7 Ιουλ 2013

Ταινίες 4ης Ιουλίου 2013


Του Νέστορα Πουλάκου

Ο Μοναχικός Καβαλάρης (6/10) 

Περιπέτεια, ιστορικό έπος, φαρσοκωμωδία, παρωδία ή παραμύθι; Ότι και να είναι «Ο μοναχικός καβαλάρης», είτε παίρνει στα σοβαρά είτε όχι τον εαυτό του, παραμένει ένα απολαυστικό μπλοκμπάστερ που μπορεί στιγμές - στιγμές να κουράζει και σε άλλες να γίνεται ανυπόφορο, δεν παύει όμως να διαθέτει πλοκή, σασπένς, μια ιστορία που κυλάει και μας κρατάει και, κυρίως, έναν απολαυστικότατο Τζόντι Ντεπ. Για μια ακόμη φορά, ο Αμερικανός ηθοποιός επιδίδεται σε ένα ξεκαρδιστικό one man show ξεδιπλώνοντας το ερμηνευτικό ταλέντο του σε κοινή θέα και για όλα τα γούστα και αποτυπώνοντας επί της οθόνης τον θεόμουρλο Ινδιάνο Τόντο ο οποίος φέρνει τα πάνω κάτω στην Άγρια Δύση. Στιβαρή ερμηνεία, εξαιρετική τεχνική και υπέροχα γκαγκ συμπληρώνουν μια εμφάνιση για Όσκαρ. Όσο κι αν το νέο παραμύθι των Βερμπίνσκι – Ντεπ θυμίζει ως μια άτυπη συνέχεια των «Πειρατών της Καραϊβικής», το δημιουργικό δίδυμο των πολλών εισιτηρίων και των αρκετών εκατομμυρίων δολαρίων, υπό της σκέπη της Ντίσνεϋ, τραντάζει την αίθουσα από το γέλιο, συναρπάζει κατά διαστήματα τους ενήλικες και ενθουσιάζει τους μικρούς μας φίλους. Τι άλλο να θέλεις λοιπόν για ένα υπέροχο βράδυ σε θερινό σινεμά (εκτός, ίσως, από τη μεγάλη διάρκεια του); 

Ο Υπνωτιστής (4/10) 

Πετυχημένο αστυνομικό μυθιστόρημα, ο γνωστός αλλά εντελώς άνισος σκηνοθέτης Λάσε Χάλστρομ και ο ανερχόμενος - σε τέτοιου είδους ταινίες - σουηδικός κινηματογράφος θα μπορούσε να είναι ένα εκρηκτικό μείγμα επί της οθόνης δεδομένων και των καλών ταινιών που έχουν βγει τα τελευταία χρόνια στηριζόμενες σε αυτή την τριπλέτα. Εδώ όμως η συνταγή χαλάει! Καθότι ναι μεν έχουμε να κάνουμε με μια ενδιαφέρουσα ιστορία η οποία, με λίγη παραπάνω «πίεση» μας κρατάει μέχρι το τέλος, όμως όλα τα δομικά της στοιχεία «μπάζουν»: η σκηνοθεσία είναι άνευρη, το σενάριο άστοχο και γεμάτο βαρετές «τρύπες», οι δε ηθοποιοί προφανώς δεν παίζουν αλλά μιλάνε (με εξαίρεση την ηθοποιό που υποδύεται τη Σιμόνε). Ως εκ τούτου, πρόκειται για ένα σύγχρονο νουάρ που ναι μεν υπηρετεί τις επιταγές του είδους αλλά δε συναρπάζει ούτε μας κατακεραυνώνει με τη δυναμική, την ένταση και το σασπένς του. Με άλλα λόγια είναι μια μέτρια ταινία που πραγματοποιεί «χαμηλές πτήσεις». 

Η Αγάπη δεν Έρχεται Μόνη (3/10) 

Τι είχαμε, τι χάσαμε μια από τα ίδια «πιάσαμε». Γαλλικό σινεμά, έχουμε πει τόσες και τόσες φορές, σημαίνει κατά κύριο λόγο αναμόχλευση ιδεών, κοινοτυπίες, αφόρητα και αμέτρητα κλισέ και μια διαρκής κόπια του χολιγουντιανού κινηματογράφου. Εν προκειμένω, εργένης που τάσσεται φανατικά κατά του γάμου, των δεσμεύσεων, των επαγγελματικών υποχρεώσεων, του σπιτιού, της κανονικής ζωής κτλ. κτλ. (καταλαβαίνετε, ότι λέγαμε όλα τα αγόρια πρώτα στα 15 μας και μετά στα 25 μας, και τέλος… Μετά γίνεται εμμονικό και εφηβικό!) γνωρίζει, ερωτεύεται και ξετρελαίνεται (ω, τι μας λέτε;!) μια γοητευτική πλην συμβατική σαραντάρα που δεν αγαπιέται πλέον με το σύζυγο της και έχει απολέσει κάθε είδους τρέλα εξαιτίας της οικογενειακής ζωής και των τριών παιδιών της. Τι δεν καταλαβαίνετε; Πόσες φορές έχετε δει αυτό το «έργο»; Μήπως σας θυμίζει παλιά ελληνική ταινία; Ή μήπως σας προκαλεί μια κάποια θυμηδία ως κάτι εντελώς ξεπερασμένο που δεν έχει καν λόγο ύπαρξης; Όλα αυτά μαζί και άλλα τόσα κακά, στραβά και άμοιρα για μια ταινία που μπορεί να διαθέτει τους γοητευτικούς και καλοστεκούμενους Γκαντ Ελμαλέχ και Σοφί Μαρσό, όμως δεν έχει τσαγανό, πρωτοτυπία, τέλοσπαντων κάτι το διαφορετικό να μας πει και να μας δείξει ώστε να τρέξουμε στο σινεμά καλοκαιριάτικα. 

Είναι Τρελοί Αυτοί οι Γάλλοι (3/10) 

Ακόμη μια γαλλική ταινία εσωτερικής κατανάλωσης η οποία «προσγειώνεται» στις ελληνικές αίθουσες χάρη στις καλές - κινηματογραφικές – σχέσεις των δυο χωρών. Καθότι δεν έχει κανένα λόγο ύπαρξης εδώ, μια και παρωδούν τους Αφγανούς – Ταλιμπάν οι οποίοι προστρέχουν στη Γαλλία για μια τρομοκρατική ενέργεια αλλά τα βρίσκουν σκούρα μπρος στη «θηριώδη» τρέλα των Γάλλων (την ποια;). Σκετσάκια και αστεία που τα καταλαβαίνουν μονάχα οι ίδιοι Γάλλοι αλλά και που φουσκώνουν, τρόπον τινά, το εθνικό τους αίσθημα. Κατά τα λοιπά, αν εξαιρέσουμε δυο, το πολύ, τρεις σκηνές που όντως πετυχαίνει το κωμικό μείγμα και λύνεσαι στα γέλια, δεν έχει να μας προσφέρει τίποτα παραπάνω η συγκεκριμένη κωμωδία πόσω μάλλον ένα καλοκαιρινό, άκρως διασκεδαστικό και έξυπνα κινηματογραφικό βράδυ στα θερινά της πόλης. 

Ανοιχτοί Λογαριασμοί (2/10) 

Δίχως ίχνος κωμικού επιπέδου αυτή η κομεντί δράσης προφανώς δεν παίρνει τον εαυτό της στα σοβαρά αλλά και τους θεατές στους οποίους θα ήθελε να απευθύνεται. Καθότι μια παρωδία – κωμωδία δράσης που στηρίζεται στα ποικίλα γκαγκ της δεν ξεχειλώνει τόσο εύκολα, χωρίς μάλιστα να προσφέρει το ελάχιστο, υποτυπώδες γέλιο. Πρόκειται για ένα ιδιότυπο road trip, το οποίο εξελίσσεται σε ανθρωποκυνηγητό. Έχοντας ως βασικό άξονα τον… αμίμητο Τσάρλι Μπρόνσον, σε μια κάκιστη ερμηνεία ο σκηνοθέτης – σεναριογράφος – πρωταγωνιστής Νταξ Σέπαρντ, αυτή η ιστορία «αγωνίζεται» επί 100 λεπτά να σκάσει στο χειλάκι μας ένα έστω χαμόγελο, χωρίς ποτέ να τα καταφέρνει. Αντιθέτως, φεύγουμε από την αίθουσα απορημένοι και ελαφρώς παγωμένοι. 

Ζούσε τη Ζωή της (6/10) 

50 χρόνια μετά επανέρχεται στις αίθουσες μια από τις πρώτες ταινίες του, γεμάτου ορμή, κινηματογραφικού επαναστάτη Ζαν-Λυκ Γκοντάρ. Είναι ένα γυναικείο μανιφέστο, που τα βάζει με τον αναδυόμενο φεμινισμό της εποχής μια και μιλάει για μια νέα και όμορφη γυναίκα που θέλει να ζει τη ζωή της μακριά από κάθε λογής δεσμεύσεις, «πρέπει» και «μη» –έτσι γίνεται πόρνη με τη θέληση της και έτσι θέλει να εγκαταλείψει στη συνέχεια αυτήν τη δουλειά. Στο πρόσωπο της Άννα Καρίνα, ο Γκοντάρ δε βρίσκει μόνο τη σύντροφο και κινηματογραφική μούσα του, αλλά και ένα ανερχόμενο αστέρι στο ευρωπαϊκό σινεμά που «γράφει» στο φακό, γεμίζει με αισθησιασμό την οθόνη και ξέρει μπόλικο κινηματογράφο. Πάνω στην Καρίνα λοιπόν δομεί αυτό το κινηματογραφικό δοκίμιο – μανιφέστο γύρω από την ελεύθερη γυναίκα της εποχής, σε μια περίοδο που η σεξουαλική απελευθέρωση και η γυναικεία χειραφέτηση μόλις ξεκινούσε. Το αποτέλεσμα είναι να βλέπουμε στην οθόνη ένα εξαίσιο μείγμα σκεπτόμενου σινεμά και ηδονιστικής περιπέτειας μια και τα ατέρμονα πλάνα του Γκοντάρ και οι λογής λογής φιγούρες της Καρίνα μόνο συναρπάζουν και ξετρελάνουν. Από την άλλη μεριά, είναι στο χέρι του κάθε σινεφίλ όχι απλώς να δοκιμάσει τις αντοχές του σε ένα σινεμά άλλης εποχής αλλά κυρίως στον πιστό διαχρονικά κινηματογράφο του Γκοντάρ, που δεν υπάκουσε ποτέ κι από την αρχή σε ταμπού, φόρμες και κάθε είδους κανόνες. 

*Τα κείμενα δημοσιεύτηκαν στο κινηματογραφικό πόρταλ www.sevenart.gr (4-7-13).