2 Ιουν 2013

Ηangover... από τη μετριότητα


Του Νέστορα Πουλάκου 

Οι κάτω του μετρίου κινηματογραφικές εβδομάδες συνεχίζονται, προμηνύοντας ένα όχι ιδιαίτερα ποιοτικό καλοκαίρι ταινιών (;). Δυο είναι οι πρεμιέρες που βγήκαν την Πέμπτη, οι οποίες μπορεί να διαθέτουν αβανταδόρικα θέματα όμως φαίνεται ότι χάθηκε η μπάλα στην εκτέλεση τους… Σε επανέκδοση προβάλλεται η κλασική ταινία των αδελφών Μαρξ Μια νύχτα στην όπερα (A night at the opera), ξεκαρδιστική μεν του 1935 δε, κάτι που σημαίνει ότι προσφέρεται εν είδει Ταινιοθήκης για τους σκληροπυρηνικούς σινεφίλ. Οι οποίοι, βέβαια, έχουν πάντα και την επιλογή του Ταινιοράματος (στο Άστυ της πλατείας Κοραή, με 6 ευρώ εισιτήριο για τρεις ταινίες), το οποίο στην τρίτη εβδομάδα προβολών του έχει αφιερώματα από Μέριλιν Μονρόε (Μερικοί το προτιμούν καυτό) μέχρι Τσαν Γουκ Παρκ (Old boy) και Ατόμ Εγκογιάν (The adjuster). Όσον αφορά τις πρεμιέρες τώρα, ξεκινάμε από τις Ιδιαίτερες αδυναμίες (Two Mothers) της Αν Φοντέιν, που είχε όλα τα φόντα για μια υπέροχη και άκρως ερωτική ταινία αλλά οι συντελεστές της τα κάνανε σαλάτα. Μπεστ σέλερ το βιβλίο της Ντόρις Λέσινγκ όπου βασίστηκε, μιλάει για δυο ευκατάστατες και γοητευτικές μητέρες και φίλες (Ρόμπιν Ράιτ και Ναόμι Γουοτς), που ερωτεύονται η μία το γιο της άλλης, όντας κοντά στα 18 και τα δυο αγόρια! Το σενάριο έγραψε ο έμπειρος Κρίστοφερ Χάμπτον (Μια επικίνδυνη μέθοδος), με τη Γαλλίδα Αν Φοντέιν (Coco before Chanel) στη σκηνοθεσία. Άραγε γιατί στράβωσε το αποτέλεσμα; Καθότι φαίνεται τόσο βιαστικό και διεκπεραιωτικό, σαν όλοι να κάνανε μια αγγαρεία. Ευαίσθητο θέμα και ερεθιστικό στη σύλληψη του, αποτυγχάνει να γίνει ένα σκληρό ερωτικό δράμα για γερά νεύρα (σαν αυτά που γύριζε κάποτε ο Λουί Μαλ), έτσι καταντάει ένας κλαυσίγελος όπου δεν ξέρεις πότε πρέπει να κλάψεις, να γελάσεις ή να προβληματιστείς. Για δράμα πλασάρεται, θα ξεκαρδιστείτε και στα γέλια από τις σεναριακές αστοχίες, την κάκιστη φορές - φορές δραματουργία και την ασύλληπτα αδιάφορη σκηνοθεσία της. Ήρθε και έδεσε η κινηματογραφική εβδομάδα με το τρίτο και τελευταίο μέρος του αλήστου μνήμης ξεκαρδιστικού Hangover. Η ίδια πρωταγωνιστική ομάδα πρωταγωνιστεί σε μια ταινία – παρωδία του εαυτού της, άλλωστε το πρώτο μέρος αποτέλεσε καλοκαιρινό χιτ το 2009 αφήνοντας όλους μας (ακόμη και τους συντελεστές της) άφωνους από την επιτυχία του. Τώρα, τι άλλο έχει να προσθέσει η καφρίλα μιας κλασικής αντροπαρέας; Έλα ντε, τίποτα! Ότι είδαμε, είδαμε στο πρώτο μέρος. Το ξαναείδαμε στο δεύτερο (μόνο το μέρος άλλαξε, από Λας Βέγκας – Μπανγκόγκ). Τώρα, στο τρίτο ειλικρινά δεν καταλαβαίνει κανείς τι γίνεται ή τελοσπάντων γιατί γυρίστηκε. Αν με ρωτήσετε τι είδα, δεν έχω να σας απαντήσω. Τέσσερις φίλοι περιφέρονται, μπλέκονται σε περιπέτειες, τα σπάνε, καφρίζουν… Αυτά! Χωρίς λόγο και αιτία. Ούτε καν γάμος δεν γίνεται πια για να δικαιολογεί ένα μπάτσελορ κι ως εκ τούτου ένα χανγκόβερ. 

Ιδιαίτερες αδυναμίες *1/2 
Hangover III *1/2 

*Η στήλη Στοπ Καρέ δημοσιεύτηκε στην εβδομαδιαία εφημερίδα Το Χωνί (2-6-13). 

Κριτικές ταινίων στο SevenArt.gr (30-5-13) 

Ιδιαίτερες Αδυναμίες (3/10) 

Μπορεί να γίνει και η παντιέρα των απανταχού milf – lovers, κατά τη διαδικτυακή πορνογραφική ορολογία, όμως φαντάζομαι ότι το βιβλίο της Λέσινγκ θα είναι πιο σπουδαίο από αυτό τον επίπεδο κλαυσίγελο που είδαμε, αναλογιζόμενος το σοβαρό συγγραφικό εκτόπισμα της. Αντιθέτως, αυτή η ιστορία των δυο μανάδων – φίλων που η μια ερωτεύεται το γιο της άλλης, στα οριακά 18 τους χρόνια, μπορεί να σαγηνεύει βλέποντας τις Ρόμπιν Ράιτ και Ναόμι Γουότς σε γοητευτικές στάσεις και καταστάσεις, όμως οι κατά τα άλλα έμπειροι Αν Φοντέιν (σκηνοθεσία) και Κρίστοφερ Χάμπτον (σενάριο) τα έκαναν επιεικώς σαλάτα. Πλην μερικών ανθολογικών σκηνών αλλά και του υπέροχου, συγκλονιστικού τέλους της τελμάτωσης, η υπόλοιπη ταινία είναι ένας παραληρηματικός κλαυσίγελος που δεν ξέρεις που πρέπει να γελάσεις, να προβληματιστείς ή να κλάψεις. Για δράμα περνιέται η ταινία, αλλά και κωμωδία τη λες, και δραμεντί, κι απ’ όλα. Με άλλα λόγια, καλύτερα στο δίκτυο να μείνετε. 

The Hangover Part III (3/10) 

Υπάρχει και το λαϊκό άσμα που λέει «ότι αρχίζει ωραία, τελειώνει με πόνο». Με άλλα λόγια και για να μη μακρηγορούμε, χειρότερο τέλος δεν θα μπορούσε να υπάρξει για το καλοκαιρινό χιτ του 2009 που μας άφησε αποσβολωμένους, πιστεύω όχι μόνο όλους εμάς επαγγελματίες και μη του κινηματογράφου αλλά και τους ίδιους τους συντελεστές. Καθότι, πρώτον δεν χρειαζόταν τριλογία ώστε να μιλήσεις, κ. Τοντ Φίλιπς, για μια αντροπαρέα που της αρέσει -όπως σε όλες- να καφρίζει. Δεύτερον, δεν χρειαζόταν η τρίτη ταινία αφού είδες την απογοήτευση και την αποτυχία της αναμόχλευσης της δεύτερης. Τι Λας Βέγκας τι Μπανγκόγκ, δηλαδή; Και τρίτον, αφού δεν ξέρεις τι θες να πεις με την τρίτη ταινία γιατί την κάνεις; Εμένα τώρα αν με ρωτήσετε τι είδα, δεν ξέρω να σας απαντήσω. Έναν ακατανόητο, ανόητο, αδιάφορο, άγευστο αχταρμά. Είναι φορές που λέμε ότι πρέπει να ξέρουμε που να σταματήσουμε ή τελοσπάντων να φεύγουμε με το κεφάλι ψηλά μετά από μια, έστω και απρόσμενη, επιτυχία. Αυτά εκεί στο Χόλιγουντ είναι μάλλον ψιλά γράμματα. Και βέβαια κριτική για βρούβες, δεν κάνω.