13 Ιουν 2013

Σινεμά, Δημοσιογραφία, Κριτική, Σινεμά: Μια εποχή στην κόλαση


Tου Νέστορα Πουλάκου 

Πρώτα απ’ όλα, και χωρίς υπερβολές, ας ανοίξει η κουβέντα για το ελληνικό σινεμά. Από τη μια πλευρά υπάρχουν οι ταινίες και οι δημιουργοί τους. Ναι, συμφωνώ ότι βρισκόμαστε σε μια περίοδο όπου γίνονται καλές ταινίες, από σκηνοθέτες με όραμα και συγκεκριμένο σχέδιο. Τέτοιες στιγμές έχει να ζήσει η ντόπια κινηματογραφία από την εποχή του Νέου Ελληνικού Κινηματογράφου. Χωρίς να ξεχωρίζει κάποιος συγκεκριμένος δημιουργός (όπως ήταν ο Θόδωρος Αγγελόπουλος) και χωρίς βέβαια να λέμε ότι υπάρχει δεδομένη στήριξη και βοήθεια μεταξύ τους, μια πλειάδα δημιουργών ζορίζονται, μπλέκουν σε (χαοτικά) μονοπάτια όπως η διαφήμιση, μα εντέλει τα καταφέρνουν. Βραβεία σε μεγάλα φεστιβάλ του εξωτερικού, συμμετοχές και διακρίσεις σε θεσμούς και διοργανώσεις, παρουσία στα Όσκαρ, αφιερώματα και θεματικές για το ελληνικό σινεμά στο εξωτερικό, γεμίζουν με χαρά και προσδοκίες έναν ολόκληρο κλάδο... που βιώνει την έκπτωση του, όμως. Θα μου πείτε, αυτό συμβαίνει σε ολόκληρη τη χώρα ο κινηματογράφος θα γλιτώσει; Όλα ξεκινούν από το Υπουργείο Πολιτισμού. Αυτό άλλωστε κανονίζει το παιχνίδι: Πόσα χρήματα θα δοθούν και πότε φυσικά στην παραγωγή ταινίας και στις κινηματογραφικές διοργανώσεις; Ποια είναι τα πρόσωπα που διορίζονται σε νευραλγικές θέσεις θεσμών όπως το Ελληνικό Κέντρο Κινηματογράφου και το Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης; Πότε θα εφαρμοστεί στο σύνολο του ο «περιβόητος» νέος κινηματογραφικός νόμος που έχει ψηφιστεί από τον χειμώνα του 2010; Ποιες ομάδες θα στηριχθούν και ποιες αντίστοιχα θα καταβαραθρωθούν (κλασική ελληνική πρακτική); Σε αυτή την πολιτική του υπουργείου, οι κινηματογραφιστές που υποκύπτουν είναι τα πιόνια κι αναλόγως με τη στάση τους και τις κρίσεις τους θα ωφεληθούν (ευθέως ή από την «πίσω πόρτα») ή όχι. Το παζλ συμπληρώνεται με το ιδιωτικό κεφάλαιο. Οι παραγωγοί, αν δεν είναι διεκπεραιωτές, μεσολαβητές, μεταφορείς χρηματοδοτήσεων, εκτελεστές -καθήκοντα σε ταινίες κουλτούρας-, στηρίζουν ως επί τω πλείστω την εμπορική ταινία, κωμωδία κυρίως, ένα είδος πιο λαϊκό μεν σπανίως ποιοτικό δε. Ο λόγος φυσικά είναι ότι το συγκεκριμένο είδος σινεμά φέρνει τα χρήματα και τα εισιτήρια. Μια πολιτική που είναι λογική αλλά τσακίζει την πλειοψηφία του ντόπιου σινεμά. Όπως και να έχει πάντως, το ζητούμενο που είναι τα εισιτήρια δεν είναι και σίγουρο ότι θα επιτευχθεί. Στην παραπάνω κατάσταση, πρέπει να εξεταστεί και η παθογένεια τόσο της διανομής όσο και της αίθουσας, κυρίως βάσει της κουλτούρας που υφίσταται. Στον αντίποδα όλων αυτών βρίσκεται η δημοσιογραφία και η κριτική κινηματογράφου. Η μεν πρώτη οφείλει πλην της ενημέρωσης των φίλων του κινηματογράφου να ξεσκεπάζει και τα σκάνδαλα του χώρου. Η ενημέρωση επιτυγχάνεται σε μια χαρούμενη ατμόσφαιρα. Όσο για το ρεπορτάζ, αυτό νοσεί και μαζί του αρρωσταίνει και η δημοσιογραφία. Σ’ ένα χώρο εκ των πραγμάτων μικρό, που όλοι γνωριζόμαστε μεταξύ μας και οι σχέσεις πλέον ξεπερνούν το επαγγελματικό επίπεδο, κάθε άλλο παρά αποκαλύπτονται τόσο συχνά οι παρασπονδίες, οι μπαγαποντιές και οι οικονομικές ατασθαλίες. Με τα λεγόμενα Πέντε Φ (Φίλε Φέρε Φίλους Φάτε Φύγετε) στην πλήρη εφαρμογή τους, η αποκαλυπτική δημοσιογραφία έχει δώσει της θέση της στο χάιδεμα των αυτιών. Πότε ακούσατε τελευταία φορά σκάνδαλο στο εγχώριο σινεμά; Ακόμη κι αν τα χρήματα που κυκλοφορούν είναι λίγα σε σχέση με άλλους τομείς της κοινωνίας μας, αυτό δε σημαίνει ότι μερικές χιλιάδες οικογένειες δεν συντηρούνται και επιβιώνουν από τη μεγάλη οθόνη; Η δε κριτική κινηματογράφου περνάει, στα σίγουρα, τη μεγαλύτερη… κρίση της. Το -πριν μερικά χρόνια- περίφημο «ποιος εμπιστεύεται τους κριτικούς;» είναι πλέον καίριο. Η παθογένεια της κλίκας υπάρχει κι εδώ, όμως σε μικρότερο βαθμό. Αυτό που επικρατεί κυρίως είναι η υποτίμηση της κριτικής πρώτα από το κοινό και μετά από τους εκδότες. Το αναγνωστικό κοινό έχει κουραστεί από τα διανοουμενίστικα «σεντόνια» κουλτούρας και αποδόμησης μιας ταινίας. Η εποχή αυτή έχει περάσει για πάντα. Έχει κουραστεί ακόμη από τις αυθεντίες και τους αστέρες. Θέλει πλέον να διαβάζει μικρά κείμενα, απλά και ξεκούραστα μεν εύστοχα και ιντριγκαδόρικα δε. Ζητά επιπλέον να διαβάζει αρθρογράφους ποιότητας, που να είναι κοντά του κι όχι απόμακροι και δήθεν, να είναι άμεσοι, με συνέπεια, ήθος, και χωρίς πολλές φανφάρες. Η κουβέντα που έχει ανοίξει αφορά αυτή την πρόκληση: να κερδίσουμε την εμπιστοσύνη του κοινού. Οψόμεθα. Και πείτε ότι η εμπιστοσύνη του κοινού κερδίζεται… Πού θα γράφουμε όμως; Για παράδειγμα, λίγους μήνες πριν νεόκοπη ημερήσια εφημερίδα πανελλαδικής κυκλοφορίας διεμήνυσε ότι δεν έχει ανάγκη από κριτική κινηματογράφου. Προτιμά τα δελτία τύπου των εταιρειών. Βέβαια, δεν έχει ανάγκη ούτε από δημοσιογράφο κινηματογραφικού ρεπορτάζ. Αυτό είναι ακόμη χειρότερο. Σε αντίστοιχη περίπτωση, εβδομαδιαία εφημερίδα προτίμησε εντέλει ερασιτέχνη κειμενογράφο άκρως σινεφίλ (και δωρεάν). Φευ! Τα τελευταία χρόνια εφημερίδες, ραδιόφωνα, περιοδικά, τηλεοράσεις εξαφανίζονται από την καθημερινότητα… των κριτικών. Πτώχευση, λουκέτο, στάση πληρωμών και το κυριότερο βαθιά υποτίμηση. Υπάρχουν αφεντικά που πιστεύουν ότι επειδή αυτή η δουλειά ξεκίνησε από το «ψώνιο» μας για το σινεμά δεν πρέπει και να αμείβεται. Μας κάνουν και χάρη. Δε νομίζω… Η η εν γένει έκπτωση στον πολιτισμό φέρνει και την αντίστοιχη έκπτωση στο πολιτιστικό τμήμα των ΜΜΕ πάσης φύσεως. Οι εκδότες από 'κει κόβουν πρωτίστως, με αποτέλεσμα να συρρικνώνονται τα τμήματα, να υπάρχουν ελλείψεις στην ενημέρωση, να χάνεται η ποιότητα και να υποτιμάται κι άλλο η συγκεκριμένη δουλειά από τους αναγνώστες. Επιπλέον, μονοθεματικά ΜΜΕ με δυσκολία επιβιώνουν. Θέλουν υπομονή κι επιμονή. Στο σημείο αυτό, καλύτερα ας μη μιλήσουμε για τον δημοσιογράφο-πιόνι (συχνό φαινόμενο) που εξυπηρετεί τα συμφέροντα, τις ορέξεις και τις κοσμικές προτιμήσεις του αφεντικού του. Θεωρήστε το δεδομένο. Για να μη μακρηγορούμε, η δουλειά του δημοσιογράφου-κριτικού κινηματογράφου είναι ιδιαιτέρως ενδιαφέρουσα κι απολαυστική. Αρκεί όμως να γίνεται σωστά, βγάζοντας ο καθένας τον προσωπικό του μέσο όρο στα παραπάνω ζητήματα. Στο ελληνικό διαδίκτυο γίνεται μια σοβαρή προσπάθεια ώστε να έχει ο κινηματογράφος τη σωστή του ενημέρωση μακριά από περιορισμούς λέξεων, καθωσπρέπει εκφράσεις, ελάχιστο χρόνο προβολής και εξυπηρετήσεις μεγαλοσυμφερόντων. Όχι ότι δεν έχουν εμφανιστεί κι αυτά τα φαινόμενα αλλά είναι ακόμη νωρίς. Όταν ο δημοσιογράφος του κινηματογράφου καταλάβει ότι το διαδίκτυο δεν είναι το σκαλοπάτι που θα τον ξαναφέρει στην εφημερίδα, το ραδιόφωνο ή το περιοδικό, από τα οποία για τον ένα ή τον άλλο λόγο έχει αποχωρήσει τότε και μόνο θα συνειδητοποιήσει τη σημαντικότητα του μέσου που δουλεύει και πληρώνεται. Δεν λέω ότι τα παραδοσιακά μέσα «πέθαναν» αλλά ότι οφείλουν επιτακτικώς να αλλάξουν νοοτροπία προς όλους: τους αναγνώστες και τους δημοσιογράφους τους. Τα παραπάνω είναι σκέψεις, κρίσεις και προβληματισμοί περί του ελληνικού σινεμά, της εγχώριας δημοσιογραφίας και της κριτικής κινηματογράφου ώστε ν’ ανοίξει ένας διάλογος και να βγουν από μια εποχή, που πολλά περίεργα λιμνάζουν. Ζούμε όντως «μια εποχή στην κόλαση». Στο χέρι όλων μας είναι να βγούμε από αυτή. 

*Το κείμενο δημοσιεύθηκε στο ένθετο Κριτική: 2-3 πράγματα που ξέρω γι' αυτήν στο ετήσιο αλμανάκ της Πανελλήνιας Ένωσης Κριτικών Κινηματογράφου (ΠΕΚΚ) Κινηματογράφος 2012 (Ιούνιος 2013).