21 Οκτ 2013

Aπόσταγμα ζωής [Μέρος 1ο]


Του Βασίλη Ακριβούση*

«Σαράντα χρόνια έφηβος, κοντά μισόν αιώνα…» 

Σαράντα χρόνια· αλήθεια πως πέρασαν. Κοιτάζω πίσω κι η γεύση στο στόμα γλυκόπικρη. Γλυκιά για όσα μπόρεσα να κατανοήσω, ένα μικρό απόσταγμα ζωής κι η σιγουριά μου πως τα καλύτερα έρχονται. Πικρή μέσα από το συνονθύλευμα προσωπικών κι όχι μόνο αγώνων για την κατάκτηση του βασικού νοήματος της ύπαρξης. Υπάρχουν αρκετοί τρόποι προκειμένου να φτάσεις να ανακαλύψεις πως επιθυμείς να συμπεριφέρεσαι, να αντιδράς ή να συμβιβάζεσαι. Η ηλικία, το κατάλληλο τάϊμινγκ για καθετί, οι εμπειρίες αλλά κυρίως (από ένα σημείο και μετά) οι επιλογές. Επιλογές που εκ πρώτης όψεως δείχνουν τα «θέλω» σου, αλλά πόσο ειλικρινά είναι δικές σου κι όχι προκατασκευασμένες μέσα σε επίπλαστη ελευθερία; Βλέπουμε τους ανθρώπους να φωνασκούν για τα πιστεύω τους, να προσπαθούν να μεταδώσουν τις απόψεις τους. Οι παλιότεροι, παρόλη την άγνοια τους για βασικά αιτήματα της εποχής και πολλές φορές θρησκόληπτα, επιβεβαιώνουν απαρχαιωμένα περί ηθικής συμπλέγματα. Οι μεσης ηλικίας συχνά αιθεροβατούν μεταξύ νεοπλουτισμού, επίδειξης και κοινωνικών στερεοτύπων, όπως τους παραδόθηκαν. Με συνήθως απόλυτες απόψεις, με ημιμάθεια καλλιεργούν τον αλαζονικό εγωκεντρισμό, όπως προκύπτει από την ταλάντευση μεταξύ ασυδοσίας και τύψεων. Οι νεότεροι βιάζονται να ζήσουν τα πάντα γρήγορα, έχοντας την ψευδαίσθηση ότι έτσι ολοκληρώνονται κι ότι δεν έχουν ανάγκη από κανένα και τίποτα. Οι λαμπρές εξαιρέσεις σε κάθε γενιά, που ως διάττοντες αστέρες υπερασπίζονται αξίες κι ιδανικά, σκεπάζονται από τις βωμολοχίες του όχλου, τις εύκολες κι επιφανειακές λύσεις και τον γενικότερο κομφορμισμό. Παλιότερα ονομάστηκε χάσμα γενεών μα στον 21ο αιώνα ποια δικαιολογία έχουμε; 

Όταν επικρατεί η λογική του συρμού, όταν των μετρίων κλίκες επιβάλλονται με το «έτσι θέλω», χωρίς επιχειρηματολογία και με μόνο γνώμονα την δύναμη του ισχυρότερου, δεν μας επιτρέπεται να διαβλέψουμε αισιοδοξία για το παρόν και το μέλλον. Ασφαλώς οι άνθρωποι του ορθού λόγου και των ξεκάθαρων προθέσεων και δράσεων οφείλουν να αποτελέσουν τα υγιή πρότυπα για περαιτέρω εξέλιξη σε ατομικό και διατομικό επίπεδο. Εξάλλου οι άνθρωποι των γραμμάτων και των τεχνών ανυστερόβουλα μπορούν να φωτίσουν και κατόπιν να καταργήσουν τα μονοπάτια της μισαλλοδοξίας και του τυφλού φανατισμού. Ωστόσο για το σύνολο μιας κοινωνίας πολλές φορές η διαφορετικότητα κι η ακατανόητη στους πολλούς στάση, τους κατατάσσει στους περιθωριακούς, στους δακτυλοδεικτούμενους και γραφικούς. 

Στο όνομα της ομοιομορφίας το ασυνήθιστο διαγκωνίζεται, διαστρεβλώνεται, συκοφαντείται, λοιδορείται κι εν τέλει τοποθετείται στο χρονοντούλαπο της ελπίδας ότι «πρέπει» να προσαρμοστεί, ώστε μέσα από καλοπροαίρετες προθέσεις να μην φαίνεται εξάμβλωμα αλλά παρεξηγημένη εκτίμηση. Η συνομωσία των λόμπυ επεξηγώντας ωφελιμιστικά για τα ίδια διαιωνίζει δικαιϊκές πλάνες, σαθρά οικοδομήματα γνώσης και καθησυχαστικές προτάσεις ταμπελοποίησης. Η ανασφάλεια, των υλικών αγαθών το κυνήγι (κι ο κάποτε κορεσμός απ’ αυτά), η συναντίληψη για συναλλαγές πάνω και κάτω από το τραπέζι και τελικά οι φοβίες, που θερίζουν κατάφωρα τα ανθρωπιστικά ιδεώδη, φανερώνουν, αν μη τι άλλο, το σύνολο των απραγματοποίητων πόθων κι έλλειψη γενικά προσανατολισμού. Θα μπορούσε η κατάσταση αυτή να είναι εύλογη με την έννοια της ελάχιστης ή ανύπαρκτης εκπαίδευσης σε άλλες εποχές και με την συνομολόγηση ότι προερχόμενοι τον προηγούμενο αιώνα από ανακατατάξεις σε πολιτικό, στρατιωτικό, οικονομικό και πολιτιστικό επίπεδο, δεν υπήρξε αρκετός χρόνος για ανάταση, όνειρα κι ηθικού τύπου προσδοκίες. 

Αυτά λοιπόν θα μπορούσαν να ισχύουν για τις γενιές που έδρασαν ως την επιβολή της δικτατορίας του 1967. Από τη μεταπολίτευση όμως και κατόπιν και με δεδομένα τα μεγάλα ποσοστά των γενεών που έγιναν δέκτες λυκειακής, μεταλυκειακής, ανώτερης κι ανώτατης εκπαίδευσης, πως μπορούμε να αποδεχτούμε την ύπαρξη παράταιρων κι έωλων φαινομένων οπισθοδρόμησης, διαφθοράς και κατασπατάλησης του υλικού και πνευματικού κεφαλαίου στον Ελλαδικό χώρο; Γιατί προτιμήσαμε να διαιωνίσουμε και μάλιστα με ευχαρίστηση το ξόδεμα του ατομικού και κοινωνικού βίου σε ασωτίες κι απολαύσεις; Γιατί παγιδευτήκαμε από ανθελληνικές έξωθεν δυνάμεις (και τα εντός επικράτειας τσιράκια τους) που ξεζούμισαν ό,τιδήποτε θετικό χαρακτήριζε αυτό το λαό; Παρότι ο γηραιός Καραμανλής είχε διατυπώσει πως «αυτή η χώρα είναι ένα απέραντο φρενοκομείο», γιατί κανενός το αυτί δεν ίδρωσε; Το ζήτημα λοιπόν της παιδείας θα ωφελούσε να είναι το πρώτο και κύριο μέλημα μας, σπουδαιότερο ακόμη κι απ’ αυτό των εξοπλισμών (αν δεχτούμε ότι πράγματι υπάρχει απειλή εξ Ανατολών κι ότι δεν αποτελούν προκατασκευασμένα σενάρια ευφυών δημαγωγών εντός κι εκτός των τειχών). Παιδεία επομένως όχι με την έννοια της συσσώρευσης γνώσεων (άλλωστε η περίφημη παπαγαλία διαρκεί ελάχιστα και δεν ενισχύει τον κριτικό στοχασμό) αλλά παιδεία ουμανιστική, γνωριμίας με τον κόσμο που μας περιβάλλει κι εν τέλει οντολογική και συμπαντική. Ο homo sapiens λοιπόν έχει κλείσει τον κύκλο του και παραχωρεί την θέση του στον homo universalis, που όσο κι αν αποτελεί κουκκίδα στο άπειρο, μαθαίνει να συνεργάζεται μαζί του, να προωθεί την αρμονία του κι όχι να γίνεται εστία συμπαντικής ανωμαλίας (εντροπίας) και ν’ αντιλαμβάνεται κοντόφθαλμα το είναι του στο matrix που του προσφέρουν οι αισθήσεις. Ερχόμενοι ωστόσο σε περισσότερο γήινες και προσγειωμένες θέσεις και πρακτικές, δέον είναι οι ενήλικες ανεξαρτήτως ηλικίας και φύλου να συνηθίσουν να παρατηρούν τα παιδιά τους, να τους δίνουν τον λόγο κι, όσο κι αν ακούγεται παράδοξο, να μαθαίνουν από αυτά. 

Γιατί, θ’ αναρωτιόταν κάποιος· για τον απλό λόγο ότι οι αμάλαγες από κοινωνικές συμβατικότητες αισθήσεις των παιδιών κι ο ενστικτώδης αυθορμητισμός τους, φανερώνουν πως το να ζεις έντονα κάθε δευτερόλεπτο που περνά, δίνει πραγματικό νόημα κι αξία στην ύπαρξη, όταν βεβαίως εξακολουθούμε ν’ αγωνιζόμαστε για σκοπούς ανώτερους, καλυτερεύοντας τους εαυτούς μας καθημερινά κι αδιάκοπα. Παρακολουθείστε τα παιδιά· πά- ντα κάτι κάνουν, με κάτι ασχολούνται κι αισθάνονται ευτυχισμένα, κάτι που οι περισσότεροι ενήλικοι έχουμε απολέσει. Μπορούμε εξάλλου να προσπαθήσουμε να θυμηθούμε νεότερες εποχές της ζήσης μας, να θυμηθούμε ότι αντιδρούσαμε παρόμοια, ότι ήμασταν ασυμβίβαστοι ως επί το πλείστον κι ότι ονειρευόμασταν ν’ αλλάξουμε τον κόσμο. Άσχετα επομένως με το πόσο υποχωρήσαμε και θάψαμε στα κατάβαθα του υποσυνείδητου μας τον «έτερο» εαυτό μας, ας δώσουμε στα παιδιά απεριόριστη αγάπη, κατανόηση, αποδοχή άνευ όρων κι ορίων και με υπομονή ας αφουγκραστούμε τους προβληματισμούς, τα συναισθήματα και τον αθε- ράπευτο (ευτυχώς) ρομαντισμό τους. Ούτε λοιπόν υποταγή στις απαιτήσεις των παιδιών αλλά ούτε να τα υποτιμάμε, πόσο μάλλον να χρησιμοποιούμε λεκτική ή (χειρότερα) σωματική βία. Υπάρχουν πολλά περιοδικά κι άφθονα συγγράμματα παιδαγωγικής. Μπορούμε να τα μελετήσουμε για να γίνουμε καλύτεροι γονείς, όπως και καλύτεροι σύζυγοι. 

Του γάμου η κοινωνική συμβατικότητα διατηρείται ως το εφαλτήριο οργανωμένης συμβίωσης και νόμιμης συνύπαρξης με σκοπό την διαιώνι- ση του είδους. Αν και αποτελεί αρχαία συνήθεια κάθε πολιτισμένου λαού - στις αρχέγονες κοινωνίες το ισχυρότερο αρσενικό είχε σχέσεις με τα περισσότερα θηλυκά της ομάδας - ως αποτέλεσμα άλλοτε ανικανοποίητων ενστίκτων κι άλλοτε από έλλειψη συναισθηματικού δεσμού εκατέρωθεν κι ασταθούς παρουσίας του ενός για τον άλλο (έλλειμμα αμοιβαίου ενδιαφέροντος, αλληλοεκτίμησης, αλληλοσεβασμού), παρουσιάζονται πολύ συχνά προβλήματα. Σε ακραίες περιπτώσεις η βία (λεκτική, σωματική - συνήθως σε βάρος των γυναικών) ή ύστερα από αμοιβαία συμφωνία οδηγείται στο διαζύγιο, με θύματα συνήθως τα παιδιά. Δεχόμενοι ότι παλιότερα το διαζύγιο αποτελούσε ταμπού (ειδικά για την γυναίκα, που χαρακτηριζόταν επιεικώς επίορκη κι ακραία πόρνη), στην σημερινή εποχή είναι συχνό φαινόμενο, που επιδικάζεται μεν υπέρ του ενός ή του άλλου (όπως κι η επιμέλεια των παιδιών), αλλά τις περισσότερες φορές λύεται κοινή συναινέσει λόγω ασυμφωνίας χαρακτήρων. Μπορεί βέβαια να λύεται δημοκρατικά κι ήπια αλλά είναι απορίας άξιο το ερώτημα (με τα σύγχρονα δεδομένα) πως είναι δυνατό να προϋπάρχει μια σχέση (ασφαλώς κι ερωτική), να υπάρχει αρκετός χρόνος για αρραβώνα και γάμο, να έρχονται στον κόσμο παιδιά και ξαφνικά να ανακαλύπτει ο ένας σύζυγος τον φριχτό χαρακτήρα του άλλου και να δηλώνουν «λάθος»; Αν για τα παλιότερα χρόνια και σ’ αρκετές περιπτώσεις στον 21ο αιώνα υπάρχουν οικογένειες που συμβιβάζονται μόνο και μόνο για να μην υπάρξει κοινωνική κατακραυγή (διάβαζε στιγματισμός), είναι εξίσου επικίνδυνο για ένα ζευγάρι να χωρίζει, ειδικά όταν δεν υπάρχουν πραγματικά σοβαροί λόγοι. Επισήμανση αναγκαία: σε πολλές περιπτώσεις (εκτός από τους οικονομικούς λόγους) στην ζωή του ζευγαριού υπεισέρχονται τρίτοι είτε αυτοί λέγονται γονείς, συγγενείς ή φίλοι. Βέβαια η γνώμη των κοντινών μας ανθρώπων είναι σεβαστή αλλά σε καμία περίπτωση δεν επιτρέπεται να επηρεάζουν αρνητικά την συνοχή και το ευ ζην του ζευγαριού. 

Τι συμβαίνει λοιπόν; Ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή. 

 [Συνεχίζεται] 

*Ο Βασίλης Ακριβούσης είναι ποιητής.