12 Ιουλ 2013

Σεωρή [Δημητρης Παπαθέου, 2013]

 
ΣΕΩΡή

   Λες να το επιχειρήσω;
  Έλα μωρέ, τι έχει να προσφέρει η αφήγηση ζωής ενός συνηθισμένου ανθρώπου; Εδώ μυθιστορήματα που βασίζονται σε υπερσπουδαίους και πάλι αναρωτιέσαι γιατί στην ευχή με κουράζετε; Πολύ περισσότερο που έχουν γραφτεί όλα και έχουν ειπωθεί όλα, όπως είχε επισημάνει πρώτος ο Γκαίτε, επομένως δεν πείθομαι να στρώσω τον πισινό μου και να γράψω παρότι μου ’βάλαν ιδέες φίλοι όταν διάβασαν το πρώτο ανώδυνο κομμάτι που αφορούσε σε Δημοτικό και Γυμνάσιο.
  Ανώδυνο λόγω παραγραφής. Απόφοιτοι Παλαμαϊκής Σχολής του 1968, και ο Ντόρος, που αφορούσε στο Μεσολόγγι του τότε, γράφτηκε Χριστούγεννα 2009.
  Ακόμα λοιπόν κι αν έβγαινε κάποιο ενδιαφέρον από τη συνέχεια του Ντόρου, καίει το πράμα, μιας και όοολοι γνωστοί στην ακτινογραφική μας γύρα.
  Δεν μας παρατάς και να στρωθείς να γράψεις λέω εγώ;
  Άκου πώς μπορεί να γίνει: κάνε μια γενική περιγραφή σε συνέχεια του Ντόρου, και στα κεφάλαια που υπάρχει ζουμί αλλά και απαγορευτικό απόπλου λόγω κοινωνικής δομής, ανοχής κ.λπ. κάν’το σαν διήγημα, να μη μας πρήζεις και με τον όγκο των σελίδων και το «οπωσδήποτε να τελειώσει», και βάλε την απαραίτητη κλασική διευκρίνιση: «Οποιαδήποτε ομοιότητα με πρόσωπα ή καταστάσεις είναι εντελώς συμπτωματική και, ορκίζομαι, καμία σχέση με τους εξαιρετικούς φίλους και γνωστούς μας» ή κάπως έτσι. Ξεκίνα το και θα δείξει, μήπως με τον Ντόρο ήξερες τί σκόπευες να πεις από την αρχή;
  Λες μωρέ; Κι από πού να αρχίσω;
  Πριν ξεκινήσεις, γιατί δεν βλέπω να γλιτώνουμε, πες μας τουλάχιστον τι βγήκε από τον Ντόρο.
  Καλά και μετρίως κακά, το μετρίως λόγω του ότι το περίμενα και ήμουν προετοιμασμένος γι’ αυτό.
  Γράφοντάς το ήμουν, στην κυριολεξία, στο τότε, και αυτά που μου ’ρχονταν κατακλυσμιαία στην κεφάλα μου δεν ήταν αναμνήσεις ήταν θρυαλλίδες χρόνου που ελευθερώνονταν και μεγάλωναν και με περιβάλλανε και ζούσαμε όλοι μέσα σ’ αυτές, σε όσα διαβάσατε.
  Είχα την εντύπωση ότι δεν ήμουν μόνος μέσα σ’ αυτές τις χρονικές φουσκάλες, μαζί μου ήταν κι όλοι οι φίλοι και το Μεσολόγγι στην παλιά του φορεσιά και τα σπίτια μας τα παλιά και όμορφα.
  Όταν τέλειωνε το γράψιμο κάτι από την ατμόσφαιρα της κάψουλας κυκλοφόραγε μαζί μου σαν προστατευτικό πεδίο.
  Το πιο περίεργο ήταν ότι ένιωθα κι όλους τους παλιούς μου φίλους, αλλά και τους καθημερινά συναναστρεφόμενους, να είναι στο κόλπο και να περιμένουν απλά τη βραδιά που θα γινόταν το τότε τώρα, έστω και πρόσκαιρα, έστω και μόνο κομματιαστά.
  Αυτό ήταν ανεπανάληπτο.
  Στην πράξη περίπου έτσι έγινε καθώς οι κολλητοί, που τελικά διοργανώσαμε το πάρτι στην Τουρλίδα, αποδείχτηκαν πιο παιδιά από τότε και με σχολαστικότητα, ζεστασιά και τρυφεράδα κανόνισαν να βγει μια όμορφη βραδιά που, όπως όλοι είπαν, ήταν ΜΕΣΟΛΟΓΓΙ.
  Το δεύτερο καλό ήταν πως, από τον Δεκέμβριο του 2009 ώς τον Απρίλιο του 2010 που τέλειωσαν οι διαδικασίες, περάσαμε απίθανα βράδια με τα ανίψια μου, τους φίλους τους και τον Μπραμς, το γάτο, που σχεδόν έχει μνήμες από την εποχή που περιγράφει ο Ντόρος.
  Κυρίως αυτά φταίνε που βρήκα το κουράγιο και κυκλοφόρησα τον Ντόρο και που οργανώσαμε τη βραδιά στην Τουρλίδα με την Κινηματογραφική Λέσχη, αυτά και ο Πάνος στο Τυπογραφείο.
  Φταίει και το ότι πίστεψα πως θα με κρίνουν σαν το παιδί του ’70.
  Τρίτον, και τέλος τα καλά, δεν σας κρύβω ότι με συγκινεί το ενδιαφέρον του κόσμου που μου ζητούν συνέχεια βιβλία και συγκινούμαι όταν ανεβαίνουν έναν όροφο χωρίς ασανσέρ για να μου ζητήσουν ένα βιβλιαράκι ή όταν με συναντάνε στο δρόμο φίλοι και λιγότερο φίλοι, και γνωστοί μονάχα, και μου ζητάνε ένα βιβλίο και όταν μου λένε: «-Κλάψαμε και γελάσαμε, να ’σαι καλά». Η πιο μικρή μου αναγνώστρια πάντως, 8 χρονών, είναι η Φωτεινή, η κόρη του Κώστα και της Όλγας που το έχει στο κομοδίνο της και το διαβάζει κάθε βράδυ και μάλιστα μ’ έβαλε να της υποσχεθώ ότι θα της γράψω και ένα παιδικό, πιο παιδικό από αυτό, μου είπε.
  Τα κακά; Χε, χε! Ε, δεν θα ’βγαινε μια κακεντρέχεια και δεν θα με περίμεναν στη γωνία για κάποιο λεγούμενο; Άσε που κάμποσοι μου θύμισαν τους στίχους του Ρίτσου όταν δήλωναν: «-Σαν κι αυτό εγώ μπορώ να γράψω χίλια».
  Μη νομίσετε πάντως ότι είναι εύκολο στον τόπο σου να γράψεις αυτοβιογραφικά καταθέτοντας τη δική σου θέση για πρόσωπα και πράγματα.
  Από αυτή την άποψη ο Γιάννης ο ξάδελφός μου, ψυχίατρος, αυτός που τον ξέρετε από τον Ντόρο, πριν το εκδώσω, μου ’πε: «-Ξάδερφε δεν το πιστεύω ότι θα το κάνεις, βγάζεις πολλά δικά σου πράγματα έξω». Βέβαια ο Γιάννης δεν έζησε σε επαρχία και δεν ξέρει ότι, από τότε που γεννιούμαστε ώς το αντίο στο μικρό μας μέρος, οι πάντες ξέρουν τα πάντα και ενίοτε άπαντες, ανάλογα τη μεριά, κάνουμε ότι δεν ξέρουμε και ότι δεν καταλαβαίνουμε και μαζί τα πίνουμε άμα λάχει.
  Αυτά για τον Ντόρο, αφού με ρωτήσατε.
  Μετά από μια κραιπάλη χαρτοπαιξίας που μ’ έψαχναν οι πάντες και εμείς κολλημένοι άρρωστα στον μονό τον κούκο, από ένα σημείο και μετά λες και δεν υπήρχε άλλο παιχνίδι στην πόκα, και να πεις ότι κερδίζαμε ή χάναμε; Αφού μετά από 36 ώρες παιχνίδι όλοι στα λεφτά μας βγαίναμε, 40 πυρετό σπίτι, βρογχίτιδα, η μάνα μου στην Αθήνα και ο Κώστας ο Στασινός, παθολόγος, οικογενειακός φίλος, «προσοχή γιατί θα το γυρίσει σε πνευμονία».
  Εξάντληση και μαντάτο για την κύρια κατάληψη της Νομικής.
  Πήγα, αλλά τα δυναμάρια μου δεν άφηναν σκέψη για διανυκτέρευση. Ο φόβος, αυτός ο πανάρχαιος αλήτης, όπως ήδη σας έχω εξηγήσει, θρονιασμένος, θριαμβευτής, μ’ έστελνε ασφαλή στα σεντόνια μου ή στα σεντόνια της καλής μου και μόνο νοερά επιτελούσα το καθήκον στην επανάσταση, σκεφτόμενος συνέχεια τους κεκλεισμένους.
  Δεν χρειάζεται πολυλογία σχετικά με τα γεγονότα.
  Η ατμομηχανή τσούλισε και η τύχη της Ελλάδας έπεσε στα κεφάλια των δεκαοκτάχρονων άντε το πολύ εικοσιδυάχρονων.
  Εδώ είναι το περίεργο. Αφού παιδιά κατάφεραν και ρίξαν τα άπαρτα κάστρα, παιδιά, κορμιά, μυαλά λευτέρωσαν τον ουρανό, στη συνέχεια γιατί, γαμώτο, φωνάξαμε τους μεγάλους, τους «σοφούς», αυτούς που ’χαν σκατώσει τα πάντα, αυτούς που ’χαν μερίδιο στη σκλαβιά μας να μας σώσουν; Κι αυτό μήπως δεν συνεχίζεται; Μετά μανίας καλούμε, εκπέμπουμε SOS και φτάνουν οι διαλυτές να τα φτιάξουν καλά αυτή τη φορά. Τέλος πάντων. Το χειρότερο, όπως ξανάπα, είναι ότι καθώς ξεχώρισαν οι ημέτεροι από τους υμέτερους μετά τη λευτεριά και χάθηκε η δύναμη της νιότης και της ένωσης, πολλοί, οι περισσότεροι από μας, ξεπουληθήκαμε...
  Τη Νομική ακολούθησε το Χημείο και πάμε σιγά-σιγά Πολυτεχνείο.
  Βιολογικά δεν άλλαξαν και πολλά μ’ εμένα καθώς τυραννιόμουν με δύσπνοια και κόπωση κι άλλο που δεν ήθελα για να μην κλείνομαι τα βράδια.
  Έλα που το πρώτο βράδυ του ξεσηκωμού, εκεί στην Πατησίων, φεύγοντας από το προαύλιο, όταν οι πόρτες κλείναν, βγαίνει μπροστά μας ένας νάνος, σκηνή από το «πλοίο των τρελλών», και δήθεν σφυρίζοντας αδιάφορα κάνει νόημα στους παρακρατικούς να ζυγώσουν και μας κυκλώνουν εμένα και την αγαπημένη μου, που την είχα πάνω κι από μένα μέχρι τότε, έτσι νόμιζα, και στο πρώτο ξύλο, στην πρώτη δυνατή μπουνιά στο στομάχι και βλέποντας τη συμφορά να ’ρχεται καθώς είμαστε απομονωμένοι πια από τους φοιτητές και μόνο παρακρατικοί και μπάτσοι μακρύτερα και κίνηση μηδέν, κι ήταν πολλοί, το ’βαλα στα πόδια και με κυνήγησαν, πολύ με κυνήγησαν, αλλά τί να πιάσουν; Τόση προπόνηση ξαφνικά βγήκε σε παγκόσμια κούρσα λύτρωσης ζωής και μόνο όταν ξεθεώθηκαν και σταμάτησαν τα τρεχαλητά από πίσω μου και κείνα τα βλαστήμια κι οι κραυγές «πιάστε τον πούστη», που όταν απευθύνονται σ’ εσένα θολώνει ο νους και τα πόδια φτερά κι η βρογχίτιδα εξαφανισμένη, και σταματάω κάποια στιγμή να πάρω ανάσα και πλημμυρίζει το κορμί μου αίμα που ’χε φύγει πιότερο από το φόβο και λιγότερο από το τρέξιμο και η απουσία με σφίγγει, με καθηλώνει και μονομιάς εξαφανίζεται η αυτοεκτίμησή μου αφού στην Πατησίων την άφησα ν’ αγωνίζεται κι αυτή αλλά να μην τα καταφέρνει να ξεφύγει όπως εγώ ο αθλητής.
  Παίρνω ένα ταξί και του ζητάω λαχανιασμένος, φευγάτος, με κατάλαβε ο άνθρωπος, να κάνει βόλτα από το σημείο που μας πιάσαν. Και τη βλέπω κάτω ξάπλα κι από πάνω της αυτοί οι καλικάτζαροι και εγώ βόλτα με το ταξί μουγγός, παγωμένος, μια και δυο φορές προδότης, του έρωτα, της επανάστασης, του εαυτού μου. Αλλιώς με νόμιζα.
  Με το ταξί πήγα Φορμίωνος, σήκωσα τον Σπύρο έβαλε τη στολή του και κατεβήκαμε με τα πόδια πια να ψάχνουμε. Είχα δεν είχα ανάσα. Κι ο Σπύρος να μην έχει λόγια να μου πει και να παίζει και το κεφάλι του κορώνα γράμματα.
  Κάποια στιγμή είπαμε να ρίξουμε μιαν απελπισμένη ματιά στο σπίτι της εκεί στη Σολωμού και ήταν εκεί.
  Το αίμα ξανάρθε κι οι φλέβες μου ξαναγεμίσαν υγρό ζωής και περιφρόνια.
  Όταν έπεσε κάτω από τα χτυπήματα, είχε την τύχη να χτυπήσει στο κεφάλι και να μείνει αναίσθητη κι ένας απ’ όλους, κάποιος που κάτω από το δέρμα του φασισμού κάτι ανθρωπινό περπάταγε ακόμα, την έβαλε σ’ ένα ταξί και είπε στον ταξιτζή να την πάει νοσοκομείο κι οι άλλοι την έφτυναν.
  Και στο ταξί συνήλθε και πήγε σπίτι της. Κι αγκαλιαστήκαμε και δεν μου το κράτησε ποτέ, εγώ το κράτησα στον εαυτό μου και μόνο στους πολύ πολύ κολλητούς μου μέχρι σήμερα το ξομολογήθηκα και να που σήμερα γίνατε ξαφνικά πολλοί οι κολλητοί μου κι έτσι είναι η ζωή.
  Σεωρή = ήρωες από την ανάποδη. Μη με δικαιολογήσετε, έτσι κι αλλιώς το ’χω κάνει από μόνος μου, όσο έπρεπε, και συνέχισα να ζω κι ευτυχισμένος σε καλές δόσεις.
  Την άλλη μέρα, από το πρωί μέχρι το βράδυ, Πολυτεχνείο μέσα κι έξω, αλλά ο νους μου στο νάνο και τους φίλους του, που όμως πια είχαν τραβηχτεί πολλά τετράγωνα πίσω γιατί κόσμος πολύς από παντού συντρόφευε τα παιδιά.
  Τα ξέρετε, μόνο την τελευταία βραδιά, όταν πια έγινε ντου και τρέχαμε Τοσίτσα και δίπλα, ανεξήγητα, όλο και κάποιος έπεφτε και γέμιζε το πεζοδρόμιο αίμα, κι όσους μπορούσαν οι διπλανοί τούς βάζανε σε κατώφλια πολυκατοικιών κι ο κόσμος τούς περίθαλπε, τα ξέρετε αλλά πρέπει να λέμε τα μπράβο στους ανώνυμους που παίζαν τα τομάρια τους και κάνανε τα σπίτια τους νοσοκομεία και τους άλλους, όπως ο φίλος μου ο Νίκος, που υπηρετούσε στα τεθωρακισμένα και μετά υπάλληλος στα Δικαστήρια στο Μεσολόγγι κι ήταν και δεξιός, έτσι νόμιζε, και έσωσε παιδιά και κανείς δεν το ξέρει και να το μεγαλείο, εμείς γύρω-γύρω από το τετράγωνο να πηγαίνουμε φάρμακα, μ’ ένα Φίατ 124 της ξαδέλφης μου, που σε μια γωνιά όπου το αφήσαμε για λίγο έφαγε κάμποσες σφαίρες κι άντε να το πάω στην ξαδέλφη μου την άλλη μέρα και μετά αυτή σε ποιό συνεργείο χωρίς ρουφιάνους να το φτιάξει; Στο τέλος, όταν πια τα πράγματα σφίξανε τόσο, όπου φύγει-φύγει με το Φίατ στον περιφερειακό για Γαλάτσι κι από ’κεί Παγκράτι το γύρο, παραλίγο να του φύγει στη στροφή το αυτοκίνητο του Νίκου του Μοναστηριώτη και να φύγουμε κάτω στον γκρεμό και τότε του ’πα το πικρόχολο: «Θα’ ναι κρίμα τούτη τη νύχτα να πάμε από αυτοκινητικό» και ηρέμησε και πήγαμε Φορμίωνος και μέχρι το πρωί ακούγαμε «ΕΔΩ ΠΟΛΥΤΕΧΝΕΙΟ» και κλαίγαμε και φοβόμαστε και μέσα στο Πολυτεχνείο ήταν φίλοι μας κι ο ξάδελφός μου ο Γιάννης, ο θεοπάλαβος, που ’ξερε βέβαια να γλιτώνει, αλλά ποιος ήξερε αν κι οι άλλοι το ’ξεραν;
  Την άλλη μέρα πρωί-πρωί στο σπίτι του Νίκου, κι αυτουνού στα Εξάρχεια Σολωμού, που ξέχασα να σας πω, την προηγούμενη το βράδυ αργά είχαμε κλειστεί, πριν φύγουμε οριστικά από Εξάρχεια, κι ακούγαμε τα τανκς και τα πολυβόλα και όταν κατεβήκαμε να πάρουμε σάντουιτς στην πλατεία, μας είχε κόψει η πείνα απ’ το φόβο και την αγωνία, μόνο ο Νίκος δεν φοβότανε ποτέ και το ’δειξε με τον τρόπο που έφυγε από αυτή τη ζωή που του φέρθηκε χάλια, μόνο αυτός δεν φοβότανε, οι άλλοι διαβαθμισμένα, από λίγο ώς πολύ ο καθένας, είδαμε στο άγαλμα από πίσω ένα φοιτητή να κρύβεται και να τον πυροβολούν κι αυτός να τους κοροϊδεύει βγάζοντας πότε το χέρι, πότε το πόδι, σα να ’μαστε παιδιά και να παίζαμε τα αγάλματα στο Δημαρχείο στο Μεσολόγγγι, «μπαμ», μόνο που ο άλλος είχε κανονικό πιστόλι και κανονικές σφαίρες και τελικά ο φοιτητής την κοπάνισε κι η καρδιά μας πήγε στη θέση της κι ο Νίκος την τελευταία στιγμή μας αποκάλυψε ότι μαζί μας ήταν κι η κόρη ενός απ’ τα κεφάλια της Αριστεράς που ’τανε συμφοιτήτριά του.
  Και το άλλο πρωί η ίδια σύνθεση και το πολυβόλο στην ταράτσα της ίδιας πολυκατοικίας κροτάλιζε κι έριχνε στο ψαχνό.
  Ωι, μανούλα μου, αυτοί σκότωναν δυο φορές στ’ αλήθεια.
  Και φτιάξαμε σχέδιο διαφυγής και μπήκαμε στ’ αυτοκίνητά μας και βουρ Μεσολόγγι και στα διόδια που ’χανε μπλόκα, όπως μας είχανε ήδη πληροφορήσει, ξάπλα στο πάτωμα και κάτι κουβέρτες οι δικοί μου από πάνω και όπου φύγει-φύγει.
 
[Κυκλοφορεί σε ιδιωτική έκδοση]