19 Μαΐ 2013

Τηλεφωνήσατε στη Χάλι Μπέρι;


Toυ Νέστορα Πουλάκου 

Στα μεθεόρτια τρέχουμε να δούμε σινεμά. Σιγά – σιγά ο καιρός «ανοίγει» και οι θερινοί κινηματογράφοι ξεκινούν τη λειτουργία τους. Σε μια εβδομάδα που ο μέσος όρος των ταινιών είναι κάτω του μετρίου, ξεχωρίζει η κινηματογραφική επιστροφή της Χάλι Μπέρι, που έχει να μας χαρίσει καλή ερμηνεία από την εποχή του Gothika (10 χρόνια πίσω!) και συγκλονιστική από το Χορό των Τεράτων που της έδωσε και το μοναδικό της Όσκαρ. Φέτος παίζει στο The Call, μια ιστορία που όλο και κάπου έχουμε ξαναδεί στο σινεμά μια και είναι γεμάτη κλισέ. Όμως εδώ, ο σκηνοθέτης Μπραντ Άντερσον διαθέτει την έξοχη Χάλι Μπέρι ως τηλεφωνήτρια του 911 (ή του ελληνικού 100, αν προτιμάτε), ένα κοινότυπο αλλά περιεκτικό σενάριο, ενώ και ίδιος βάζει το λιθαράκι του με την καλά δομημένη σκηνοθεσία του. Η Χάλι Μπέρι κάνει τα αδύνατα δυνατά για να σώσει, με τη βοήθεια της αστυνομίας, μια νεαρή Αμερικανίδα που την έχει απαγάγει μανιακός δολοφόνος κοριτσιών – οικογενειάρχης. Η όλη επιχείρηση γίνεται… μέσα από ένα πορτμπαγκάζ. Αγωνία, σασπένς, δράση και ένα απροσδόκητο τέλος που μας αφήνει σύξυλους. Trance λέγεται η ταινία – επιστροφή στο σινεμά του Ντάνι Μπόιλ (Trainspotting, Slumdog Millionaire), μετά την «αναγκαστική» διακοπή του για χάρη των Ολυμπιακών του Λονδίνου. Επιχειρεί να κάνει κάτι σαν το Λος Άντζελες Εμπιστευτικό αλλά αποτυγχάνει. Παίζει με το ασυνείδητο, με την ύπνωση, παίζει και με τους γκάνγκστερ και τις ανατροπές επί ανατροπών, αλλά τελικά τα μόνο που πετυχαίνει είναι μια αριστοτεχνική, τριπαρισμένη αισθητική 100 λεπτών που μας «κουδουνίζει» το μυαλό αλλά και την υπέροχη γύμνια της Ροζάριο Ντόουσον. Με τον Βινσέν Κασέλ, μαντέψτε, στο ρόλο του κακού. Βγαίνουν και δυο ελληνικές ταινίες σε περιορισμένη διανομή: Το Αγόρι Τρώει το Φαγητό του Πουλιού αναδείχτηκε καλύτερη ταινία της χρονιάς από την Ελληνική Ακαδημία Κινηματογράφου, κέρδισε το βραβείο FIPRESCI στο τελευταίο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης και έχει κάνει το φεστιβαλικό γύρο του κόσμου. Με άλλα λόγια είναι αυτό που κάνει καλύτερα, μια φεστιβαλική ταινία, που θέλει να μιλήσει για την πείνα του σύγχρονου Έλληνα πολυεπίπεδα (από υπαρξιακή έως κανονική, ελλείψει χρημάτων) και τελικά θα πρέπει να αποκωδικοποιήσουμε τους συμβολισμούς της μέσα από τις σιωπές, τα χοροθεατρικά του πρωταγωνιστή της και διάφορες άλλες κουλαμάρες. Δεν περνάει απαρατήρητη αλλά… αυτά μας φάγανε. Πολλές σιωπές έχουν και οι 11 Συναντήσεις με τον Πατέρα μου του Νίκου Κορνήλιου, που πασχίζει να πει μια ιστορία που έχει ενδιαφέρον (μια κοπέλα προσπαθεί να προσεγγίσει το βιολογικό της πατέρα) αλλά χάνεται στις σεναριακές αστοχίες, τις χαμηλές σκηνοθετικές «πτήσεις» και τις κακοτεχνίες λόγω low budget. Παίζονται ακόμη: Η Αυτοβιογραφία ενός Ψεύτη, ένα κινούμενο σχέδιο που βασίζεται στην αυτοβιογραφία του αδικοχαμένου Γκράαμ Τσάπμαν των Μόντι Πάιθον. Βρετανικό χιούμορ που γελάνε οι Εγγλέζοι και οι… φίλοι τους. Dead Shadows, γαλλική ταινία επιστημονικής φαντασίας που αναμειγνύει από σπλάτερ μέχρι θρίλερ και από τρόμο έως περιπέτεια με αποκορύφωμα εξωγήινους, ζόμπι, bullying και έρωτες. Κάκιστος αχταρμάς για κλάματα. Να σημειώσω εδώ ότι στις 16 Μαΐου αρχίζει στις Κάννες το 66ο κινηματογραφικό φεστιβάλ που συγκεντρώνει τα βλέμμα των απανταχού σινεφίλ, ξεκινάει μάλιστα με τον Υπέροχο Γκάτσμπυ και πρωταγωνιστή τον Λεονάρντο Ντι Κάπριο, το οποίο θα δούμε αμέσως στη χώρα μας. Την ίδια ημέρα στην Αθήνα αρχίζει το ιστορικό Ταινιόραμα στον κινηματογράφο Άστυ, με 144 ταινίες (θα διεξάγεται έως τις 3 Ιουλίου!) και αφιερωμένο στη μνήμη του ιδρυτή του κυρ-Αντώνη Στεργιάκη που «έφυγε» το 2012 από κοντά μας. Περισσότερα όμως στο επόμενο φύλλο. 

The Call **1/2 
Trance ** 
Το Αγόρι Τρώει το Φαγητό του Πουλιού ** 
11 Συναντήσεις με τον Πατέρα μου ** 
Η Αυτοβιογραφία ενός Ψεύτη ** 
Dead Shadows 1/2 

*Η στήλη Στοπ Καρέ δημοσιεύτηκε στην εβδομαδιαία εφημερίδα Το Χωνί (12-5-13). 

Κριτικές ταινιών στο SevenArt.gr (9-5-13) 

The Call 

Από τη μια μεριά έχουμε να κάνουμε με ένα θρίλερ που όλο και κάπου έχουμε ξαναδεί, από την «Τελευταία Κλήση» του Ντέιβιντ Έλις μέχρι το «100» του Γεράσιμου Ρήγα. Από την άλλη όμως, είναι καλοφτιαγμένο, με σωστές δόσεις σασπένς και αγωνίας, και παρόλο που μαντεύουμε πολλές από τις ανατροπές του, μας κρατάει το ενδιαφέρον μέχρι τέλους και μας εκπλήσσει με την έκβαση του. Σε αυτή την ταινία των εκατοντάδων κλισέ και των προβλεπόμενων σκηνών έρχεται να μας προκαλέσει η τρομερά αλλαγμένη και εμφανώς ανανεωμένη Χάλι Μπέρι, η οποία - δεδομένου και του «γνωστού» ρόλου που της έχουν δώσει – υποστηρίζει την ερμηνεία της και δίνει τον καλύτερο εαυτό της. Χάρη σε αυτήν, η συνοχή της ταινίας του Άντερσον παραμένει ακέραια μέχρι και το τελευταίο δευτερόλεπτο. Δηλαδή το «The Call» είναι ένα αστυνομικό θρίλερ που δεν θα σας κατακεραυνώσει με τη στόφα και την πρωτοτυπία του, όμως θα προσελκύσει το ενδιαφέρον σας καθότι υπηρετεί πιστά το είδος του: αυτό της ανθρώπινης αρρώστιας πάνω στο συνάνθρωπο και το ρόλο που παίζουν οι… τηλεφωνήτριες του 100 (ή 911 στις ΗΠΑ) και τα όργανα της τάξης για την πάταξη της. 

Trance 

Πολλά ήθελε να κάνει και να μας πει με το «Trance» ο Ντάνι Μπόιλ αλλά λίγα κατάφερε. Σίγουρα πέτυχε να μας μεταφέρει σε ένα τριπαρισμένο σύμπαν διάρκειας 100 λεπτών, υπερβαίνοντας και τον εαυτό του σκηνοθετικά, και καταφέρνοντας μια ατμόσφαιρα και μια αισθητική που λίγοι δημιουργοί μπορούν να κάνουν στο σινεμά σήμερα. Υπάρχει όμως ένα τεράστιο αλλά: και αυτό έγκειται στην ουσία της ταινίας του Μπόιλ. Ο οποίος τελικά μας δείχνει ότι στόχος του ήταν ένα αστυνομικό θρίλερ που διαδέχεται η μια ανατροπή την άλλη, και που κυρίαρχο ρόλο έχει η πολυπλοκότητα του ανθρώπινου μυαλού μέσα από τη διαδικασία της ύπνωσης. Καταφέρνει να το αποδώσει με κάποιο τρόπο μεν, μπουρδουκλώνοντας το όλο και περισσότερο στη διάρκεια του δε. Ναι, σκηνοθετικά η ταινία είναι ένα χάρμα οφθαλμών, σεναριακά όμως μπερδεύει με αποτέλεσμα να γίνεται τροχοπέδη σε όποια τελική επιδίωξη είχε ο Άγγλος σκηνοθέτης. Από ένα σημείο και μετά δυσφορούμε με αυτά που βλέπουμε και παρά τις καλές ερμηνείες των πρωταγωνιστών (και το υπέροχο κορμί της Ντόουσον) εντέλει συγχυζόμαστε που είδαμε ένα ακόμη αποτυχημένο «Λος Άντζελες Εμπιστευτικό». 

Η Αυτοβιογραφία Ενός Ψεύτη 

Μπορούμε να την ονομάσουμε περίεργη, ιδιαίτερη, ξεχωριστή, σίγουρα με κάποιες δόσεις χιούμορ, έστω και βρετανικού, που αποπνέει τον αλλοτινό αέρα των Μόντι Πάιθον, όμως αυτή η επαναπροσέγγιση εκείνου του μύθου των ‘70s και των ‘80s δεν μπορεί εύκολα να ξαναζωντανέψει ή και να προσελκύσει το σινεφίλ κοινό - όλα έχουν αλλάξει, το ίδιο και οι προτιμήσεις μας. Η αλήθεια είναι ότι ποτέ δεν ξετρελάθηκα με τις ταινίες των Μόντι Πάιθον παρόλο που όλες τους ενέχουν μερικές σεκάνς για μια μελλοντική κινηματογραφική ανθολογία. Από την άλλη μεριά, αυτό το animation – αυτοβιογραφία ενός εκ των Πάιθον, του Γκράαμ Τσάπμαν, αν και διακατέχεται από αυτό τον «αέρα» αναπόφευκτα εντούτοις δεν είναι μια ακόμη ταινία της θρυλικής κωμικής ομάδας: αλλά μια weird εκδοχή ζωής ενός κωμικού που «έφυγε» νωρίς δημιουργώντας το δικό του, προσωπικό μύθο. Ούτε θα γελάσετε πολύ ούτε και θα προβληματιστείτε ιδιαίτερα. Η αλήθεια είναι ότι αυτή η ταινία θα σας μετεωρίσει και θα σας «παγώσει» καθότι δύσκολα θα σας εισάγει στο όποιο σύμπαν επιδιώκει (του ίδιου του Τσάπμαν; Της εποχής εκείνης;). Είναι μια παράξενη κατασκευή με άποψη, μια ευφάνταστη ιδέα που αμφιβάλω για τους αποδέκτες της, πέρα από τους εναπομείναντες φαν των Πάιθον. 

Το Αγόρι Τρώει το Φαγητό του Πουλιού 

Από την «Πείνα» του Χάμσουν μέχρι τη χοροθεατρική κινησιολογία της σύγχρονης αβάν – γκαρντ σκηνής, «Το Αγόρι Τρώει του Φαγητό του Πουλιού» περιπλέκει θέματα, εικόνες και ιδέες για να αποτυπώσει με τον πιο ιδιαίτερο τρόπο τη σημερινή κατάσταση στη χώρα μας. Μια ταινία επίκαιρη μεν, δυσκολοχώνευτη δε, που αβίαστα κανείς μπορεί να την εντάξει στο λανθιμικό σινεμά του παράξενου (ή της τέχνης για την τέχνη), από την άλλη όμως δεν μπορεί να την προσπεράσει και να μην τη σχολιάσει. Η κάμερα του πρωτοεμφανιζόμενου - στη μεγάλου μήκους ταινία - Έκτορα Λυγίζου επικεντρώνεται στην αγωνία του νεαρού πρωταγωνιστή του να ζήσει με αξιοπρέπεια, ή τελοσπάντων να ζήσει το κατά δύναμιν σε ένα σκηνικό που του κληρονομήσανε χωρίς να τον ρωτήσουνε, και εκείνος προσπαθώντας να σταθεί στα πόδια του αγκομαχάει για την καθημερινότητα του, μέσα από το ένστικτο της επιβίωσης αλλά και την υπερηφάνεια του αυτή καθ’ αυτή. Από κει και πέρα, το ζήτημα είναι αν συμφωνείτε ή όχι με τον τρόπο που επιλέγει να μας μεταδώσει αυτή την αγωνία ο Λυγίζος. Από μεριάς μου διαφωνώ, καθότι θεωρώ ότι οι σεναριακές τρύπες ή τα ερωτηματικά, πείτε το όπως θέλετε, σε συνδυασμό με τη χοροθεατρική προσέγγιση τύπου πειραματικής σκηνής και την καλή μεν άκρως επιτηδευμένη δε ερμηνεία του πρωταγωνιστή, μόνο συγχύζουν, μπερδεύουν ή αγανακτούν παρά λειτουργούν συνολικά για τη μετάδοση ενός νοήματος που δεν θα χρειάζεται ντε και καλά αποκωδικοποίηση, κρυμμένους συμβολισμούς και καλλιτεχνίζουσες εικονοπλασίες. 

11 Συναντήσεις με τον Πατέρα μου 

Μια αρχικώς εμπνευσμένη ιδέα, η προσπάθεια δηλαδή μιας κοπέλας να προσεγγίσει το φυσικό της πατέρα που δεν γνώρισε ποτέ, επιπλέον διανθισμένη με την εξαίσια ερμηνεία του Λάμπρου Αποστόλου και τη σοβαρότητα που προσδίδει στο ρόλο της η νεαρή Εύα Γαλογαύρου, δυστυχώς υποβαθμίζεται όσο περνάει η ώρα από τις σεναριακές αστοχίες και την απλοϊκότητα της σκηνοθεσίας του Νίκου Κορνήλιου. Ο μινιμαλιστικός τρόπος με τον οποίο αποφασίζει να μας πει αυτή την ιστορία ο σκηνοθέτης εντέλει αυτοπαγιδεύει την ίδια την ουσία της επιλογής αυτής, αφού τα κενά και οι σιωπές, σε συνδυασμό με τις κακοτεχνίες μιας low budget παραγωγής, οδηγούν στο ακριβώς αντίθετο αποτέλεσμα από το να μας μαγέψει μέσα από την απλότητα και την προσγειωμένη πραγματικότητα της. Τελικά, εκείνο που μας απομένει από την τελευταία σκηνοθετική δουλειά του Κορνήλιου είναι μεν μια καλή ιδέα με την εμφανή σιγουριά του σκηνοθέτη να την αφηγηθεί όσο πιο ρεαλιστικά γίνεται, μένοντας δε σε μια πρωτόλεια προσπάθεια που χρειαζόταν σίγουρα περισσότερη δουλειά σε πολλά σημεία της. 

Dead Shadows 

Κακέκτυπο σπλάτερ, θρίλερ, τρόμου με ζόμπι αλλά και με εξωγήινους, περιπέτεια, νεανική – κοινωνική με bullying αλλά και με έρωτες και καρδιοχτύπια, όλα τα αντιγράφει κι όλα τα μαστιγώνει αυτή η ταινία «με απ’ όλα», γαλλικής παραγωγής, που δεν νομίζω ότι λέει και πολλά ακόμη και σε φαν του είδους –ποιου είδους άραγε; Έχει περάσει και καλύτερες μέρες το σινεμά φαντασίας είναι η αλήθεια, χωρίς να κοπιάρει καν τις διάφορες πτυχές του αμερικανικού. Ταινία κατηγορίας z που υποτίθεται ότι ανήκει στην πλευρά της επιστημονικής φαντασίας – τρόμου, όμως δεν διακρίνεται ούτε για το πρώτο ούτε και για το δεύτερο. Για την ακρίβεια δεν ξεχωρίζει σε τίποτε, συν ότι είναι και κακοφτιαγμένη, με άλλα λόγια πολλές και καλύτερες τέτοιες ελληνικές ταινίες κυκλοφορούν στην πιάτσα μας, με πιτσιρικάδες σκηνοθέτες πωρωμένους να αντιγράψουν από Σταλόνε έως Αρτζέντο –πιστέψτε με, το κάνουν πολύ καλύτερα και χωρίς διεθνή διανομή!