουσα διαλεκτική κειμένων και απόψεων. Με μια χαρακτηριστική σκηνή από την ταινία του Θόδωρου Αγγελόπουλου «Το Βλέμμα του Οδυσσέα» στο εξώφυλλο του, το λογοτεχνικό Δέντρο γίνεται κινηματογραφικό με ένα πλούσιο απάνθισμα κειμένων. Συναντάμε στις σελίδες του, μεταξύ άλλων, κείμενα των σκηνοθετών Σύλλα Τζουμέρκα, Δημήτρη Παναγιωτάτου, Λάκη Παπαστάθη, Γιώργου Γκικαπέππα, των πρώην διευθυντών του Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης Δέσποινας Μουζάκη και Μισέλ Δημόπουλου, των κριτικών κινηματογράφου Αλέξη Δερμεντζόγλου, Βασίλη Κεχαγιά, Θόδωρου Σούμα και Νέστορα Πουλάκου, καθώς και των θεωρητικών και συγγραφέων Θανάση Βασιλείου, Κώστα Γεωργουσόπουλου, Μάνου Στεφανίδη και Βασίλη Βασιλικού. 

*Η στήλη Στοπ Καρέ δημοσιεύτηκε στην εβδομαδιαία εφημερίδα Το Χωνί (φύλλο 56, 21-4-13).

Oι Ταινίες της Εβδομάδας στο SevenArt.gr (18-4-13) 

Oblivion (6/10) 

Η αλήθεια είναι ότι το «Oblivion» ξεπέρασε τις μετριοπαθείς προσδοκίες μου, καθότι περίμενα να δω, εντελώς προκατειλημμένα, μια ακόμη φουτουριστική μπαλαφάρα για την αιώνια διαμάχη μεταξύ εξωγήινων και γήινων, και στη μέση τον σωτήρα που με νοσταλγία κοιτάζει πίσω του το ερημωμένο σπιτικό του. Και ενώ όλα τα παραπάνω, όντως, ισχύουν, εντούτοις τα κλισέ λειτουργούν δημιουργικά πάνω σε αυτό το άκρως εντυπωσιακό τελολογικό σύμπαν, όπου τα εφέ είναι μεν εκθαμβωτικά αλλά όχι τόσο εξωπραγματικά ώστε να μας ξενίσουν και να θορυβήσουν τα αυτιά μας. Με τον Τομ Κρουζ να μην πείθει και τόσο με την ερμηνεία του, άλλα όλα τα άλλα, γύρω – τριγύρω, να δένουν αρμονικά μεταξύ τους, από το εντυπωσιακό σπίτι του στις μάχες σώμα – σώμα, και από τις τρυφερές και ερωτικές περιπτύξεις στο διάστημα στις γήινες απολαύσεις και τα ποιήματα, ώστε αυτό το οπτικοακουστικό θέαμα μας συνεπαίρνει και μας παρασύρει σε καταιγιστικούς ρυθμούς και εντάσεις που δεν είχαμε φανταστεί στο παρελθόν. Αυτό λέγεται και πραγματικό, χορταστικό σινεμά. 

 Οι Γυναίκες του Λεωφορείου 678 (6/10) 

Ένα υπαρκτό και συγκλονιστικό ζήτημα πραγματεύεται αυτή η ταινία του Μοχάμεντ Ντιάμπ: τη σεξουαλική παρενόχληση των γυναικών σε δημόσιο χώρο και πιο συγκεκριμένα σε αστικά λεωφορεία, ένα γεγονός που -δυστυχώς- καταδεικνύει συμπεριφορές υπανάπτυκτου (και σαφώς ανδροκρατούμενου) κόσμου, εάν συνυπολογίσουμε και το γεγονός της σιωπηρής αποδοχής του από την κοινωνία ευρύτερα. Η κάμερα του Ντιάμπ εστιάζει σε τρεις γυναίκες διαφορετικών τάξεων και το πώς αυτές αντιμετωπίζουν τη συνεχή παρενόχληση και το βιασμό τους, από το μανιακό ανδρικό πλήθος. Επίκεντρο αυτών των επιθέσεων είναι τα αστικά λεωφορεία όπου τα κορμιά ενώνονται λόγω πλήθους και οι αντιδράσεις είναι μειωμένες. Μόνο οι θαρραλέες γυναίκες επιβιώνουν… Πρόκειται για μια σοβαρή και καταγγελτική ταινία ακόμη κι όταν φτάνει στο σημείο να γίνεται αστυνομική ή μελοδραματική. Μπορούμε να τη χαρακτηρίσουμε και αρκούντως τηλεοπτική, όμως το θέμα που πραγματεύεται είναι τόσο σοβαρό που όλες οι φιλμικές αδυναμίες της ξεχνιούνται. Μια ταινία που πρέπει να δούμε όλοι μας, άλλωστε νωποί είναι ακόμη οι βιασμοί τουριστριών και η κακοποίηση των συντρόφων τους, στην Ινδία και τη Βραζιλία από ξελιγωμένες ομάδες ανδρών. 

Με λένε Ερνέστο (5/10) 

Μια πολύ ενδιαφέρουσα καταγραφή εποχής στην Αργεντινή, στα τέλη της δεκαετίας του 1970 και τη σκληρή χούντα που ταλάνιζε τη χώρα, η οποία δε μένει σε πράξεις επανάστασης και αντίστασης και μόνο αλλά υπεισέρχεται στον παιδικό ψυχισμό και κόσμο και το πώς σε αυτό γίνεται αντιληπτή η κατάσταση που επικρατεί τόσο στο σπίτι όσο και στη χώρα. Παράλληλα με τα πρώτα χτυποκάρδια και τα ακραία κρούσματα εφηβείας που αντιμετωπίζει ειδικώς ένα αγόρι. Δεν θα καταφέρει όμως να γίνει ποτέ «Μachuca» η ταινία του Μπενχαμίν Αβίλα, αντιπαραβάλλοντας την ταινία από τη Χιλή που κατέγραψε την παιδική ματιά στη δικτατορία του Πινοσέτ. Κι αυτό γιατί όσο πρωτοεπίπεδα μένει στον ορίζοντα της αντίστασης, καθότι η κάμερα εστιάζει σε ένα σπίτι αντιφρονούντων και αντιστασιακών. Τόσο επιδερμικά αντιμετωπίζει και το ίδιο το παιδί, το μικρό Ερνέστο, τη συμπεριφορά του στο σχολείο, τον έρωτα του, τους τσακωμούς του και εν γένει την κοινωνικότητα του. Αποσπασματικά αισθανόμαστε ότι είμαστε σε ένα χουντικό κλίμα μιας κοινωνίας που νοσεί. Και αυτό γιατί προφανώς ο Αβίλα δεν είναι τόσο επιδέξιος τεχνίτης όπως για παράδειγμα ο Αντρές Γουντ. 

Μπουτίκ για Αυτόχειρες (5/10) 

Πως ένα έξυπνο κινούμενο σχέδιο γίνεται αφόρητα παιδικό, τόσο ώστε ακόμη και τα παιδιά δεν μπορούν να το δουν; Μα φυσικά λόγω του χειρισμού του θέματος του. Ο Πατρίς Λεκόντ, αυτός ο αγαπημένος Γάλλος σκηνοθέτης, καταπιάστηκε με το ιδιαίτερο και όλο μαύρο χιούμορ κόμικ του Ζαν Τουλέ, φτιάχνοντας μεν μια έξυπνη κατασκευή, γεμίζοντας τη δε με τόσα συστατικά ώστε μπουκώνει γρήγορα και «ξεψυχάει». Καθότι στην αρχή, αυτό το μαγαζί για αυτόχειρες με την οικογένεια που ζει από τη δυστυχία και το θάνατο λόγω κρίσης, μας προβλημάτισε αλλά και μας διασκέδασε χάρη σε μερικά άκρως διασκεδαστικά γκαγκ που διαθέτει. Στη συνέχεια, όμως, η αφέλεια του σεναρίου, το μιούζικαλ που μας πετάει εκτός ρυθμού και φυσικά το εντελώς αχρείαστο και κουραστικό 3D αποτελειώνουν μια έξυπνη και ιντριγκαδόρικη ιδέα. Εντέλει μένει η ιδέα και η σπιρτάδα της ιστορίας, σε συνδυασμό φυσικά με την άρτια κατασκευή του κινουμένου σχεδίου. Κατά τα άλλα, από σάτιρα ενηλίκων γίνεται παιδικό παραμύθι με το μειονέκτημα ότι τα παιδιά δεν μπορούν να το δουν λόγω θέματος! 

Μεγάλες Προσδοκίες (4/10) 

Η αρχική μου απορία ήταν, ενώ ετοιμαζόμουν να δω τις «Μεγάλες Προσδοκίες», ποια είναι η χρησιμότητα και τι καινούριο μπορεί να δώσει μια σύγχρονη διασκευή ενός κλασικού βιβλίου της λογοτεχνίας από τη στιγμή μάλιστα που έχει μεταφερθεί στον κινηματογράφο τόσες φορές; Η απάντηση, κι ενώ ακόμη έβλεπα την ταινία, ήρθε γρήγορα: καμία. Τη φετινή εμμονή των Άγγλων να διασκευάζουν κλασικά βιβλία για τον κινηματογράφο δεν την καταλαβαίνω (π.χ. την «Άννα Καρένινα»), με αποκορύφωμα το χιλιοδιαβασμένο σινεφιλικά βιβλίο του Ντίκενς, που δυστυχώς δεν έχει τίποτε αξιόλογο να επιδείξει ώστε να μείνει στην Ιστορία. Παρά μια ακόμη ταινία εποχής αλά BBC είναι, με γνωστούς ηθοποιούς από το Νησί να αναμασούν τα γνωστά. Εντάξει, και το επίπεδο παραγωγής και οι ερμηνείες και εν γένει το σύνολο της ταινίας κινείται σε σοβαρά επίπεδα, όμως η αφήγηση και η εξέλιξη, εντέλει η επιλογή όλων όσων συντέλεσαν για την ολοκλήρωση της, είναι τόσο αφόρητα βαρετή ώστε οι «Μεγάλες Προσδοκίες» είναι μικρές και κουραστικές. 

Οι Κρουντς (4/10) 

Ενδιαφέρον animation, γεμάτο φρεσκάδα και μια περιπέτεια που τραβάει την προσοχή μας, θυμίζοντας μας σπινταριστά και έξυπνα κόμικ του παρελθόντος που έχουμε λατρέψει (σαν τα «Αυτοκίνητα»). Παρολαυτά η όποια φιλότιμη προσπάθεια και πρόθεση των παραγωγών χάνεται και υπολείπεται σε δυο σημαντικά σημεία – παγίδες για κάθε σοβαρό κινούμενο σχέδιο: Στην παιδικότητα του, καθότι δεν πρόκειται για πονηρό και ιντριγκαδόρικο animation που θα μπορέσει να ερεθίσει τις σινεφιλικές διαθέσει των ενηλίκων (τύπου «Η Εποχή των Παγετώνων»). Και στην οικογενειακή του κατεύθυνση, που ξεκινά από το σενάριο και τη σύνθεση των ηρώων και των χαρακτήρων για να καταλήξει ως μια άλλη παραγωγή της Disney, αυτή τη φορά σε κόμικ μορφή. 

Σαν Πέτρινα Λιοντάρια στη Μπασιά της Νύχτας (4/10) 

Καλοφτιαγμένο και ορθώς επιμελημένο ντοκιμαντέρ είναι αυτή η σκηνοθετική δουλειά του Γάλλου δημιουργού Ολιβιέ Ζισουά, ο οποίος υπεισέρχεται σε μια από τις πλέον «μαύρες» σελίδες της πρόσφατης ελληνικής ιστορίας, της εξορίας και των βασανισμών χιλιάδων κομμουνιστών στη Μακρόνησο και τη Γυάρο μετεμφυλιακά. Και παρ’ ότι η παράθεση των εικόνων και η ποιητικότητα της αφήγησης μας κεντρίζει το ενδιαφέρον, εντούτοις η κατά τα άλλα προσεγμένη επιστημονική δουλειά ουσιαστικά αναμασά αυτά που ήδη ξέρουμε και έχουμε δει και ξαναδεί τόσες φορές σε δεκάδες προγενέστερα ντοκιμαντέρ (και πιο χαρακτηριστικά στη «Μακρόνησο» του Ηλία Γιαννακάκη). Συν το γεγονός ότι το αρχειακό υλικό είναι ελάχιστο, άρα και το όποιο ιστορικό ενδιαφέρον χάνεται σε μια λογοτεχνικότητα παρόλο που το θέμα αυτό καθαυτό εξακολουθεί να πονά κάθε δημοκρατικό και ευαισθητοποιημένο Έλληνα.