7 Σεπ 2013

Συνέντευξη της Ελπίδας Σκούφαλου


Στον Νέστορα Πουλάκο 

Μετά από 13 χρόνια προετοιμασιών και γυρισμάτων, η κινηματογραφίστρια Ελπίδα Σκούφαλου παρουσιάζει για πρώτη φορά στο ελληνικό κοινό το ντοκιμαντέρ “Άκουσα το θεό να κλαίει”. Μάλιστα η πρεμιέρα αυτή ενέχει πολλούς συμβολισμούς: προβάλλεται την Τετάρτη 21 Αυγούστου, στις 20.00, με άλλα λόγια τη νύχτα με τη μαγευτική αυγουστιάτικη πανσέληνο, στον αρχαιολογικό χώρο της Κασσώπης στην Ήπειρο, εγκαινιάζοντας με αυτό τον τρόπο τις προβολές σε αρχαιολογικούς χώρους, όπου δένουν αρμονικά ο κινηματογράφος με τη μυσταγωγία και την Ιστορία του τόπου. Το ντοκιμαντέρ της Ελπίδας Σκούφαλου, διάρκειας 86 λεπτών, έχει ως άξονα τρεις τελετές, φαινομενικά ασύμβατες. Το συνταραχτικό μοιρολόγισμα των γυναικών στα χωριά της Αλβανίας, το αναστενάρικο πανηγύρι και τη θρηνητική τελετή Ασούρα των Σιιτών Πακιστανών. Τρεις τελετές συνδεδεμένες με τη μουσική και το χορό, που εκφράζουν και διαπραγματεύονται οριακά συναισθήματα. Όλες ξεκινούν και έχουν ως κεντρικό πυρήνα τους το θρήνο, που οδηγεί λυτρωτικά στην υπέρβαση των ορίων. Ο προσωπικός θρήνος γίνεται συλλογικός, η μουσική πυροδοτεί τον πόνο, οδηγεί στην υπέρβαση των ορίων. Οι πρωταγωνιστές επικοινωνούν με το θείο ή το θάνατο. Μεταμορφώνονται σε κάτι άλλο απ‘ ό,τι είναι στην καθημερινότητα και μέσα απ’ αυτή την “αταξία”, υπερβαίνουν προς στιγμή και τις σκληρές συνθήκες της καθημερινής τους ζωής. Η ταινία μας ταξιδεύει σε Ελλάδα (Αγία Ελένη Σερρών, Λαγκαδάς Θεσσαλονίκης, Μαυρολεύκη Δράμας, Πειραιάς), Συρία (Δαμασκός) και Αλβανία (Λίβινα, Ελευθεροχώρι, Βούρκος), και τελεί υπό την αιγίδα της Εθνικής Επιτροπής για την UNESCO και του Κέντρου Λαογραφίας της Ακαδημίας Αθηνών. Έχει προβληθεί στα Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Σόφιας, στο Womex 2012 και στο Brave Festival στην Πολωνία. H προβολή στον αρχαιολογικό χώρο της Κασσώπης πραγματοποιείται σε συνεργασία με το Δήμο Πρέβεζας και τη ΛΓ’ Εφορία Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων Πρέβεζας – Άρτας, μάλιστα θα προηγηθούν ξεναγήσεις και μια μουσική παράσταση από τον Βορειοηπειρώτη Κώστα Βέρδη. Η Ελπίδα Σκούφαλου μιλάει στο SevenArt για αυτό το άκρως ενδιαφέρον και ιδιότυπο ντοκιμαντέρ της. 

Ποιο ήταν εκείνο το συναίσθημα ή τελοσπάντων το στοιχείο που σας ώθησε να καταγράψετε τις εικόνες, τους ήχους και τις κινήσεις, εν γένει την όλη μυσταγωγία αυτών των θρησκευτικών τελετών που μοιάζουν κάπως "εξωτικές" για την κουλτούρα μας; 

Προέρχομαι από το χώρο του θεάτρου. Και συγκεκριμένα του Θεάτρου Τέχνης. Έχω δουλέψει στο θέατρο ως ηθοποιός και κυρίως ως σκηνοθέτης, με σημαντικούς ανθρώπους του χώρου, όπως τον Μίνω Βολανάκη, τον Μιχάλη Κακογιάννη, τη Ρένη Πιττακή, τον Γιώργο Λαζάνη, τον Μίμη Κουγιουμτζή, τον Γιάννη Χουβαρδά. Το θέατρο ως τέχνη έχει να κάνει με το “μυστικό”, με διαφορετικούς και ενίοτε πρωτόγνωρους τόπους συναισθημάτων, αισθαντικότητας, ωθεί στην εξερεύνηση του “άλλου εαυτού”. Ο Μίνως Βολανάκης έλεγε ότι ο άνθρωπος είναι εν δυνάμει ηφαίστειο. Υπάρχει η επιφάνεια, η κρούστα της κοινωνικότητας που μας περιορίζει και μας κάνει να μοιάζουμε με βουνά συμπαγή, βαρετά κι αμετακίνητα. Το θέατρο είναι μια βουτιά στο υποσυνείδητο, στον κρατήρα του ηφαιστείου. Πιστεύω σ’ αυτό κι έτσι πριν από περίπου 13 χρόνια μπήκα στην περιπέτεια μιας προσωπικής αναζήτησης για το “άλλο θέατρο”. Θέλησα να ψάξω για τη λάβα και να πλησιάσω στον κρατήρα του ηφαιστείου, να πιω απ’ την πηγή του θεάτρου που δεν φυλακίζεται σε κλισέ και στερεότυπα, αλλά αποθεώνει το αναπάντεχο. Ο άνθρωπος είναι ένα θαύμα, ένας μικρός θεός. Η ομορφιά του ανθρώπου αντλεί απ’ την αέναη ρευστότητα και την ικανότητα του ν’ αλλάζει, να μεταμορφώνεται. Έψαξα να βρω αυτή την ομορφιά. Ο δρόμος με οδήγησε σε εκστατικές τελετές, στην Ελλάδα και αλλού. Όσον αφορά αυτό που λέτε, περί εξωτικού στοιχείου, έχω να πω ότι οι τελετουργίες δεν είναι καθόλου μακριά από την κουλτούρα μας. Μοιρολόγια υπάρχουν ακόμα, όπως επίσης και κάποια δυνατά πανηγύρια σε όλο τον ελλαδικό χώρο. Το αναστενάρικο πανηγύρι είναι ακόμα ζωντανό, σε πολλά και διαφορετικά μέρη στη Βόρεια Ελλάδα, και μάλιστα τρεις φορές το χρόνο. Κάντε μια βόλτα ψυχοσάββατο, σε οποιοδήποτε νεκροταφείο. Θα ακούσετε μοιρολόγια. Απλά ο σύγχρονος τρόπος ζωής, η λογική του lifestyle, που μας θέλει όλους ατσαλάκωτους και φοβάται το θρήνο, τα θεωρεί όλα αυτά εξωτικά. Σπάνια βλέπουμε καταγραφές σαν τη δική σας στον κινηματογράφο, όχι μόνο στον ελληνικό αλλά και στον ξένο ευρύτερα. 

Γιατί πιστεύετε ότι απουσιάζουν αυτές οι ακραία συναισθηματικώς γιορτές από τις προτιμήσεις των κινηματογραφιστών; 

Φαντάζομαι ότι από μόνες τους, χωρίς το χέρι της μυθοπλασίας, έχουν μεγάλο ενδιαφέρον. Τα γυρίσματα αυτά είναι πολύ δύσκολα. Απαιτούν χρόνο, χρήμα, συγκέντρωση και εξειδίκευση. Και μια βαθιά ανάγκη που σε οδηγεί και σε κατευθύνει. Εμένα με βοήθησε πολύ η εμπειρία του θεάτρου, στο πως θα σταθώ στο γύρισμα. Θυμάμαι όταν περνάγαμε την πόρτα του Θεάτρου Τέχνης, ακόμα και στη σχολή, ήταν σαν να περνούσαμε στο άβατο. Δεν βγάζαμε κιχ. Ίσχυε το prick up your ears. Και ως μαθητές ήμασταν παρόντες με όλες μας τις αισθήσεις για ν’ ανακαλύψουμε κόσμους μυστικούς. Η μαθητεία αυτή που με έχει στοιχειώσει, ουσιαστικά ερμηνεύει τον τρόπο που στάθηκα με την κάμερα μου στις τελετουργίες. Είναι θέμα αίσθησης και κουλτούρας. Δεν γίνεται να τρως σάντουιτς, ή να ξύνεσαι την ώρα που ο άλλος σπαράζει ή πατάει στα κάρβουνα. Το λέω, γιατί έχω δει τηλεοπτικό συνεργείο να το κάνει. Είναι ιερές οι στιγμές των ανθρώπων και απαιτούν τον ανάλογο σεβασμό. Και ο κινηματογράφος είναι κάτι ιερό. Όσον αφορά το θέμα της μυθοπλασίας στις τελετές, μου φαίνεται κάτι εντελώς περιττό και βλακώδες. Είναι σαν να βάζεις σε κόλλυβα σαντιγί. Οι τελετουργίες έχουν από μόνες τους μια δύναμη. Αν είσαι μάγκας αναδεικνύεις τη δύναμη αυτή. Αν δεν μπορείς μείνε θεατής. Για να πω όμως κι εγώ μια αλήθεια, η ταινία “Άκουσα το θεό να κλαίει” δεν είναι συρραφή ενός raw material. Έχει επεξεργασία στη λεπτομέρεια από το μαγικό χέρι του βοηθού μου Ρουσσέλου Αραβαντινού, που έφτυσε αίμα όλα αυτά τα χρόνια στο μοντάζ ώστε να ισορροπήσει πρόσωπα, χρώματα, καταστάσεις, λυγμούς δελφινιών κι ανθρώπων. 

Μαθαίνουμε ότι ολοκληρώσατε το ντοκιμαντέρ σας “Άκουσα το θεό να κλαίει” μετά από 13 χρόνια ετοιμασιών και γυρισμάτων. Μπορείτε να μας αποκαλύψετε τι "σημάδια" σας άφησε αυτή η, ομολογουμένως, μοναδική εμπειρία και προσέγγιση με τον κόσμο αυτό; 

Πρόκειται για μια εσωτερική διαδρομή που δεν μπαίνει σε λέξεις. Υπάρχει το καταστάλαγμα μιας μουσικής που έρχεται αιφνιδιαστικά και με στοιχειώνει γλυκά. Η μνήμη ενός βλέμματος, μιας κίνησης, ένα χαμένο ημιτόνιο. Όταν ξεκίνησα τα γυρίσματα δεν είχε περάσει απ’ το μυαλό μου ότι θα υπέφερα κι ότι το σώμα μου θα αντιδρούσε. Θυμάμαι την πρώτη φορά που πήγα να κάνω το γύρισμα της Ασούρα στον Πειραιά, με τους Πακιστανούς. Φλεβάρης, παγωνιά, ατέλειωτες ώρες ορθοστασίας και συγκέντρωσης, μια βαριά τελετή που έβλεπα για πρώτη φορά. Όταν τέλειωσα το γύρισμα μπήκα στο τρένο, στον ηλεκτρικό, για να γυρίσω σπίτι μου. Βρήκα θέση. Με το ένα χέρι κρατούσα όρθιο το τριπόδι και στο άλλο χέρι είχα αγκαλιά την τσάντα. Με τις μηχανές. Ξαφνικά άρχισε το πόδι μου να τρέμει. Το συμμαζεύω με το χέρι. Και τότε αρχίζει και το χέρι να τρέμει. Η κυρία που καθόταν απέναντι μου είπε φωναχτά, “Αμάν, είσαι μια χαρά κοπέλα, τι τα θες τα ναρκωτικά;”. Πόσες φορές, επίσης, ήταν τέτοια η συγκίνηση από το μοιρολόγι που ήθελα να παρατήσω την κάμερα και να σπαράξω στο κλάμα. Το μετέθετα για άλλη στιγμή. 

Πόσο "θρησκευόμενη" ήσασταν πριν ξεκινήσετε αυτό το ντοκιμαντέρ και αν κάτι άλλαξε, τι ήταν αυτό, στην πορεία των δέκα ετών έως σήμερα; 

Λατρεύω και σέβομαι τις εκκλησίες, τα τεμένη, τους ιερούς χώρους. Με συγκινεί η προσευχή, η αυτοσυγκέντρωση, η προσπάθεια επικοινωνίας με τους άλλους και το “άλλο”. Δεν υπήρξα ποτέ θρησκευόμενη με την τυπική, στενή έννοια. Το θέμα της πίστης είναι κάτι πολύ βαθύ και προσωπικό. Στο θέατρο πιστεύω. 

Εντέλει, οι θρησκευτικές γιορτές έχουν σύνορα; Έχουν κάποιο συγκεκριμένο θεό; Με άλλα λόγια, είναι περιχαρακωμένες σε στενά θρησκευτικά (μειονοτικά, κοινοτικά) πλαίσια ή έχουν κάτι το παγκόσμιο, το οικουμενικό; 

Στις τελετουργίες υπάρχει ένας αρχετυπικός πυρήνας και μια αρχετυπική λειτουργία. Το θρησκειολογικό περίβλημα απλά αλλάζει. Η ουσία παραμένει ίδια. 

*Η συνέντευξη δημοσιεύτηκε στο κινηματογραφικό πόρταλ www.sevenart.gr (19-8-13).