19 Ιουλ 2013

Ταϊτατάτς [Δημήτρης Παπαθέου, 2013]


ΤΑϊΤΑΤάΤΣ
 
  Να ’μαστε στην τρίτη συνέχεια καταγραφής ζωής και γεγονότων συνηθισμένων ανθρώπων.
  Ακόμα δεν έχω βρει τίτλο, γι’ αυτό το αποθήκευσα προσωρινά σαν «άντε και βλέπουμε».
  Πού είστε παλιότεροι γραφιάδες, να τρίξουν τα κόκαλά σας με το ρήμα αποθηκεύω… Και μη νομίζετε ότι δεν πεθυμάω κι εγώ (σπανίως, ομολογώ) την πρώτη γραφομηχανή του γραφείου μας, που ανήκε στο θείο μου Χρήστο, μάρκας Mercedes, όπου έγραψα τα πρώτα στιχάκια κι αργότερα τα πρώτα δικόγραφα.
  Θυμίζω στους «πέριξ» την υπόσχεση να μην εκτεθούμε σ’ αυτό το «ζωντανό» κομμάτι, για τούτο και επιτρέψτε μου να μπλέκω λίγο το φανταστικό με το πραγματικό και τα ονόματα σε κάποιες περιπτώσεις να μην είναι τα αληθινά, αν και ξέρω ότι επειδή ήδη με μάθατε όσοι είχατε την υπομονή να ασχοληθείτε μαζί μου περνώντας μερικές ώρες μέσα στις σελίδες του «ΝΤόΡΟΥ» και του «ΣΕΩΡή», ψιλοανησυχείτε ήδη.
  Ίδωμεν, η υπόσχεσή μου πάντως στην οποία μένω προσηλωμένος είναι να προσπαθήσω να προστατευθούμε όλοι.
  Γυρίσαμε λοιπόν. Άρτι περαιώσαντες με επιτυχία τις πανεπιστημιακές μας σπουδές που άρχισαν λίγο πριν το ’70 και τέλειωσαν το ’74, επιβιώσαντες και με πτυχίο παρακαλώ και στη συνέχεια την 32μηνη φύλαξη της μαμάς πατρίδας, γυρίσαμε. Πού; αυτό δεν είναι το σημαίνον επί του παρόντος. Άλλωστε μπορείτε κάλλιστα να γυρίσετε νοερά στο δικό σας μέρος όπου ίσως εκτυλίσσονται τα παρακάτω. Για τις ανάγκες του κειμένου και του αφηγητή όμως, σημειώστε ένα μέρος πέντε ώρες με αυτοκίνητο από την Πρωτεύουσα, μάλλον μικρό για τα κουστούμια των πόλεων, όμως αναμφισβήτητα Πόλις, «μεγάλης έκτασης οικισμός με θεσμοθετημένες λειτουργίες, που αποτελεί το διοικητικό, οικονομικό και πολιτιστικό κέντρο μιας ευρύτερης περιοχής», (ορισμός που αμφισβητείται εντονότατα ιδίως υπό των γειτόνων), πιο Πόλις απ’ όλες τις Πόλεις λόγω Ιστορίας, μπόλικης Ιστορίας, τόσο που μπορεί και να μιλάμε λεύτερη γλώσσα εξ αιτίας της.
  Ελπίζω να μην αρχίσετε τις ξινές ερωτήσεις «τί σημαίνει λεύτερη γλώσσα;» γιατί δεν έχω σκοπό να απαντάω σε ερωτήματα -αντίθετα, κρατάω για τον εαυτό μου το δικαίωμα να θέτω κανένα όποτε μου ’ρχεται. Μεταξύ μας, ίσως είναι το μοναδικό πλεονέκτημα των γραφιάδων. Καλά, αφού επιμένετε, εντάξει, στο Μεσολόγγι γυρίσαμε -πού αλλού;
  Είναι μυστήριες οι διαθέσεις των ανθρώπων, αφού μου ’ρθε σήμερα, που περιμένω ώρες ατέλειωτες στο Εφετείο της Αθήνας να ’ρθει η σειρά της υπόθεσής μου, να ξεκινήσω αυτό το ταξίδι μαζί σας.
  Είναι αδύνατον όμως να μην σας πω ότι τα παιδιά που υποστηρίζω σήμερα για μια ασήμαντη παραβατικότητα είναι τα δύο από τα τέσσερα μιας οικογένειας. Το ένα παιδί, με προβλήματα που έχουν να κάνουν με την ψυχή και με το καταραμένο ταξίδι στον κόσμο των ψευδαισθήσεων, τον πολύ καταραμένο που φτάνει στο απόλυτο τέλος, μετά από ξερίζωμα κάθε ανθρώπινου σημαδιού, που όμως τώρα παλεύει σιωπηλά και σκληρά τα φαντάσματά του, με τη βοήθεια των γονιών του να σταθεί και πάλι στα πόδια του. Εικοσιπέντε χρονών ο πρώτος κατηγορούμενος. Το αδίκημα; Ένα ξημέρωμα μετά από ολονύχτια κατανάλωση αλκοόλ και «ουσιών», σε κατάσταση πλήρους διαταράξεως των πνευματικών του λειτουργιών, έσπασε τη τζαμαρία ενός φωτογραφείου και πήρε 3-4 φωτογραφικές μηχανές και στη συνέχεια, αγκαλιά μ’ αυτές, κοιμήθηκε στην ακρογιαλιά, 50 μέτρα πιο πέρα, κομμένος –ματωμένος απ’ τη τζαμαρία και το μηχανάκι του παρατημένο έξω απ’ το φωτογραφείο. Ο ιδιοκτήτης, που αποζημιώθηκε αμέσως όταν η μέρα πήρε το δρόμο της, δεν θέλει να τιμωρηθεί κανείς και παρακαλάει το Δικαστήριο να μην τιμωρήσει τα παιδιά, γιατί ξέρει την ιστορία τους.
  Το άλλο παιδί, κατηγορούμενος κι αυτός μαζί με τον προηγούμενο, έχασε την θέση του σαν υπάλληλος (ταμίας) που ήταν σε τράπεζα, γι’ αυτή την ασήμαντη εμπλοκή του με το νόμο, καθώς ήταν μαζί με τον αδελφό του αποβραδίς, κι αυτός πιωμένος, πολύ πιωμένος, και τράβαγε τον αδελφό του από τις τζαμαρίες μόλις αντιλήφθηκε την βλακεία που ’χε κάνει και περιμένει μήπως οι δικαστές αντιληφθούν ότι έκανε ό,τι έκανε για να σώσει τον αδελφό του και τον αθωώσουν και ξαναπάει στη θέση του, αλλιώς…
  Νομίζω ότι καταλάβατε ότι στο πρώτο δικαστήριο δικάστηκαν και οι δύο.
  Το τρίτο παιδί «σκλήρυνση κατά πλάκας» και το τέταρτο πέθανε πριν μερικούς μήνες από ανακοπή καρδιάς μετά από τις δικές του ταξιδιωτικές εμπειρίες στον σκατόκοσμο των παράλληλων συμπάντων.
  Τα παιδιά, παιδαράδες όλα και αντρικά όμορφα.
  Μάνα και πατέρας με αξιοπρέπεια, μέσοι Έλληνες, παλεύουν με όλες τις δυνάμεις τους για τα παιδιά τους, όμορφοι άνθρωποι, σε κερδίζουν με την απόπνοια αξιοπρέπειας, ειδικά η μάνα, γλυκειά μορφή που τα βάσανα μοιάζει να μην την χαρακώνουν -μοιάζει είπα, γιατί κανα-δυό χρόνια τώρα ένα κομμάτι άμυνας δεν άντεξε και πέρασε μέσα της η αρρώστια που ακούει στο επιστημονικό όνομα «συστηματικός ερυθηματώδης λύκος».
  Πώς μου ’ρθε και σταμάτησα στην μέση και σας περιέγραψα μια οικογένεια, με την αγωνία στα μάτια μήπως και σώσουν κάτι από τα όσα βλέπει να χάνονται μέσα απ’ τα χέρια της, απ’ τους κόπους της και τα όνειρά της; Δεν ξέρω, αλλά μαζί δεν το ξεκινήσαμε το ταξίδι; Μαζί θα το πάμε σταθμό-σταθμό.
  Η δίκη διακόπηκε για την άλλη Τετάρτη, οπότε θα σας πω τι απόγινε.
  Το επάγγελμα που διάλεξα από μικρός να κάνω, παλιότερα το λέγαμε «λειτούργημα» -δεν στοιχηματίζω πια σ’ αυτή τη λέξη-, δεν έχει μόνο δύο πρόσωπα σαν του Ιανού, έχει πολλά και για να σας το εξηγήσω με λίγες λέξεις που θα ’χετε ξανακούσει βέβαια, είναι ψυχοφθόρο αλλά και ανυσματικό, καταθλιπτικό κι ύστερα από λίγο χαρούμενο, σε στέλνει αδιάβαστο από στιγμή σε στιγμή να νοιώσεις το απόλυτο τίποτα, και από την άλλη είναι φορές που σε κάνει να νοιώθεις όμορφα, χρήσιμος. ΟΜΩΣ, η ιδιαιτερότητά του, που μερικές φορές σε φέρνει σε απόγνωση, είναι ότι η δουλειά σου, ο κόπος σου, δεν έχει άμεσο αποτέλεσμα, όπως του γιατρού για παράδειγμα, όλο το είναι σου να βάλεις κι όλη την τέχνη σου κι όλη την αλήθεια της γης να πεις, μπορεί και να μη φτάνουν για να πείσουν τον Δικαστή που θα αποφασίσει.
  Αυτό είναι το μέγα πρόβλημα. Ο Δικηγόρος προσπαθεί να πείσει ένα τρίτο πρόσωπο που είναι ο Δικαστής. Τα αφήνουμε όμως αυτά γι’ αργότερα που θα σας λέω καμιά ιστορία, απ’ ό,τι φαίνεται.
  1976, Χριστούγεννα, πολίτες. Τριάντα δύο μήνες ναύτες, μη νομίζετε πως δεν έκαναν ζημιά στα γραναζάκια και λοιπά εξαρτήματα του ενδομηχανισμού μας.
  Και μόνο η φθορά που σου προξενεί το ξόδεμα ενέργειας για να καταφέρεις να επιβιώσεις (παλιότερα αυτό) και να λουφάρεις, σε αφυδατώνει σε βαθμό απίστευτο -ξεχάστε όλα τα άλλα που έχουν να κάνουν με την απουσία λογικής στον χώρο που υπηρετείς, της καταρράκωσης της προσωπικότητας και τη σκουριά που αναπνέεις, που σε σκεπάζει και σε αφομοιώνει (πανέμορφα το ’πε ο Καββαδίας «…άγια σκουριά που μας γεννά, μας τρέφει, τρέφεται από μας και μας σκοτώνει…»).
  Όταν υπηρετείς, μάλλον εξιδανικεύεις -και πολύ καλά κάνεις-, όλα τα μικρά και καθημερινά, τα ασήμαντα που ποτέ δεν θα επεσήμαινες αν δε σου ’λειπαν, και πιστεύεις ότι ΑΝ ξεμπερδέψεις ποτέ με την θητεία, θα ρουφήξεις την ευτυχία που αποπνέουν αυτά τα μικροπράματα και θα ’σαι χαρούμενος.
  Ώπα! Ήρθε Τετάρτη. Μόλις γύρισα από Αθήνα από το Εφετείο.
  Ξαναδιαβάζω όσα σας είπα προχτές και μοιάζουν προφητικά γιατί αυτή τη φορά το ταξίδι Κόλαση - Παράδεισος – Επιστροφή (κάποτε έγραψα στίχους πάνω σ’ αυτό το θέμα και δε θ’ αποφύγω τον πειρασμό να τους ξαμολήσω αργότερα), ήταν αστραπιαίο.
  Ήρθε η σειρά μου κατά τις 10 το πρωί. Καλά ετοιμασμένος, ανέλυσα τη κατάσταση στο Δικαστήριο, στο οποίο προήδρευε μια κυρία που ’μοιαζε καλή και δίπλα της ήταν πάλι μια καλή κυρία και δίπλα της από την άλλη μεριά ήταν ένας που ’μοιαζε όχι καλός κύριος -από αυτούς που τους περιβάλλει επαγγελματική κρούστα άρνησης να περάσουν μέσα τους οτιδήποτε ανθρώπινο και η φάτσα τους το δείχνει, γαμώτο- και με ζώσανε τα φίδια, αλλά χαλάρωσα καθώς ο Εισαγγελέας ήταν άνθρωπος με κεφαλαία γράμματα και είπε περισσότερα από όσα εγώ σαν υπεράσπιση πρόσφερα στη διαδικασία και μάλιστα ζήτησε από το Δικαστήριο «να επιτελέσει κοινωνικό και παιδαγωγικό έργο και να βοηθήσει αυτά τα παιδιά να βρουν ένα δρόμο και μια οικογένεια να βρει έστω και στιγμιαία γαλήνη» -έτσι τα ’πε, και χαλάρωσα και δεν σας κρύβω ότι καιρό είχε να με συγκινήσει Εισαγγελέας.
  Ζήτησε την αθώωση και των δύο. Του μεν μικρού που έκανε και το «ανδραγάθημα» που ’λεγε και η θειά μου η Μαρία όταν είμαστε μικρά, «γιατί δεν είχε καθόλου ικανότητα καταλογισμού την στιγμή εκείνη» και του άλλου επειδή «δεν συμμετείχε καθόλου στη πράξη».
  Στη συνέχεια το κλίμα του Δικαστηρίου σα ν’ αλάφρυνε και να ξέφυγε από εκείνο το τυπικό και το βαρύ και η Πρόεδρος δεν μ’ άφησε να μακρηγορήσω αφού τι άλλο ήθελα, με κάλυψε ο κ. Εισαγγελέας.
  Ξέρετε τι παγίδα είν’ αυτό; πόσο εύκολο είναι να την πατήσεις; (την έχω πατήσει κατ’ επανάληψη -διάγραψέ το αυτό ;;;) Σταματάς για να μην γίνεις ενοχλητικός και τους κουράσεις, έχοντας κατά νου ότι ακούν ακατάπαυστα τους μεν και τους δε, και πραγματικά κουράζονται (ξεχάστε προς στιγμή το τραγούδι του Νιόνιου για τους «κουφούς» Δικαστές), και όταν βγαίνει ανάποδη απόφαση τα βάζεις με τον εαυτό σου γιατί δεν είπες αυτά που έπρεπε και δεν επιτέλεσες το καθήκον σου.
  Παρακάλεσα να μην είναι έτσι αυτή την φορά, δεν έπρεπε να είναι έτσι, ήταν πολύ τραγικά από μόνα τους τα πράγματα για να αποδειχθεί ότι στράβωσε (την πάτησα) έτσι η υπόθεση από το καλό κλίμα.
  Μην τα πολυλογώ, βγαίνει βλοσυρή η Πρόεδρος από την διάσκεψη –με το που την είδα με φάγανε τα φίδια- και λέει «ένοχοι, ο μεν πρώτος μπλα-μπλα-μπλα , ο δε δεύτερος μπλα-μπλα-μπλα».
  Εκεί κατέρρευσαν μάνα και πατέρας. Εκεί ξένεψαν τα πρόσωπα των παρισταμένων, όλων.
  Δεν υπάρχει χειρότερη εικόνα από κατάρρευση αξιοπρεπών ανθρώπων. Το κλάμα τους είναι σπαρακτικά αθέατρο. Δεν σε ενοχλεί σαν ήχος, μόνο περνάει απ’ ευθείας στην ψυχή σου και νοιώθεις ένοχος, μ’ οποιονδήποτε τρόπο και να έχεις εμπλακεί σ’ αυτή την τραγωδία, έστω και σαν θεατής και ακροατής στο Δικαστήριο, νοιώθεις ένοχος, που δεν μπόρεσες να συμβάλεις τόσο δα να μην κορυφωθεί αυτό το δράμα.
  Οι αξιοπρεπείς άνθρωποι όταν κλαίνε, ο αέρας γύρω δεν αναπνέεται.
  Το «γιατί;» -κραυγή της μάνας- που ήρθε πια μπροστά στην ΄Εδρα δεν απευθυνόταν προφανώς στην γυναίκα Πρόεδρο, απευθυνόταν στη γυναίκα μάνα, απευθυνόταν σ’ αυτήν σαν μεσολαβήτρια της μοίρας της, σαν ταχυδρόμο του σκληρού θεού της, σαν την αρχαία κατάρα που χτυπάει και δεν τελειώνει.
  Γιατί; Να χάσω κι αυτό το παιδί μου;
  Και το ερώτημα γιγαντώνεται σαν το βάλεις δίπλα στα όσα ο Εισαγγελέας είπε.
  Να χάσω άλλο ένα παιδί που δεν έκανε τίποτε ή κι αν έκανε, το τραύμα στη νομιμότητα αποκαταστάθηκε με το που συνήλθε αφού, όπως το ’παμε πιο πάνω, ο ίδιος ο παθών παρακάλεσε να μην τιμωρηθούν.
  Γιατί;
  Έπεσε καταχνιά στην αίθουσα. Είναι από τις περιπτώσεις που ακόμα και εμείς που πετσιάσαμε επαγγελματικά στη δυστυχία που χειριζόμαστε με κάποιο τρόπο καθημερινά στις αίθουσες των δικαστηρίων, εμείς οι Δικηγόροι, λέω, αγανακτούμε και μονιάζουμε και κοιτάμε ο ένας τον άλλον, επιδεικτικά απέναντι από τους δικαστές λες κι αυτό θα τους κάνει να φοβηθούν, να το σκεφτούν έστω, ν’ αλλάξουν.
  Όμως πότε σφιγμένα βλέμματα άλλαξαν τον κόσμο;
  Γύρισαν και με κοίταξαν όλοι οι συνάδελφοι με αγάπη, πιστέψτε το, και -σπάνιο πολύ σπάνιο- με κατανόηση!
  Και σ’ αυτό το χαμηλό βαρομετρικό, στο οποίο προστέθηκε και ο βόγγος του πατέρα, κάτι γυάλισε και ζήτησα από την Πρόεδρο να μας πει αν πράγματι με την απόφασή της απήγγειλε ότι δέχεται «έμπρακτη μετάνοια» για τον δεύτερο, γιατί έτσι άκουσα, και μου απάντησε «ναι».
  Μέσα σ’ ένα lucidum intervallum, («φωτεινό διάλειμμα», στα φοιτητικά μας λατινικά), εξηγώ, με πείσμα ομολογώ και με σκληράδα που δεν την ξοδεύομε παρά σπάνια πολύ, ότι εφ’ όσον απαγγέλθηκε έτσι η απόφαση η πράξη είναι μη τιμωρητή.
  Η Πρόεδρος το αρνήθηκε αλλά αποσύρθηκε για να διορθώσει το λάθος και τότε σε μια τελευταία προσπάθεια, μαλακά τώρα, ψελλίζοντας απεγνωσμένα κάτι περί μεταφυσικής, που τα λάθη σε καθοριστικές στιγμές της ζωής μας σώζουν, ζήτησα, όλοι οι παρόντες ζητήσαμε, η διόρθωση του λάθους να ’ναι για το καλό του παιδιού κι αυτή τη φορά βγήκε χαμογελώντας η Πρόεδρος και φωτείνιασαν όλα και το παιδί κρίθηκε μη τιμωρητέο και του ζήτησε το Δικαστήριο να ’ναι μάθημα αυτό για όλη τη ζωή του, όπως δηλαδή έπρεπε να ’χει γίνει από την αρχή και αυτός υποσχέθηκε, βαθειά υπόσχεση, πως «ναι, θα είναι»!
  … Πώς χωρίζεις από τον άνθρωπό σου; Πώς μετά από 7 χρόνια έρωτα και εξάρτησης σε βαθμό ναρκωτικών κινάς για άλλες πολιτείες; Χωρισμός χωρίς προετοιμασία, χωρίς λογική στήριξη, χωρίς σχέδιο πλεύσης, χωρίς ντάνος, που λέγαμε μικροί. Σκέτος χωρισμός. (Θέλετε επεξήγηση στη λέξη «ντάνος»; Ωραία. Περίπου σημαίνει φόρα, όμως ήταν πιο συγκεκριμένο, συγκέντρωση και μάζεμα δύναμης για πήδημα χωρίς φορά. Με ενωμένα τα πόδια πηδούσες από στάση όσο πιο μακριά μπορούσες κι αυτό το πήδημα το λέγανε «ταϊτατάτς». Ήταν και Ολυμπιακό άθλημα κάποτε, «άλμα άνευ φοράς», νομίζω, και Ολυμπιονίκης ο Τσικλητήρας; Ταϊτατάτς. Δεν είναι καταπληκτική λέξη; Λέτε να το βάλω τίτλο; Μ’ αρέσει, αν δεν με συγκρατήσουν οι υπόλοιποι που θ’ ασχοληθούν στο να φέρουν στα συγκαλά τους τα γραφόμενα που αραδιάζω, κυρίως ο Σωτήρης, δηλαδή, που έχει το γενικό πρόσταγμα, θα το καταλάβετε).
  Δεν είχε υπαναχωρήσεις, όχι. Για το χωρισμό λέω.
  Όσο παράξενο και να σας φανεί, δεν πισωγυρίσαμε.
  Τώρα πώς γίνεται ένας τεράστιος έρωτας, όπως σας τον περιέγραψα στο προηγούμενο κεφάλαιο ζωής, κραυγαλέος και ριψοκίνδυνος, πρωτοποριακός και επαναστατικός για χίλιες αιτίες και χωρίς αυτές, να φτάσει σε τόσο ήσυχο χωρισμό, δεν το ξέρω. Ήταν σα να πέρασε απ’ όλους τους σταθμούς που ήταν να περάσει και να ’φτασε νομοτελειακά στην πλατφόρμα του τέλους. Δυο άνθρωποι που στην κυριολεξία άκουγαν τα τριξίματα της ωρίμανσης χρόνο το χρόνο στα κορμιά και τα μυαλά τους και ανατριχιαστικά διαπίστωναν την αφομοίωση των όσων απέκρουαν -μετά καυγάδων μεγάλων-, ο ένας του άλλου, φρέναραν με χειρόφρενο και σβήσιμο μηχανών.
  Θέλετε και την πλάκα του θέματος; Η μάνα μου που ποτέ δεν έδειξε άσπρα δόντια σ’ αυτή τη σχέση, όταν τέλειωσε, στενοχωρήθηκε.
  Προφανώς αντιλήφθηκε ότι ξεκίνησα να τραβάω την οδό της μονήρους διαβίωσης που θα ακολουθούσα έκτοτε. 
 
[Κυκλοφορεί σε ιδιωτική έκδοση]