26 Ιουλ 2013

Στην τήξη του Ερέβους του Χρήστου Κατρούτσου (Προδημοσίευση)


«σ' εσένα το συ και γω, θα ξεδιψώ σα σε διψώ!» 

(σα βρέχει κάτω απ΄ τον ορίζοντα - Στην τήξη του Ερέβους) 

Πόσο διψούμε την υπαρκτική πληρότητα σε καιρούς που διαπιστώνουμε ολοένα και περισσότερο ρήγματα στον εαυτό μας,στην προσωπική ετερότητα σε εποχές μαζικοποίησης εν μέσω ευρύτερων κοινωνικών μετασχηματισμών και ζυμώσεων. Η άγρα της υπαρκτικής πληρότητας συνιστά αρχαιόθεν τον τόπο της αλήθειας, την παύση του φθοροποιού χρόνου σε μια ατέρμονη ευτυχία. Εναποθέτοντας την ελπίδα αυτή σε κατά καιρούς ποικίλες αυθεντίες, μείναμε με το στόμα ξηρό, με τις ελπίδες διαψευσμένες. Πρόθυμοι, στο βαθμό που δεν έχουμε αλλοτριωθεί μονομερώς στην υλική ευδαιμονία και την εγωκεντρική οχύρωση, για την αυτοπαράδοση σε μια αξία -όχι αυθεντία- που θα νιώσουμε υπαρκτικά πλήρεις, βιώνουμε λίγο- πολύ, μια απομυθοποιημένη αντίληψη σε μια εποχή ερεβώδη που η λάμψη των ονείρων μοιάζει να ξεφτίζει! Καθίσταται το αίτημα της επανανοηματοδότησης υπαρξιακά, οντολογικά ακόμη και του κοσμοειδώλου που φέρουμε, περισσότερο επίκαιρο από ποτέ. Το όνειρο για την αλήθεια ξεφτίζει όταν πια δεν το εμπιστευόμαστε και στη «μυθική» του εκδοχή, στη σύλληψή του με τη φαντασία, την ενόραση, τη διαίσθηση και τη λογική, ακολουθώντας πρότυπα μονομερούς νοησιαρχικής και ατομοκεντρικής διασφάλισης, γιατί το όνειρο εκφύεται στο κοινωνείν και θρέφεται με σύμπασες τις αισθήσεις, για τούτο αναφερόμαστε σε πληρότητα. 

Στην «τήξη του Ερέβους» το ποιητικό υποκείμενο της συλλογής, μέσα από μια οδύσσεια περιπλανήσεων διψά το αρχέγονο, διαχρονικό όνειρο της πληρότητας. Φεύγοντας και επιστρέφοντας στο εγώ, το εσύ, το άλλο, με όποια μορφή το τελευταίο έχει ( πλησίον, οντότητα, σκέψη), μέσα από τον έρωτα, το στοχασμό- είναι έρωτας και ο στοχασμός- διψά το όνειρο της υπαρκτικής πληρότητας με το κοινωνείν που εκλείπει στην εποχή μας. Υπήρχαν πάντα εποχές που η πίστη σε ένα σύστημα αξιών κλονιζόταν προκαλώντας ποικίλες κρίσεις. Μάλιστα, προκειμένου να εξαρθεί το αδιέξοδο σε κάθε εποχή που διέρχονταν μια κρίση, συχνά, όπως παρατηρεί και ο Φουκώ (εξουσία, γνώση και ηθική/ εκδόσεις Ύψιλον), περασμένοι καιροί εξωραΐζονταν παραγνωρίζοντας τις όποιες αρνητικές τους πτυχές και δε σφάλει. Στην εποχή μας όμως, η επιβολή της αυθεντίας μιας μονοσήμαντης ερμηνευτικής των πάντων, μέσω της ατομοκεντρικής διασφάλισης, εκπορευόμενη από ένα θεωρητικό σύστημα, τρόπο πολιτισμού, το Διαφωτισμό που ορθά επεδίωξε να απομακρύνει την όποια αυθεντία του Μεσαίωνα, ακολουθείται αναντίρρητα σε οικουμενικό επίπεδο, έχοντας την εκδοχή του τεχνολογικά προηγμένου δυτικού πολιτισμού ως πρότυπο μίμησης και αναφοράς. Η παραπάνω διαπίστωση δεν παραβλέπει ότι υφέρπει ή περαιτέρω, εντοπίζεται η επιβολή της αυθεντίας και σε άλλα συστήματα αναφοράς- πολιτισμικές εκδοχές όπως τα ανατολίζοντα. Όμως, κακά τα ψέμματα, το πρότυπο του δυτικού πολιτισμού κατισχύει και ο Κλωντ Λεβι-Στρως αναφέρει στο γνήσια αντιρατσιστικό και με κριτική ματιά στο σύγχρονο πολιτισμό, έργο του «φυλή και ιστορία»: «η ιστορικότητα ενός πολιτισμού ή μιας πολιτιστικής διαδικασίας ή, για να μιλήσουμε ακριβέστερα, η υφή τους ως συγκεκριμένου συμβάντος εξαρτάται, όχι από τις εγγενείς ιδιότητες αλλά από τη θέση μας απέναντί τους και την ποικιλία των δικών μας ενδιαφερόντων στο χώρο αυτό». Δηλαδή, σε ποιο βαθμό συμμετέχουμε στις όποιες ζυμώσεις και κυρίως, ποιο είναι το σημείο αναφοράς μας απέναντι στο άλλο, είτε αυτό είναι ένα οικείο πρόσωπο, είτε ένα αλλότριο πρόσωπο, μια συλλογικότητα, εθνότητα, ένας πολιτισμός ξένος προς εμάς, διατηρώντας την προσωπική μας ετερότητα ώστε να αποφευχθεί η όποια μαζικοποίηση. Ακριβώς, εκεί επιχειρεί ο θεματικός πυρήνας της συλλογής «στην τήξη του Ερέβους» να παρέμβει. Αυτό το «άλλο» με μια διαλεκτική σχέση να το καταστήσει οικείο, να προσκαλέσει τον αναγνώστη σε μια ενεργητική μετοχή, σε μια μέθεξη στο ποίημα με την αναγνώριση ότι σε αυτόν κατατείνει, χωρίς να διαβάζει παθητικά την αντίληψη και μόνον του γράφοντος. Ξεσηκώνει τον αναγνώστη, όπως στην εισαγωγή αντί τίτλου και στο προτελευταίο ποίημα της συλλογής « στην ομήγυρη των μεθυσμένων ρόδων», να βιώσει τα γραφόμενα όχι μόνο μέσα από τις σελίδες του κειμένου αλλά με το σύνολο των αισθητηριακών του αντιλήψεων, δια ζώσης! Ο αναγνώστης να «διαβάζει» το βιβλίο ακόμη και όταν δεν το έχει ανα χείρας, να «διαβάζει» και να γεύεται τη ζωή μέσα και έξω από το κείμενο! Πρόσκληση να διαφύγουμε όχι μόνο των νοησιαρχικών αντιλήψεων που έχουμε εθιστεί αλλά σε μια επανασύνδεση ενεργή και με ενάργεια είτε βρισκόμαστε στον περιβάλλοντα αστικό χώρο, εν γένει σε κάποιο διαμορφωμένο από τον ανθρώπινο παράγοντα χώρο είτε στη φύση που έχει εκπέσει σε ένα αντικείμενο χρηστικής αναφοράς, με την αποπνευμάτωσή της και με τις όποιες περιβαλλοντικές και κοινωνικές συνέπειες. 

Έχουμε μεγαλώσει σε ένα περιβάλλον που αρνείται τη διάσωση ενός τρόπου ζωής που συνάδει με το περιβάλλον, από τον προσωπικό χώρο του συνανθρώπου ως τη χρησιμοθηρική αντίληψη για άλλες μορφές ζωής όπως τα ζώα, τα φυτά, τα μοναδικής ομορφιάς οικοσυστήματα απανταχού. Εύστοχα, αναφέρεται στο βιβλίο «σημειωτική + εκπαίδευση» της Ελληνικής Σημειωτικής Εταιρίας (εκδόσεις παρατηρητής) ότι : «…οι δραστηριότητες του παιδιού υπακούουν στην ίδια λογική της κατάτμησης. Ο χώρος δραστηριοτήτων του παιδιού οργανώνεται με τρόπο που το απομονώνει από τον συνολικό κορμό της πόλης». Κατόπιν, αναφέρεται ότι: «σε μια ρασιοναλιστική αντίληψη, έχουν προβλεφθεί ελάχιστοι χώροι για τα παιδιά, σύμφωνα με την οποία ταυτίζονται λιγότερο ή περισσότερο με τον πρωτόγονο άνθρωπο και κατά συνέπεια με τη φύση»… Και είναι μια πτώση από τη βαβελική μας έπαρση, παιδιόθεν να εθιζόμαστε μονομερώς σε νοησιαρχικές αντιλήψεις, αντιμετωπίζοντας κάθε άλλη μορφή ζωής χρηστικά, ακόμη και τον ίδιο τον συνάνθρωπο. Είναι αίτημα να βγάλουμε τις παρωπίδες της μεθοδικά επίκτητης και αλλότριας πείρας από τη φύση του συνυπάρχειν που όπως είπε ο ΌσκαρΟυάιλντ «είναι το όνομα που δίνουμε στα λάθη μας» και να αναβαπτιστούμε στην άδολη παιδική ματιά και ας ματώσουμε αγκώνες, γόνατα: 

…ας σκοντάψει τ’ όνειρο 
στην ξηρασία που ‘σπειρε η πείρα. 
Ας πέσω να ματώσω αγκώνες, γόνατα 
σαν το οδηγώ αφού, γνωρίζω πια, 
παιδί μπορεί και πτήση να φυλά 
και πτώση να ανέχεται...

(ν’ ανεχτείς την πτώση) 

Από κει και πέρα, επουλώνοντας τις πληγές, δεν είναι ανάγκη να ακολουθήσουμε άλλη μια καθεστηκυία αντίληψη που παγιδεύει: τη γραμμική πορεία στον προσωπικό και συλλογικό χρόνο. Δεν είναι αυταπόδεικτο, αποδείξιμο καν ότι η όποια πρόοδος λειτουργεί σωρευτικά σε μια αντίληψη επένδυσης κεφαλαίου, οικονομικού, πολιτισμικού, χωρίς μακροσκοπική αντίληψη των συνεπειών του. Δε χρειάζεται επίσης, σε φαινομενικά αντίθετη πορεία, να αναπολήσουμε οπισθοβατικά, χωρίς κριτική ματιά, περασμένες εποχές και εκεί εστιάζεται η κριτική της γραμμικής αντίληψης: στην ψευδαισθητική θεώρηση ότι βρισκόμαστε σε μια εξελισσόμενη πρόοδο (τι αντιφατικό το «εξελισσόμενη» με μια γραμμική αντίληψη προόδου!). Η όποια πορεία εμπεριέχει την ευθεία οδό αλλά και τις απαραίτητες για τον εμπλουτισμό και την πολυπλοκότητα της ζωής διαδρομές: κυκλικές, ελλειψοειδείς κτλ που πάλι, ανάγονται σε ιδεατά σχήματα που δεν εξαντλούν το θαύμα της ζωής, το απερινόητο! Η αποδοχή κριτικά, παράδοσης και νεωτερισμών συνθέτει την πραγματική πρόοδο. Άλλωστε, ο Λεβι-Στρως επικρίνει την αντίληψη της σωρευτικής ιστορίας θεωρώντας ότι η πορεία του χρόνου μοιάζει να εξελίσσεται με άλματα, αιφνίδιες μεταλλαγές και σπάνια υπάρχει μια και μοναδική κατεύθυνση όπου παρατηρούμε εύτακτους σχηματισμούς (Φυλή και Ιστορία). Μάλιστα, αναπτύσσονται νέες θεωρήσεις στην επιστημονική κοινότητα που τολμούν να ερμηνεύσουν την εξελικτική διαδικασία με μορφές φράκταλ! (μια αιρετική άποψη για το ΧΑΟΣ, Πιτ, Μπριγκς ,εκδ. Π. Τραυλός). Δε θα μπορούσε το μυστήριο, η έκπληξη που φυλά η ανυπότακτη ζωή να διέπεται από μια προκαθορισμένη πορεία! 

…μ’ ακτίνες ποδηλάτων στέρεες 
να συγκρατούν μια διαδρομή 
με απαστράπτουσα την έκπληξη όπως, το λάστιχο σα σκάει 
και η πορεία εμβολίζεται σ΄ ένα καλάθι με χυμώδη φρούτα! 

(στην ανίσκιωτη γη)

Όλα τα παραπάνω ανάγονται στις επιταγές μιας αριθμοποιημένης, μετρήσιμης με ακρίβεια ζωής, ενώ το απερινόητο δεν προϋπολογίζεται, κατακτιέται βήμα βήμα ακόμη και με άλματα! (Σχήμα θέλει η ζωή καθώς και άγριο χάος- στην απειρία ομορφιάς). Αυτό επίσης, επιχειρείται στο ποίημα «η θύμηση μιας λέξης παιδικής». 

Στη συλλογή «Στην τήξη του ερέβους» εκτός των υπαρξιακών καταστάσεων που βιώνονται μέσα από το υποκείμενό της όπως ο έρωτας, η μοναξιά, η αναζήτηση της υπαρκτικής πληρότητας μέσα από την αλληλουχία των ποιημάτων που λειτουργούν συμπληρωματικά, συνάγεται από τα παραπάνω, μια έντονη φιλοσοφική χροιά στην προοπτική της παρουσίασης όσο το δυνατόν, περισσοτέρων αναζητήσεων και γνωρισμάτων που εκβλαστάνουν στο τοπίο της ζωής. Ο κος Στέφανος Ροζάνης επισημαίνει στο βιβλίο «φιλοσοφία και Θετικές Επιστήμες» (εκδ. Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών): «η επανασύνδεση των επιμέρους γνωστικών πεδίων συνιστά μια συνολική θέαση του κόσμου, μια κοσμοαντίληψη, αυτό είναι και το έργο της Φιλοσοφίας». Όμως, στη σύγχρονη εποχή, έχοντας τόσο εθιστεί στον επιμερισμό της γνώσης, χρήσιμο μεν και απότοκο της πολυπλοκότητας των όποιων γνωστικών πεδίων, απομακρυνόμαστε από την εποπτεία της σύνθεσης, μιας κοσμοθέασης. Η μέθεξη στα πράγματα έχει τελματώσει ενώ, πιο ορθό όπως αναφέρει και ο κος Ίων Σιώτης στο ίδιο βιβλίο, «είναι να λέμε ότι η ζωή ζει, το χαρτί χαρτίζει», δηλώνοντας και το γίγνεσθαι. Έχουμε επαναπαυτεί σε απογυμνωμένες από το δυνάμει αλήθειες, από το Διαφωτισμό και εντεύθεν, αντικαθιστώντας τις όποιες απόπειρες μεταφυσικής αυθεντίας του Μεσαίωνα με εκείνες της ρασιοναλιστικής απολυτοποίησης αν και το κίνητρο των Διαφωτιστών δεν ήταν αφετηριακά η νοησιαρχιαρχική επικράτηση. Όμως η αναγωγή, συνεπής στη νεότερη δυτική παράδοση, του υποκειμένου σε απολυτοποιημένο φορέα των πάντων με συνεπαγόμενο τον ατομικισμό, οδήγησε στον εκφυλισμό της σχέσης με το άλλο που βιώνουμε. Θυμίζει τη διαπίστωση του Κορνήλιου Καστοριάδη στο βιβλίο «η αρχαία ελληνική δημοκρατία και η σημασία της για μας σήμερα» (εκδ. Ύψιλον): «οι περισσότερες των επαναστάσεων δεν ήταν για την αλλαγή των θεσμών αλλά η αλλαγή της ατομικής κατάστασης των ανθρώπων στους ίδιους θεσμούς». Η μια αυθεντία διαδέχτηκε την άλλη και μάλιστα, η αναφορά στην αρχή του κειμένου για ερεβώδη εποχή, επισημαίνει στο πως παγιδεύει τόσο πρόδηλα και αποτελεσματικότερα από ποτέ, η ευμάρεια που υπόσχεται ο σύγχρονος δυτικός πολιτισμός.