14 Ιουλ 2013

Ο άνδρας που «παγώνει» το αίμα


Του Νέστορα Πουλάκου 

Επιστρέφοντας από την άδεια πέσαμε πάνω στον πιο γεμάτο προγραμματισμό πρώτων προβολών. Συνολικά παίζονται επτά ταινίες και μια επανέκδοση από την Πέμπτη 11 Ιουλίου, με τις περισσότερες να αποτελούν καλές προτάσεις για θερινό σινεμά. Επίσης, αυτές τις ημέρες διεξάγεται το 3ο Athens Open Air Film Festival, ενώ σύντομα ξεκινούν τα καλοκαιρινά φεστιβάλ κινηματογράφου στα νησιά -για τρίτη χρονιά εκείνο της Πάτμου (24 - 31 Ιουλίου) και για πρώτη χρονιά εκείνο της Σύρου (6 - 9 Αυγούστου). 

Ο άνδρας που «παγώνει» το αίμα 

Σφήνα μπήκε ανάμεσα στις υπερπαραγωγές του Τζ. Τζ. Έιμπραμς και του Ρόμπερτ Ρέντφορντ το The Iceman, αυτή η «μικρή» ιστορία - πραγματικό λαχείο για τους σινεφίλ, μια και μας βάζει για τα καλά στον άρρωστο, βίαιο και εξωπραγματικό φορές - φορές ανθρώπινο ψυχικό κόσμο. Ο The Iceman ήταν ένας πράος άνθρωπος, φιλήσυχος οικογενειάρχης, στοργικός σύζυγος και λατρεμένος πατέρας, που στον… επαγγελματικό χρόνο του «καθάρισε» περισσότερους από 100 ανθρώπους εκτελώντας πληρωμένα συμβόλαια. Από τη μια μεριά έχουμε να κάνουμε με μια πραγματική ιστορία που συγκλονίζει και σοκάρει. Και από την άλλη, με την εκπληκτική ερμηνευτική δεινότητα του Μάικλ Σάνον ο οποίος αποδεικνύει για μια ακόμη φορά το πλούσιο ταλέντο του σε ένα διαφορετικό ρόλο στην καριέρα του. Στα παραπάνω προσθέστε την πετυχημένη αναβίωση εποχής και τη στιβαρή σκηνοθεσία του «άγνωστου» Άριελ Βρόμεν, και έτσι έχουμε την ταινία της εβδομάδας. 

Ο «αριστερός» Ρέντφορντ 

Ο ωραίος Ρόμπερτ Ρέντφορντ βάζει το σακίδιο στην πλάτη και τρέχει σαν 20χρονος (προσπαθεί τουλάχιστον) σε μια περιπέτεια που θα μπορούσε να κάνει το πιο καίριο πολιτικό σχόλιο αλλά κωλώνει. Καθότι Ο κανόνας της σιωπής (The company you keep) μιλάει για τους αριστεριστές - «τρομοκράτες» που κατέκλυσαν πάμπολλες δυτικές χώρες τη δεκαετία του 1970 (μεταξύ των οποίων και την Ελλάδα), οι οποίοι απογοητευμένοι από τις ειρηνικές διαδηλώσεις και την κρατική καταστολή και βία κατά τον πόλεμο του Βιετνάμ και τις κατά τόπους δικτατορίες, βγήκαν στην παρανομία σε ένα ανήλεο αντάρτικο πόλεως, μια ένοπλη πάλη με πολλές παράπλευρες (αθώες) απώλειες. Και ενώ το θέμα μας ιντριγκάρει, η αποκάλυψη μιας οργάνωσης που θεωρείται τρομοκρατική τριάντα χρόνια μετά, ο Ρέντφορντ δεν εμβαθύνει στην ιστορία του ώστε να καταθέσει ένα σχόλιο που ακόμη και σε αυτήν τη χρονική απόσταση θα μπορούσε να αποτελέσει μια σύγχρονη διαλεκτική, μια δύναμη κινητοποίησης των σημερινών νέων σε μια - και πάλι - ζοφερή εποχή. Μένει όμως στο φαίνεσθαι, στο σασπένς και τη διασκέδαση, αγνοώντας την ουσία. Υπηρετώντας με άλλα λόγια το κλασικό Χόλιγουντ. 

Star Trek: Εντυπωσιακό μεν προβλέψιμο δε 

Στο Star Trek into darkness οι απανταχού Trekkers θα δουν πολλά από τα αγαπημένα θέματα του ένδοξου - τηλεοπτικού και κινηματογραφικού - παρελθόντος, πασπαλισμένα με εντυπωσιακά εφέ, επικών διαστάσεων σκηνικά, κουστούμια, φωτογραφία και μουσική αλλά και με μια πιο γήινη ιστορία (τρομοκρατία γαρ, το λατρεμένο παραμύθι των Αμερικανών την τελευταία δεκαετία). Με άλλα λόγια, δυο και ώρες εφετζίδικης αποχαύνωσης σε συνδυασμό με το μύθο της ιστορίας του Κάπτεν Κέρκ αρκούν..; Μπορεί και να αρκούν για πολλούς φαν της σειράς εμάς όμως δε μας έπεισε, από τη στιγμή μάλιστα που υπέρ-ενθουσιαστήκαμε με την πρώτη ταινία του Τζ. Τζ. Έιμπραμς. Πείτε το κορεσμός από τα πολλά μπλοκμπάστερ, πείτε το παραγέμισμα από τους συντελεστές για ένα όσο το δυνατόν πιο άρτιο αποτέλεσμα, το Star Trek into darkness επιτυγχάνει να μας διασκεδάσει και να μας εντυπωσιάσει αλλά όχι να μας αιφνιδιάσει και πάλι. 

Παίζονται ακόμη 

Η σπονδυλωτή ισπανική κομεντί Ένα πιστόλι σε κάθε χέρι (Una pistola en cada mano) που αφηγείται ιστορίες οκτώ ανδρών οι οποίοι βρίσκονται στο απόλυτο αδιέξοδο. Το ιταλικό μελόδραμα Γεννημένοι ξανά (Venuto al mondo) με την Πενέλοπε Κρουζ και τον Έμιλ Χιρς να ερωτεύονται και τελικά να χάνονται στο πολεμικό Σεράγεβο του εμφυλίου. To φεμινιστικό road movie Μια γυναίκα μόνο ξέρει (Just like a woman) με τη Σιένα Μίλερ να πρωταγωνιστεί σε ένα κακέκτυπο του θρυλικού Θέλμα και Λουίζ. Και το σίκουελ της χοντροκομμένης κωμωδίας Οι μεγάλοι (Grown ups 2), με μπροστάρη τον Άνταμ Σάντλερ σε μια ακόμη πιο κακή ταινία. Σε επανέκδοση προβάλλεται το ιαπωνικό αντιπολεμικό δράμα Η άρπα της Βιρμανίας (Biruma no tategoto) του Κον Ιτσικάουα, από το μακρινό 1956. Η ταινία κέρδισε βραβεία στο Φεστιβάλ Βενετίας και έφτασε μέχρι το Όσκαρ ξενόγλωσσης ταινίας. 

The Iceman *** 
Ο κανόνας της σιωπής **1/2 
Star Trek into darkness **1/2 
Ένα πιστόλι σε κάθε χέρι **1/2 
Γεννημένοι ξανά *1/2 
Μια γυναίκα μόνο ξέρει *1/2 
Οι μεγάλοι 2 ½ 
Η άρπα της Βιρμανίας *** 

*Η στήλη Στοπ Καρέ δημοσιεύτηκε στην εβδομαδιαία εφημερίδα Το Χωνί (14-7-13). 

Κριτικές ταινιών στο SevenArt.gr (11-7-13) 

The Iceman (6/10) 

Από τη μια μεριά έχουμε να κάνουμε με μια πραγματική ιστορία που συγκλονίζει και σοκάρει. Και από την άλλη, με την εκπληκτική ερμηνευτική δεινότητα του Μάικλ Σάνον ο οποίος αποδεικνύει για μια ακόμη φορά το πλούσιο ταλέντο του σε ένα διαφορετικό ρόλο στην καριέρα του. Στα παραπάνω προσθέστε την πετυχημένη αναβίωση εποχής και τη στιβαρή σκηνοθεσία του «άγνωστου» Άριελ Βρόμεν, και έτσι έχουμε την ταινία της εβδομάδας. Σφήνα μπήκε ανάμεσα στις υπερπαραγωγές του Έιμπραμς και του Ρέντφορντ αυτή η «μικρή» ιστορία - πραγματικό λαχείο για τους σινεφίλ, μια και μας βάζει για τα καλά στον άρρωστο, βίαιο και εξωπραγματικό φορές - φορές ανθρώπινο ψυχικό κόσμο. Ο The Iceman ήταν ένας πράος άνθρωπος, φιλήσυχος οικογενειάρχης, στοργικός σύζυγος και λατρεμένος πατέρας, που στον… επαγγελματικό χρόνο του «καθάρισε» περισσότερους από 100 ανθρώπους εκτελώντας πληρωμένα συμβόλαια. Μια σκοτεινή, βρώμικη και βίαιη ταινία που μας αναγκάζει να κλείνουμε τα μάτια μας και να βουλώνουμε τα αυτιά μας όχι γιατί το θέαμα είναι αποτρόπαιο αλλά συνειδητοποιώντας τι μπορεί να κρύβει μέσα του (αλλά και έξω του) ο άνθρωπος της διπλανής μας πόρτας. Μια έντονη και δυνατή ταινία που μας σκληραίνει για τη διάσταση που μπορεί να λάβουν τα άσχημα παιδικά χρόνια και η τυφλή ενδοοικογενειακή βία. 

Ένα πιστόλι σε κάθε χέρι (5/10) 

Χαριτωμένη, ανάλαφρη ισπανική κομεντί που κινείται στα όρια του διαλογικού σινεμά, η οποία μπολιασμένη με άφθονο μαύρο χιούμορ, υπερβολική πραότητα για τα δεδομένα και το ταμπεραμέντο της αποστασιοποίησης σε πρώτο πλάνο, μας προβάλλει τι λένε οι άντρες μεταξύ τους στη χειρότερη στιγμή τους, όταν βρίσκονται στο πλήρες αδιέξοδο. Μια ευρωπαϊκή ταινία με αμερικανικό αέρα, που λέει αυτό που θέλει χωρίς να επιδίδεται στη συνηθισμένη χολιγουντιανή καφρίλα των buddy movies. Έτσι, παρακολουθούμε καθημερινές ιστορίες ανδρών που απέχουν παρασάγγας από τις ερωτικές φαντασιώσεις ενός Μπουκόφσκι ή τις αλήστου μνήμης υστερίες των γυναικών του Αλμοδόβαρ. Το φλερτ, ο έρωτας, η επανασύνδεση, το επαγγελματικό αδιέξοδο, τα ψυχολογικά του καθενός και τα… χάπια του, το κέρατο και τα κλασικά ανδρικά μυστικά, οι σύζυγοι κι οι ερωμένες, ο εραστής και ο… επόμενος. Με άλλα λόγια αυτή η ισπανική κομεντί, κατά την οποία παρελαύνουν όλα τα κορυφαία ονόματα της σύγχρονης ισπανόφωνης υποκριτικής σκηνής, προσφέρει αυτό που λέμε ένα ήσυχο πλην σκεπτόμενο καλοκαιρινό βράδυ στο σινεμά της πόλης, όπου αναδεικνύεται η τρυφερή, η ευαίσθητη, η μαλακή και σίγουρα η αγαπησιάρικη πλευρά του άνδρα. Προσέξτε, δεν είναι μια ταινία για άνδρες -κάθε άλλο. Είμαι σίγουρος ότι περισσότερο θα τη λατρέψουν τα κορίτσια και οι γυναίκες. Από τις ευχάριστες - και προπαντός χαμηλών τόνων - στιγμές του ισπανικού σινεμά. 

Star Trek Into Darkness (5/10) 

Τέσσερα χρόνια πέρασαν από τη θεαματική αναβίωση του θρυλικού «Star Trek», πολύς καιρός έτσι κι αναλογιστούμε πόσα ριμέικ, σίκουελ και πρίκουελ σειρών και ταινιών έχουμε δει από το Χόλιγουντ όλο αυτό το διάστημα. Βλέπετε, η αμερικανική μανία στη μη πρωτοτυπία εξακολουθεί με αποτέλεσμα μεγαλεπήβολα, φαντασμαγορικά και πανάκριβα μπλοκμπάστερ σαν τούτο εδώ να μη γεμίζουν πια το χορτασμένο μάτι μας. Ογκώσαμε! Σε αυτό «Star Trek» οι απανταχού Trekkers θα δουν πολλά από τα αγαπημένα θέματα του ένδοξου - τηλεοπτικού και κινηματογραφικού - παρελθόντος, πασπαλισμένα με εντυπωσιακά εφέ, επικών διαστάσεων σκηνικά, κουστούμια, φωτογραφία και μουσική αλλά και με μια πιο γήινη ιστορία (τρομοκρατία γαρ, το λατρεμένο παραμύθι των Αμερικανών την τελευταία δεκαετία). Με άλλα λόγια, δυο και ώρες εφετζίδικης αποχαύνωσης σε συνδυασμό με το μύθο της ιστορίας του Κάπτεν Κέρκ αρκούν..; Μπορεί και να αρκούν για πολλούς φαν της σειράς εμάς όμως δε μας έπεισε, από τη στιγμή μάλιστα που υπέρ-ενθουσιαστήκαμε από την πρώτη ταινία του Τζ. Τζ. Έιμπραμς, σε μια περίοδο - επαναλαμβάνω - που το μάτι και η φαντασία ακόμη δε χόρταινε. Πείτε το κορεσμός, πείτε το παραγέμισμα από τους συντελεστές για ένα όσο το δυνατόν πιο άρτιο αποτέλεσμα (α ρε Νόλαν χάλασες την πιάτσα), το «Star Trek into darkness» επιτυγχάνει να μας διασκεδάσει και να μας εντυπωσιάσει αλλά όχι να μας αιφνιδιάσει και πάλι. 

Ο Κανόνας της Σιωπής (5/10) 

Βλέπω τον Ρέντφορντ και το χαίρομαι. Πλησιάζει τα 80 και παραμένει ακούραστος (άλλα όχι αγέραστος), σκηνοθετεί, κάνει την παραγωγή, πρωταγωνιστεί σε μια πολιτική περιπέτεια βγαλμένη από τα παλιά, αυτός ο ήρωας των πιο σκληρών πολιτικών θρίλερ στις δεκαετίες 1970 και 1980. Ο ωραίος Ρέντφορντ βάζει το σακίδιο στην πλάτη και τρέχει σαν 20χρονος (προσπαθεί τουλάχιστον) σε μια περιπέτεια που θα μπορούσε να κάνει το πιο καίριο πολιτικό σχόλιο αλλά κωλώνει. Καθότι «Ο κανόνας της σιωπής» μιλάει για τους αριστεριστές - «τρομοκράτες» που κατέκλυσαν πάμπολλες δυτικές χώρες τη δεκαετία του 1970 (μεταξύ των οποίων και την Ελλάδα), οι οποίοι απογοητευμένοι από τις ειρηνικές διαδηλώσεις και την κρατική καταστολή και βία κατά τον πόλεμο του Βιετνάμ και τις κατά τόπους δικτατορίες, βγήκαν στην παρανομία σε ένα ανήλεο αντάρτικο πόλεως, σε μια ένοπλη πάλη με πολλές παράπλευρες (αθώες) απώλειες. Και ενώ το θέμα μας ιντριγκάρει, η αποκάλυψη μιας οργάνωσης που θεωρείται τρομοκρατική τριάντα χρόνια μετά, ο Ρέντφορντ δεν εμβαθύνει στην ιστορία του ώστε να καταθέσει ένα σχόλιο που ακόμη και σε αυτήν τη χρονική απόσταση θα μπορούσε να αποτελέσει μια σύγχρονη διαλεκτική, μια δύναμη κινητοποίησης των σημερινών νέων σε μια - και πάλι - ζοφερή εποχή. Μένει όμως στο φαίνεσθαι, στο σασπένς και τη διασκέδαση, αγνοώντας την ουσία. Υπηρετώντας με άλλα λόγια το κλασικό Χόλιγουντ. 

Γεννημένοι Ξανά (3/10) 

Ιταλικό, άκρως μελοδραματικό, ψευδό-ρομάντζο με φόντο τον πόλεμο στο Σεράγεβο. Μια Ιταλίδα (που είναι στην πραγματικότητα Ισπανίδα) φοιτήτρια και ένας Αμερικανός φωτογράφος ερωτεύονται παράφορα στη διάρκεια του πιο σκληρού εμφυλίου πολέμου παγκοσμίως, τη δεκαετία του 1990. Τον οποίον έρωτα μαθαίνουμε μέσα από τα ατελείωτα φλας μπακ της πρωταγωνίστριας όταν μετά από χρόνια επισκέπτεται ξανά την περιοχή. Μια αγνώριστη Πενέλοπε Κρουζ πρωταγωνιστεί σε ένα εξωπραγματικό αισθηματικό μελόδραμα, κατά το οποίο η ποίηση, η τέχνη, ο πόλεμος, ο έρωτας, η φιλία, οι συγκρούσεις και οι αντιθέσεις αναμειγνύονται σε μια σούπα που δεν κατεβαίνει εύκολα αμάσητη. Από δίπλα της ο Έμιλι Χιρς, ως άλλος μποέμ καλλιτέχνης, απλώς υπάρχει. Αν δεν ήξερα ότι πρόκειται για ιταλική παραγωγή κάλλιστα θα μπορούσε να γράψω πως πρόκειται για μια κλασική ιστορία του Νίκολας Σπαρκς. 

Μια Γυναίκα Μόνο Ξέρει (3/10) 

Ξεπερνώντας τον ατυχή ελληνικό τίτλο που παραπέμπει περισσότερο στο γνωστό λαϊκό άσμα, απορώ κυρίως για την επιλογή του έμπειρου σκηνοθέτη Ρασίντ Μπουχαρέμπ («Το ποτάμι ανάμεσα», «Πέρα από το νόμο») να γυρίσει αυτό το ασυνάρτητο, αναχρονιστικό και ξεπερασμένα φεμινιστικό road movie που θέλει εν πολλοίς αλλά δεν καταφέρνει επουδενί να μοιάσει (και να αντιγράψει) στην κλασική «Θέλμα και Λουΐζ». Γιατί μπορεί οι δυο πρωταγωνίστριες (η Σιένα Μίλερ και η Ιρανή Φαρχανί) να παλεύουν να περισώσουν ότι μπορούν από το σεναριακό χάος και την ασυντόνιστη σκηνοθεσία, όμως κι εκείνες τελικά παρασύρονται από τη γυναικεία αγανάκτηση, τους άντρες - κρετίνους (άλλος απατά και είναι άνεργος και άλλος αδιάφορος και «μαμάκιας» -πόσο ξεπερασμένα κλισέ, θεέ μου!), το χορό της κοιλιάς, το ρατσισμό, τη βία (δεν παίζεται η σκηνή ξυλοδαρμού της Μίλερ…), τις σεξουαλικές επιθέσεις και το… εν γένει όνειρο για απελευθέρωση και χειραφέτηση. Συγνώμη, στο 2013 δεν είμαστε; 

Οι Μεγάλοι 2 (1/10) 

Κι όμως γίνεται… Το σίκουελ μιας κακής ταινίας να είναι ακόμη χειρότερο. Τα καταφέρανε δηλαδή ο Σάντλερ και η παρέα του: να ξεφτιλιστούν περισσότερο, να ξεφτιλίσουν και τους λίγους ευπρεπείς αυτής της ταινίας και φυσικά να αποθεώσουν την τρισμέγιστη και αθάνατη χολιγουντιανή καφρίλα των buddy movies - κωμωδιών. Μια ταινία χωρίς λόγια, όπου μπαίνουν μόνο τρεις τελίτσες… Όλη η ιστορία συνοψίζεται στα εξής: σεξιστικά αστεία, θανατηφόρα βλακεία, αβάσταχτη ελαφρότητα, κακές μιμήσεις και άθλιες αμφιέσεις, ατελείωτα χαχανήτα, «παγωμένες» πλάκες, κλανιές, ρεψίματα και ιαχές πάσης φύσεως. Με άλλα λόγια θα μπορούσε να μην είναι ταινία για ενήλικες αλλά ένα ντοκιμαντέρ του national geographic για ζώα! Αυτά! 

Η Άρπα της Βιρμανίας (6/10) 

Εν είδει Ταινιοθήκης μαθαίνουμε κλασικό ιαπωνικό κινηματογράφο, τότε που ακόμη αντιμετωπιζόταν ως ένα εξωτικό προϊόν που θάμπωνε επαγγελματίες και μη σινεφίλ. Στα μέσα της δεκαετίας του 1950, ο Κον Ιτσικάουα, ένας από τους καλύτερους Ιάπωνες σκηνοθέτες αλλά όχι και τόσο γνωστός στη Δύση, προβάλλει το αντιπολεμικό έπος «Η άρπα της Βιρμανίας» κερδίζοντας βραβεία στο Φεστιβάλ Βενετίας και φτάνοντας μέχρι το Όσκαρ ξενόγλωσσης ταινίας. Μελοδραματικό, άκρως μουσικό και σίγουρα αντιπολεμικό, με το γνωστό πομπώδες ερμηνευτικό στυλ και την αργή αλλά ουσιώδη σκηνοθεσία της ιαπωνικής σχολής, ο Ιτσικάουα αφηγείται την περιπέτεια μιας ομάδας του ιαπωνικού στρατού, η οποία στο τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου και ενόσω μάχεται να περάσει τα σύνορα Βιρμανίας - Ταϋλάνδης, επιχειρεί να αποπροσανατολίσει τον εχθρό - νικητή στον πόλεμο και να τονώσει το ηθικό της μέσα από τη μουσική, και συγκεκριμένα το παίξιμο της άρπας και το τραγούδι. Μεταπολεμικό σινεμά, ολίγο παρωχημένο σε πολλά σημεία του, αλλά σίγουρα κλασικό και διαχρονικό μας μεταφέρει σε μιαν άλλη κουλτούρα και σίγουρα σε μια διαφορετική εποχή, όπου οι όντως δύσκολες αληθινές συνθήκες απαλύνονταν μέσα από την ποιητικότητα της τέχνης και την τρυφερότητα της απλής ανθρώπινης επαφής.