22 Σεπ 2013

Τσίτα τα γκάζια


Του Νέστορα Πουλάκου 

Γεμάτη αδρεναλίνη και μπόλικη τεστοστερόνη είναι αυτή η εβδομάδα των πρώτων προβολών, αφού το «Rush» του Ρον Χάουαρντ που καταπιάνεται με τη Φόρμουλα Ένα, και ο «Λευκός οίκος: Η πτώση» του Ρόλαντ Έμεριχ όπου ένας μυώδης άνδρας (ο Τσάνινγκ Τέιτουμ στο ρόλο) αναλαμβάνει να σώσει τον Αμερικανό Πρόεδρο, φαίνεται ότι θα τραβήξουν το ενδιαφέρον του κοινού. Σε επανέκδοση προβάλλεται η «παρανοϊκή» ταινία του Ντέιβιντ Λιντς «Ατίθαση καρδιά», με την πέρα-από-κάθε-φαντασία ερμηνεία του Νίκολας Κέιτζ και τη σούπερ ερωτική παρουσία της Λόρα Ντεν, που κέρδισε το Χρυσό Φοίνικα Καλύτερης Ταινίας στο Φεστιβάλ των Καννών το 1990. Η ταινία προβάλλεται αποκλειστικά στο Άστυ (της Πλατείας Κοραή), και αποτελεί μια πρώτης τάξεως ευκαιρία να την (ξανα)δείτε και να αρρωστήσετε από τις ροκ καταστάσεις που διαδραματίζονται. Τέλος, το φεστιβαλικό ενδιαφέρον απλώνεται κατά μήκος της χώρας: την Αθήνα κατακλύζουν οι Νύχτες Πρεμιέρας, τη Σύρο το φεστιβάλ κινουμένων σχεδίων AnimaSyros που έχει γίνει πλέον θεσμός, και τη Δράμα το διεθνές φεστιβάλ ταινιών μικρού μήκους. 

Γκαζώνουν και σαρώνουν 

Ιδανικοί για κόντρα προσωπογραφίες αναδεικνύονται ο σκηνοθέτης Ρον Χάουαρντ και ο σεναριαγράφος Πίτερ Μόργκαν. Μετά το απολαυστικό «Frost/Nixon: Η αναμέτρηση» του 2008, τώρα καταπιάνονται με δυο μεγάλους αστέρες της Φόρμουλα Ένα, τον Τζέιμς Χάντ και τον Νίκι Λάουντα στην ταινία «Rush», που άφησαν εποχή στις διεθνείς πίστες τη δεκαετία του 1970 τόσο για τις κόντρες και τους άγριους καβγάδες τους όσο και για τις υπέρμετρες φιλοδοξίες τους, τα γρήγορα γκάζια και το στυλ που πλάσαραν. Σε κάτι περισσότερο από δυο ώρες, οι Χάουαρντ – Μόργκαν συνθέτουν έναν υπέροχο καμβά έντασης και αδρεναλίνης: απολαυστικές σκηνές από τις πίστες, με τα γρήγορα αμάξια να γκαζώνουν, να προσπερνούν, να συγκρούονται αλλά και να τυλίγονται στις φλόγες. Και από την άλλη μεριά η δραματουργία της ίδιας της ζωής εκτός πίστας αλλά πάντοτε συνυφασμένης με αυτή. Γυναίκες, διασκέδαση, μποέμικη ζωή και προκλήσεις, ειρωνείες, σνομπισμοί και άλλα πολλά που αποτυπώνονται στον κόσμο των «γρήγορων» ανδρών. Καταπληκτική είναι η ερμηνεία του Γερμανού Ντάνιελ Μπρουλ ως Νίκι Λάουντα, πιο αδύναμη αυτή του Κρις Χέμσγουορθ ως Τζέιμς Χαντ, αυτή όμως που αναδεικνύεται μέσα από την ταινία «Rush» είναι η σκηνοθεσία του έμπειρου Χάουαρντ (μην ξεχνάμε και την προσωπογραφία του σπουδαίου μαθηματικού Τζον Νας στην ταινία «Ένας υπέροχος άνθρωπος» με τον Ράσελ Κρόου), αλλά και το άριστα δομημένο σενάριο του Μόργκαν. 

Ένας αλλά Γκόσλινγκ 

Υποθέτω ότι μετά από την ταινία «Μόνο ο Θεός συγχωρεί» θα «χαλαρώσουν» τόσο ο Δανός σκηνοθέτης Νίκολας Βίντινγκ Ρεφν όσο και ο ακούνητος-αμίλητος-ατάραχος Ράιαν Γκόσλινγκ. Με τους κανόνες και τις επιταγές της επιτυχίας «Drive», οι δυο συνεργάτες μεταφέρουν τη δράση στη Μπανγκόκ, την οποία πνίγουν κυριολεκτικά στο αίμα. Διεφθαρμένοι αστυνομικοί, μαφία και πορνεία, ναρκωτικά και αγώνες μποξ αλά ασιατικά είναι τα «καλά» στοιχεία της ταινίας. Τα «κακά» στοιχεία της ταινίας του Ρεφν είναι κατά πόσο θα αντέξετε τους αργούς, άκρως εξαντλητικούς ρυθμούς της υπόθεσης, οι οποίοι «αναγκάζουν» τη μιάμιση ώρα διάρκειας να μοιάζει… με μια αιωνιότητα. Ξεπερνώντας ακόμη και τον «βάναυσο» Ταραντίνο, οι νεκρές στιγμές της ταινίας είναι πολλές και ανυπόφορες. Κανείς ούτε μιλάει ούτε κουνιέται ούτε τσιμπιέται. Εντέλει αυτό που και πάλι μας μένει, είναι η κόπια ερμηνεία του Γκόσλινγκ ο οποίος δεν μιλάει αλλά εκδικείται. Έχουμε ξαναδεί το έργο αλλά μας αρέσει. Στα συν της ταινίας οι «εξωτικές» ερμηνείες των Κριστίν Σκοτ Τόμας και Βιθαγιά Πανσρινγκάρμ, αλλά και η περιθωριακή ατμόσφαιρα που δημιουργείται. 

Παίζεται ακόμη 

Η βιογραφική ταινία «jObs» που μιλάει (κάπως αποσπασματικά είναι η αλήθεια) για τη ζωή και το έργο του Στιβ Τζομπς, ιδρυτή της πανίσχυρης Apple. Η ταινία κυρίως επικεντρώνεται στο πως φτιάχτηκε η εταιρεία στα τέλη της δεκαετίας του 1970 και το πώς αναπτύχθηκε στις αρχές της δεκαετίας του 1980. 

Rush *** 
Μόνο ο Θεός συγχωρεί ** 
jObs ** 
Λευκός Οίκος: Η πτώση - 
Ατίθαση καρδιά ***1/2 

*Η στήλη Στοπ Καρέ δημοσιεύτηκε στην εβδομαδιαία εφημερίδα Το Χωνί (22-9-13). 

Κριτικές ταινιών στο SevenArt.gr (19-9-13) 

Rush 

Ιδανικοί για κόντρα προσωπογραφίες αναδεικνύονται ο σκηνοθέτης Ρον Χάουαρντ και ο σεναριoγράφος Πίτερ Μόργκαν. Μετά το απολαυστικό «Frost / Nixon: Η αναμέτρηση» του 2008, τώρα καταπιάνονται με δυο μεγάλους αστέρες της Φόρμουλα Ένα, τον Τζέιμς Χάντ και τον Νίκι Λάουντα στην ταινία «Rush», που άφησαν εποχή στις διεθνείς πίστες τη δεκαετία του 1970 τόσο για τις κόντρες και τους άγριους καβγάδες τους όσο και για τις υπέρμετρες φιλοδοξίες τους, τα γρήγορα γκάζια και το στυλ που πλάσαραν. Σε κάτι περισσότερο από δυο ώρες, οι Χάουαρντ – Μόργκαν συνθέτουν έναν υπέροχο καμβά έντασης και αδρεναλίνης: απολαυστικές σκηνές από τις πίστες με τα γρήγορα αμάξια να γκαζώνουν, να προσπερνούν, να συγκρούονται αλλά και να τυλίγονται στις φλόγες. Και από την άλλη μεριά η δραματουργία της ίδιας της ζωής εκτός πίστας αλλά πάντοτε συνυφασμένης με αυτή. Γυναίκες, διασκέδαση, μποέμικη ζωή και προκλήσεις, ειρωνείες, σνομπισμοί και άλλα πολλά που αποτυπώνονται στον κόσμο των «γρήγορων» ανδρών. Καταπληκτική είναι η ερμηνεία του Γερμανού Ντάνιελ Μπρουλ ως Νίκι Λάουντα, άλλωστε ο ηθοποιός αυτός έχει προσφέρει μερικές ξεχωριστές στιγμές στη μεγάλη οθόνη από την εποχή του «Αντίο Λένιν». Πιο αδύναμη είναι αυτή του Κρις Χέμσγουορθ ως Τζέιμς Χαντ, μια και έχει συνηθίσει να παίζει κυρίως σε μπλοκμπάστερ που ουσιαστικά «ευνουχίζουν» τους ηθοποιούς. Αυτή όμως που αναδεικνύεται μέσα από την ταινία «Rush» είναι η σκηνοθεσία του έμπειρου Ρον Χάουαρντ. Μην ξεχνάμε άλλωστε ότι ο Χάουαρντ πέρα από το αληθινό περιστατικό του δημοσιογράφου Φροστ και του Προέδρου των ΗΠΑ Νίξον, έχει γυρίσει την απολαυστική προσωπογραφία / βιογραφία του σπουδαίου μαθηματικού Τζον Νας στην ταινία «Ένας υπέροχος άνθρωπος» με τον Ράσελ Κρόου. Όπως επίσης διακρίνεται και το άριστα δομημένο σενάριο του Πίτερ Μόργκαν. Στα συν βάζουμε την ατμοσφαιρική μεταφορά στην εποχή του 1970, κάνοντας έτσι την ταινία να μοιάζει σαν ένα αληθινό ντοκουμέντο που έχει αποτυπώσει τον άγριο και φυσικά γρήγορο κόσμο της Φόρμουλα Ένα. 

Μόνο ο Θεός συγχωρεί 

Υποθέτω ότι μετά από την ταινία «Μόνο ο Θεός συγχωρεί» θα «χαλαρώσουν» την ορμή τους τόσο ο Δανός σκηνοθέτης Νίκολας Βίντινγκ Ρεφν όσο και ο ακούνητος - αμίλητος - ατάραχος Ράιαν Γκόσλινγκ. Με τους κανόνες και τις επιταγές της επιτυχίας του «Drive», οι δυο συνεργάτες μεταφέρουν τη δράση στη Μπανγκόκ, την οποία πνίγουν κυριολεκτικά στο αίμα. Διεφθαρμένοι αστυνομικοί, μαφία και πορνεία, ναρκωτικά και αγώνες μποξ αλά ασιατικά είναι τα «καλά» στοιχεία της ταινίας. Αυτά που συνθέτουν το φόντο του περιθωρίου, που γεμίζουν με μαύρο - κόκκινο την εικόνα τόσο της πόλης όσο και των λογής - λογής σπιτιών: των πορνείων, των ξενοδοχείων, των φτηνών καταλυμάτων της πρέζας, του αλκοόλ και του ξύλου. Εντέλει η Ταϋλάνδη δεν ενδείκνυται μόνο για ένστικτα αλά hangover μα και για ξύλο - αίμα - σπέρμα. Από την άλλη μεριά, τα «κακά» στοιχεία της ταινίας του Ρεφν είναι πολλά. Και κυρίως το κατά πόσο θα αντέξετε τους αργούς, άκρως εξαντλητικούς ρυθμούς της υπόθεσης, οι οποίοι «αναγκάζουν» τη μιάμιση ώρα διάρκειας να μοιάζει… με μια αιωνιότητα. Ξεπερνώντας ακόμη και τον «βάναυσο» Ταραντίνο, ο οποίος τουλάχιστον μας «πεθαίνει» στους διαλόγους, οι νεκρές στιγμές της ταινίας είναι πολλές και ανυπόφορες. Κανείς ούτε μιλάει ούτε κουνιέται ούτε τσιμπιέται. Αλλά όλο αυτό, κατά τον Ρεφν, επιτείνει την αγωνία για το θάνατο. Οι ασυγκράτητοι λευκοί και οι διεστραμμένοι για αίμα και εκδίκηση σχιστομάτηδες. Η ταινία του Ρεφν που αποκαλύφθηκε με δάφνες στο τελευταίο Φεστιβάλ των Καννών και προκάλεσε ουκ ολίγα μουρμουρητά (και χασμουρητά), μια και σε όλη τη διάρκεια της προετοιμασίας της τελούσε σαν μυστικό του κράτους, βρίθει από ατμόσφαιρα, μουσική και υπέροχα, σχεδιασμένα στη λεπτομέρεια σκηνικά. Αλλά δεν έχει να πει τίποτα, είναι μια φούσκα, ένα κενό, ένας πίδακας αίματος χωρίς ουσία, περιεχόμενο, ένα κάποιο μήνυμα. Μόνο αίμα, όπως θα έλεγαν κάποτε οι αδελφοί Κοέν. Γιατί οι αδελφοί Τζούλιαν και Μπίλι είχαν κάνει την Μπανγκόκ άντρο τους, με ναρκωτικά, γυναίκες και άφθονο ξύλο. Εντέλει αυτό που και πάλι μας μένει, είναι η κόπια ερμηνεία του Ράιαν Γκόσλινγκ ο οποίος δεν μιλάει αλλά εκδικείται. Έχουμε ξαναδεί το έργο αλλά μας αρέσει. Είναι ο ηθοποιός που πιθανώς παίζει καλύτερα όταν δεν μιλάει. Στη συγκεκριμένη ταινία είναι σκληρός αλλά τσαλακώνεται. Μαυρίζει, πονάει, ματώνει. Προσπαθεί να εκδικηθεί για το θάνατο του αδερφού του. Αναγκάζεται να ακολουθήσει τις διαταγές της πανούργας μητέρας του, ενός μαφιόζικου εγκεφάλου που ήρθε στη χώρα προκειμένου να αναλάβει δράση για το θάνατο του γιου της. Όμως ο αδερφός έσφαξε μια πόρνη και διέλυσε μερικά μαγαζιά και γι’ αυτά έπρεπε να πληρώσει. Στα συν της ταινίας οι «εξωτικές» ερμηνείες των Κριστίν Σκοτ Τόμας (ως πανούργα μητέρα) και Βιθάγια Πανσρινγκάρμ (ως ο Ταϊλανδός με το κρύο αίμα και το σπαθί που εκδικείται), αλλά και το περιθωριακό σκηνικό που έχει οικοδομηθεί άψογα. 

Jobs 

Δυο χρόνια πριν μαθαίναμε τον απροσδόκητο θάνατο του Στιβ Τζομπς, του ανθρώπου που - για πολλούς - έφερε την τεχνολογική επανάσταση από τους υπολογιστές και τα λάπτοπ μέχρι τα κινητά, τις συσκευές ανάγνωσης βιβλίων και ακρόασης μουσικής. Και δεν είναι μόνο αυτά. Ουσιαστικά πρόκειται για εκείνον το «μάστορα» που κατάφερε να κοντράρει, πολλές στιγμές να προσπεράσει, αλλά σίγουρα να τον κάνει να ιδρώσει ουκ ολίγες φορές - τον πλουσιότερο άνδρα στον κόσμο: τον Μπιλ Γκέιτς της Microsoft. Ο Τζομπς και η εταιρεία - μύθος ή θρύλος πια Apple, βρίσκονται στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος αυτής της βιογραφικής ταινίας του Τζόσουα Μάικλ Στερν. Και βάζουμε στο επίκεντρο και την Apple καθώς η ταινία αυτή περισσότερο ενδιαφέρεται για τον ιδρυτή της Apple Στιβ Τζομπς παρά για τον άνθρωπο. Άλλωστε, μέσα το πρώτο 20λεπτο μαθαίνουμε σαν σε fast forward τα πρώτα του φοιτητικά χρόνια και τις παραξενιές του με τη διατροφή, τη θρησκεία και την εμφάνιση, τις παρέες και τις νεανικές κοσμοθεωρίες του. Εν ολίγοις, αν θέλουμε να μάθουμε κάτι περισσότερο για τον άνθρωπο Τζομπς σίγουρα δεν θα τα καταφέρουμε μέσα από την ταινία αυτή. Αποσπασματικά πράγματα προβάλλονται κατά τη διάρκεια του χτισίματος του μύθου, της κατάρρευσης και εντέλει της επιστροφής του στην Apple το 1997, οπότε και την έκανε υπερδύναμη στον τομέα της κι όχι μόνο. Γι’ αυτό ανατρέξτε καλύτερα στη βιογραφία του, που κυκλοφορεί από το 2011 στις εκδόσεις Ψυχογιός. Ο άνθρωπος πίσω από τα Mac, το iPad, το iPod, τα iTunes και ούτε καθ’ εξής, βιογραφείται σε αυτή την ταινία, με τον κατά τα άλλα «ελαφρύ» ηθοποιό Άστον Κούτσερ να τον υποδύεται. Χωρίς να ξέρουμε σαν δυο σταγόνες νερό τον Τζομπς, σίγουρα θα προτιμούσε κι ο ίδιος να έβλεπε κάποιον πιο «σοβαρό» ηθοποιό από τον Κούτσερ, τον οποίο έχουμε συνηθίσει σε ρόλους εραστή, κυνηγού γυναικών και παλιόφιλου παρά να ερμηνεύει έναν - κακά τα ψέματα - γιάπη που στο πρόσωπο του αποτυπώνεται ξεκάθαρα το αμερικανικό όνειρο. Ο Τζομπς, όσο «επαναστάτης» και να ήταν, όσο νευρικός, φωνακλάς, εναλλακτικός και οργισμένος με το σύστημα κι αν υπήρξε, μην ξεχνάμε ότι ήταν ο ίδιος το σύστημα: έστησε μια πολυεθνική επιχείρηση που κυριάρχησε στον κόσμο και σίγουρα αυτό το όνειρο δεν κατακτιέται απλώς περπατώντας ξυπόλητος στο δρόμο, με μακριά μούσια και μαλλιά, άπλυτος και κουρασμένος από το ταξίδι στην Ασία όπου ασπάστηκε τις ανατολίτικες θρησκείες. Ο Τζομπς φέρει το παραμύθι του φτωχού, υιοθετημένου παιδιού που ήταν υπερβολικά έξυπνο για να ζήσει μια συμβατική ζωή. Και παρά το γεγονός ότι ο ίδιος ποτέ δεν υπήρξε genius στα τεχνολογικά, εντούτοις του αποδίδουν καινοτόμες ιδέες, την κατάλληλη στιγμή, με τον πλέον επιθετικό τρόπο. Πολλή δουλειά, σκληρά ωράρια, δημόσιες σχέσεις και «συμφωνίες με τον διάβολο» είναι τα στοιχεία που φτιάχνουν τα οράματα. Από κει και πέρα, τα διάφορα ευφυολογήματα που έλεγε σε διαλέξεις του σε νέους την τελευταία δεκαετία της ζωής του απλώς φτιάχνουν το «μύθο». Εν κατακλείδι, η ταινία του Στερν είναι ουσιαστικά η Apple κι όχι τόσο ο Στιβ Τζομπς. Δεν είναι τυχαίο άλλωστε ότι το μεγαλύτερο μέρος της ταινίας στέκεται σε αυτή την πλευρά του «πρίγκιπα της τεχνολογίας» όπως χαρακτηριζόταν στο παρελθόν. Επομένως, ξεπερνώντας τη μάλλον άστοχη ερμηνεία του Κούτσερ, έχουμε να κάνουμε με μια ταινία σαν ντοκιμαντέρ που ουσιαστικά μας φωτίζει αυτά που διαβάζαμε ή ακούγαμε σε κουτσομπολιά όλα αυτά τα χρόνια. Και χωρίς να περνάει απαρατήρητο το γεγονός ότι τελειώνει κάπως απότομα με την επιστροφή του Τζομπς στην Apple, χωρίς να αγγίζει καθόλου τα έργα και τις ημέρες του στη νέα χιλιετία. 

Aτίθαση Καρδιά 

Σε μια σκοτεινή Αμερική κι έναν κόσμο νοσηρό, επικίνδυνο, βίαιο, ένα κυνηγημένο ζευγάρι πραγματοποιεί το ταξίδι της φυγής του. Το αγόρι και το κορίτσι αντιδρούν σε αυτό το σκηνικό, και επαναστατούν, αντιστέκονται, μάχονται για την ελευθερία τους. Το σουρεαλιστικό σύμπαν του Ντέιβιντ Λιντς αυτή τη φορά είναι πιο ροκ, πιο δυναμικό, πιο ατίθασο. Εξαιρετικές οι ερμηνείες και του Νίκολας Κέιτζ (όταν ακόμη ήταν ηθοποιός) και της Λόρα Ντερν (ή μούσας του Λιντς). Η ταινία είναι μια διαρκής χορογραφία πάνω σε τεντωμένο σχοινί. Όπως ακριβώς είναι δηλαδή και η πορεία του ανένταχτου αυτού ζευγαριού. Ο Λιντς με την "Ατίθαση καρδιά" κέρδισε το Χρυσό Φοίνικα του Φεστιβάλ των Καννών. Παίζουν ακόμη οι Γουίλεμ Νταφόε, Γκρίσπιν Γκλόβερ, Ιζαμπέλα Ροσελίνι, Χαρι Ντην Στάντον κ.ά.