21 Σεπ 2013

Ναι μεν, αλλά... (1972)


Του Νέστορα Πουλάκου 

Στη στήλη HellasFilm μπαίνουμε στη μηχανή του χρόνου και βρισκόμαστε στο 1972, όταν ο Παύλος Τάσιος, ανερχόμενος κινηματογραφιστής με δεκαετή θητεία στις παραγωγές του Φίνου και με τις πρώτες ταινίες του να παραπέμπουν στα γνωστά ελληνικά και πρόχειρα σκληροπυρηνικά δράματα της δεκαετίας του 1960 που δεν ξεχνιούνται εύκολα («Φτωχολογιά», «Χαμένη ευτυχία», «Οι αντίζηλοι»), ολοκλήρωνε την -ουσιαστικά- πρώτη προσωπική ταινία του, πάντα με το Φίνο πάνω από το κεφάλι του. Πρόκειται για το «Ναι μεν, αλλά…», μια ταινία – προπομπό του ακραιφνούς κινηματογραφικού ρεαλισμού που εντόπισε στη μεταπολιτευτική Ελλάδα τις δομικές κοινωνικές αλλαγές, χάρη της αστυφιλίας και της νέας ζωής που ανοιγόταν μακριά από τη χούντα. Άλλωστε, ο Τάσιος ασχολήθηκε ενδελεχώς με αυτές τις κοινωνικές αλλαγές και τις επιπτώσεις τους στο σύνολο της μετέπειτα φιλμογραφίας του, από το «Βαρύ πεπόνι» και την «Παραγγελιά», στο «Στίγμα», τα «Βαποράκια» και το «Νοκ άουτ». Το νήμα για την ιστορία του «Ναι μεν, αλλά…» πιάνεται από ένα αληθινό περιστατικό που συνέβη στη Θεσσαλονίκη. Με την προοπτική ενός ακόμη μελοδράματος που άλλαξε «πορεία» όμως προσδίδοντας στην ιστορία του ο σκηνοθέτης ένα πιο καταγγελτικό προφίλ, ιδίως όσον αφορά τον αναχρονιστικό και πνιγερό θεσμό της οικογένειας και τη ζωή στο χωριό, ακολουθούμε τον ήρωα μας στη μεγαλούπολη (εδώ αναφέρεται η Αθήνα), που συνδυάζει τη φυγή από την επαρχία με την ελπίδα για μια καλύτερη ζωή. Όλα όμως πάνε στραβά: Ναι μεν η Αθήνα ανοίγεται μπροστά του ως μια γη της επαγγελίας αλλά… α) η δουλειά που ονειρευόταν δεν είναι νεκροθάφτης, β) το σπίτι του δεν θα ήθελε να είναι σε ένα -πάλι- φτωχικό προάστιο, στο Περιστέρι, γ) η γυναίκα που πάντα ήθελε δεν είναι το «λάθος» που τον κυνηγάει ακόμη –ένα βράδυ με μια γυναίκα στο χωριό του, τον αναγκάζει να την παντρευτεί παρά τη θέληση του. Η κοινωνική κατακραυγή, οι πιέσεις της μητέρας του, οι τσαμπουκάδες των αδελφών της κοπέλας… Εν ολίγοις έχουμε να κάνουμε με ένα δυστυχισμένο άνθρωπο, που δε χαίρεται τη ζωή του στην πόλη, δε διασκεδάζει, δε γελάει και τελικά δεν το γλεντάει. Όλα είναι μαύρα, μίζερα, και η υπομονή το μοναδικό του όπλο -αυτό του λένε να κάνει, το ίδιο ψιθυρίζει συνεχώς στον εαυτό του. Και το κακό δεν αργεί να γίνει: μια νέα και όμορφη φοιτήτρια της φιλοσοφικής, που βρίσκεται τυχαία στο δρόμο του, είναι το εξιλαστήριο θύμα. Εκείνη παίζει μαζί του, αυτός την ερωτεύεται. Και τελικά το έγκλημα δεν αργεί... Όπως και στην τελευταία ταινία του Τάσιου, έτσι και στο «Ναι μεν, αλλά…», ο θάνατος είναι η λύση ή αλλιώς η αυτοκτονία. Στην εναρκτήρια σεκάνς αρχικά βλέπουμε φτωχικούς και άδειους δρόμους της Αθήνας και στη συνέχεια τον ήρωα μας κρεμασμένο από μια ταράτσα να θέλει να αυτοκτονήσει. Είχε προηγηθεί το έγκλημα… Ένας δημοσιογράφος – συνεργάτης της αστυνομίας (στο ρόλο ο σκηνοθέτης Αλέξης Δαμιανός) προσπαθεί να τον μεταπείσει από τη μια, ενώ λειτουργεί και ως ο άνθρωπος που μας λέει την ιστορία του πρωταγωνιστή (συγκλονιστικός ο Φάνης Χήνας), μέσα από την έρευνα που διεξάγει. Η έντονη αυτή ταινία του Παύλου Τάσιου, με την τελική σκηνή να κόβει την ανάσα, βραβεύτηκε στο 13ο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης με τιμητική διάκριση και το βραβείο σεναρίου, ενώ θεωρείται η ταινία που άνοιξε το διάλογο για τις επιπτώσεις των γρήγορων, βίαιων και άτσαλων αλλαγών της ελληνικής κοινωνίας στην ανθρώπινη συμπεριφορά και ψυχολογία -μια μετάβαση σκληρή, δύσκολη και ξαφνική, ότι ακριβώς δηλαδή βιώνουμε στις ημέρες μας.