15 Ιουν 2013

Συνέντευξη της Μύρνας Τσάπα


«Τρυφερότητα και σεβασμός στους αλλοδαπούς που ζουν στη χώρα μας» 

Στον Νέστορα Πουλάκο 

Είναι αλήθεια εκπληκτικό το πως ανακάλυψες την Κατινούλα της ταινίας σου. Τι σημαίνει τώρα για εσένα αυτό το πρόσωπο καιρό μετά τη συνάντηση σας, αλλά και η ταινία σου που έχει κάνει πια τον κύκλο της; 

Σκέφτομαι την Κατινούλα καθημερινά από τότε που τη γνώρισα. Ήταν μάθημα ζωής για μένα. Μου έμαθε πώς η ζωή είναι μια περιπέτεια. Απλές καθημερινές δραστηριότητες όπως η παρασκευή ενός καφέ, μια βόλτα για τα ψώνια στο παζάρι, μαζί της μετατρέπονται σε μια ευχάριστη και περιπετειώδης εμπειρία. Η Κατινούλα δεν βαρυγκωμούσε ποτέ. Αν κάτι την ενοχλούσε ψέλλιζε ένα «α πα πα», επιφώνημα που έχω υιοθετήσει κι εγώ πια. 

Υπάρχουν φορές που στη διάρκεια της Κατινούλας έχω την αίσθηση ότι βλέπω fiction ταινία και όχι ντοκιμαντέρ, σα να είναι κινηματογραφική ηρωίδα η πρωταγωνίστρια σου και όχι πραγματικό πρόσωπο. Πόσο έβαλες το χέρι σου σε αυτό και πόσο η Κατινούλα; 

Χαίρομαι που το λες αυτό γιατί ήταν κάτι που ήταν στις προθέσεις μου. Δεν καθοδηγήσαμε ποτέ την Κατινούλα, κατά τη διάρκεια των γυρισμάτων, σε σχέση με το πώς θα κινηθεί στον χώρο, που θα σταθεί, τι θα μας πει. Ακολουθώντας τις μεθόδους του κινηματογράφου της παρατήρησης απλώς καταγράφαμε κάθε της δραστηριότητα και ηχογραφούσαμε όποιες σκέψεις της εκείνη επέλεγε να μοιραστεί μαζί μας. Ήμουν τυχερή σ’ αυτό γιατί η Κατινούλα είχε το ταλέντο να σκέφτεται δυνατά. Στο μοντάζ όμως ήμασταν αρκετά παρεμβατικοί. Σκηνές μετακινήθηκαν σε σχέση με την πραγματική ροή του χρόνου που είχαν γυριστεί κι άλλες ενώθηκαν έτσι ώστε να δώσουμε την αίσθηση μιας ταινίας μυθοπλασίας. 

Πιστεύεις ότι η ζωή της Κατινούλας μπορεί να εμπνεύσει το θεατή που θα δει την ταινία σου; 

Ελπίζω πως ναι. Άλλωστε αυτός δεν είναι ένας από τους λόγους που κάνουμε μία ταινία; Για εμένα τουλάχιστον είναι και χαίρομαι όταν αυτό συμβαίνει. Εύχομαι τουλάχιστον, για κάποιους πιο ανυποψίαστους θεατές, να αποτελέσει το έναυσμα να νιώσουν λίγη τρυφερότητα απέναντι στους αλλοδαπούς που ζουν στη χώρα μας και κυρίως σεβασμό, όπως ένιωθαν στο Κάιρο όσοι γνώριζαν και συναναστρεφόντουσαν την Κατινούλα. 

Εσύ τι κέρδισες από αυτή την επαφή και βέβαια την ταινία που έκανες; 

Αυτό που ανέφερες προηγουμένως, το παιχνίδι δηλαδή με το όριο ανάμεσα στο fiction και στο ντοκιμαντέρ, τη βεβαιότητα πως αυτή είναι η μέθοδος που θέλω να υπηρετήσω για την κατασκευή μιας ταινίας. Προτιμώ να φτιάχνω σκηνές με τα υλικά της ζωής αντί να την αναπαριστώ, όπως γίνεται σε μια ταινία μυθοπλασίας. Αυτό είναι το δικό μου κέρδος από αυτή την ταινία. Και φυσικά η χαρά που εισέπραξα διαπιστώνοντας ότι το πορτραίτο ενός απλού καθημερινού ανθρώπου μπορεί να συγκινήσει και να ενδιαφέρει το κινηματογραφικό κοινό. 

Κατά τη γνώμη σου γιατί τα όρια του τηλεοπτικού και του κινηματογραφικού ντοκιμαντέρ είναι τόσο δυσδιάκριτα, θολά και αρκούντως παρεξηγήσιμα; 

Κατ’ αρχήν δεν πιστεύω πως αυτή η συζήτηση είναι χρήσιμη σε κάτι, ούτε στους σκηνοθέτες, ούτε στους θεατές, ούτε στους κριτικούς. Οι δικές μου σκέψεις περιορίζονται στο εξής: νομίζω, χαρακτηρίζουμε τηλεοπτικό το δημοσιογραφικό ντοκιμαντέρ, με το σκεπτικό πως η αξία των έργων αυτών είναι παροδική και κυρίως γιατί συνήθως διέπονται από μια συνεντευξιακή δομή. Αυτό έχει σαν αποτέλεσμα να λέγεται στο θεατή η πληροφορία μέσα στο έργο αντί απλώς να δείχνεται έτσι ώστε να επιτρέπει στο θεατή να οδηγείται μόνος του στα όποια συμπεράσματα διαμέσου των συναισθημάτων και όχι του λόγου. Ένα όμως ειλικρινές στις προθέσεις του και στην αλήθεια που αποτυπώνει ντοκιμαντέρ, όποια μέθοδο κι αν χρησιμοποιεί, είναι ευπρόσδεκτο και η αξία του αδιαμφισβήτητη. Κι αυτό κάνει τα όρια δυσδιάκριτα. 

*Η συνέντευξη δημοσιεύθηκε στην ενότητα Οι Δράσεις της Π.Ε.Κ.Κ. στο ετήσιο αλμανάκ της Πανελλήνιας Ένωσης Κριτικών Κινηματογράφου (Π.Ε.Κ.Κ.) Κινηματογράφος 2012 (Ιούνιος 2013).