28 Ιουν 2013

Ο Χαμένος Θησαυρός του Χουρσίτ Πασά (1995)

 


Του Νέστορα Πουλάκου 

Καιρό τώρα θέλω να δημοσιεύσω αυτό το κείμενο στη στήλη HellasFilm. Πρώτα απ’ όλα, το είχα υποσχεθεί στο φίλο και δικηγόρο μου Φώτη Μπατσίλα, ο οποίος είχε συμφωνήσει να επιμεληθεί γραμματικά, συντακτικά αλλά και τεκμηριωτικά τη συγκεντρωτική συλλογή των κειμένων της στήλης που θα εκδοθεί μελλοντικά. Κι αυτό γιατί το Γενάρη που μας πέρασε συμπληρώθηκαν 20 χρόνια από τον απρόσμενο θάνατο του Χρήστου Βακαλόπουλου, και εξ αφορμής των εκδηλώσεων που είχαν προγραμματιστεί (στον πολυχώρο About) και της έκδοσης που είχε επιμεληθεί ο Φώτης (κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Αιγαίον) για το σημαντικό αυτό άνθρωπο των γραμμάτων και του κινηματογράφου στη Μεταπολίτευση, θα είχα κι εγώ τη συμβολή μου με κείμενα για τις ταινίες που αναμείχθηκε. Όμως, ο θάνατος παραμένει απρόσμενος… Κι ο Φώτης «έφυγε» ξαφνικά, στα 41 του, την ημέρα των γενεθλίων του Βακαλόπουλου, λίγες εβδομάδες πριν τις εκδηλώσεις στη μνήμη του. Έτσι κι εγώ όλο κι ανέβαλλα αυτά τα κείμενα. Σήμερα, λοιπόν, με αυτή την απόσταση των πέντε μηνών ως «ασφάλεια», η στήλη HellasFilm «θυμάται» μετά θάνατον τον Φώτη και την αγάπη του για τον Βακαλόπουλο, όπως ο Τσιώλης «θυμήθηκε» το Χρήστο τρία χρόνια μετά το θάνατο του γυρίζοντας σε ταινία ένα παλιό του σενάριο. Ήταν το 1995, τρία χρόνια μετά την υπέροχη ταινία «Παρακαλώ γυναίκες, μην κλαίτε» που γύρισαν μαζί οι Τσιώλης και Βακαλόπουλος, όταν ο Σταύρος Τσιώλης παρουσίασε στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης το «Χαμένο Θησαυρό του Χουρσίτ Πασά», σε σενάριο του Χρήστου και με τη συνεργασία του -επίσης αείμνηστου- Γιώργου Τζιώτζιου, κερδίζοντας το Βραβείο Καλύτερης Ταινίας από την Πανελλήνια Ένωση Κριτικών Κινηματογράφου. Η ταινία αυτή, με πρωταγωνιστή και πάλι την «ψυχή» των Χειμερινών Κολυμβητών Αργύρη Μπακιρτζή στο ρόλο ενός κατάδικου που αποδρά από τις φυλακές Κορυδαλλού για μια γυναίκα ξεσηκώνοντας ομαδική απόδραση κι άλλων συγκρατούμενων του, εντάσσεται στη νέα ελληνική κωμωδία που εγκαινίασε ο Τσιώλης, πάντα με την αρωγή και τη συνεργασία του Βακαλόπουλου, με τον «Έρωτα στη Χουρμαδιά». Με άλλα λόγια πρόκειται για μια νέα και επαρχιακή ελληνική κωμωδία, που κι αυτή γυρίζεται στην Πελοπόννησο (αγαπημένος τόπος του Τσιώλη) στην οποία περιπλανώνται οι ήρωες του πέφτοντας από τη μια φάρσα στην άλλη, και από το ένα τραγελαφικό περιστατικό στο άλλο. Πάντα με συνοδεία αθάνατης ελληνικής μουσικής, αυτή τη φορά από τη γνωστή οικογένεια κλαριντζήδων του Μπέκου. Όπως είπαμε, λοιπόν, ο Βασίλης (ή Αργύρης Μπακιρτζής) αποδρά από τις φυλακές Κορυδαλλού συμπαρασύροντας μια ομαδική απόδραση. Έτσι, βλέπουμε όλον αυτό το «συφερτό» κρατουμένων να περιφέρεται στη βουκολική Πελοπόννησο προσπαθώντας από τη μία να ξεφύγει από την αστυνομία που τους καταδιώκει και από την άλλη να ζήσει όσο πιο έντονα γίνεται το γλέντι, το πανηγύρι, τις γυναίκες και το ποτό, όπως και κάθε είδους διονυσιακή κατάσταση της περιοχής. Οι ήρωες του Τσιώλη, ως άλλοι καουρισμακικοί αντί-σταρ (θυμίζει σκηνοθετικά το ύφος του Φιλανδού δημιουργού, η ταινία αυτή), βιώνουν στο πετσί τους, στο θυμικό τους, στο εγώ τους, όλη αυτή τη νέα ελληνική και παράλογη φάρσα προσπαθώντας να κατανοήσουν τον κόσμο γύρω τους μόλις βγαίνουν από τη φυλακή. Σε αυτό το σημείο έγκειται η, παρεμπιπτόντως, «αποστολή» για την ανεύρεση του χαμένου θησαυρού του Χουρσίτ Πασά, βάσει σχεδίου ενός εκ των κρατουμένων, ώστε αυτά τα χρήματα να αποτελέσουν το «όχημα» τους για μια καλύτερη ζωή μακριά από οποιαδήποτε εξάρτηση. Η επαρχιακή κωμωδία της υπαίθρου του Σταύρου Τσιώλη εξάντλησε τον «κινηματογραφικό χώρο» της Πελοποννήσου με αυτή την ταινία και ουσιαστικά έφτασε στο απόγειο της με την επόμενη δουλειά του Έλληνα σκηνοθέτη, «Ας περιμένουν οι γυναίκες», που γυρίστηκε στη Βόρεια Ελλάδα (αρέσκεται να αποκαλείται νέα ελληνική και μακεδονική κωμωδία). Αν μη τι άλλο, πρόκειται για ένα ιδιάζον κινηματογραφικό είδος που κατάφερε να επιβάλλει στη ντόπια κινηματογραφία ο Τσιώλης, αφού πρώτα μπολιάστηκε από τις συζητήσεις και την εκτενή συνεργασία του με τον Χρήστο Βακαλόπουλο.