5 Οκτ 2013

Συνέντευξη της Μαρίας Πρωτόπαππα


Στον Νέστορα Πουλάκο 

Η Μαρία Πρωτόπαππα πέρα από μια σοβαρή και όμορφη παρουσία στη σύγχρονη υποκριτική, διακρίνεται για τη διακριτική και κοινωνικά ευαίσθητη στάση της αλλά και για τις πάντοτε ενδιαφέρουσες και υπολογίσιμες απόψεις της. Γι’ αυτό και η Σχεδία την αναζήτησε, ειδικώς μετά το φετινό, άκρως πετυχημένο καλοκαίρι της με την «Ιφιγένεια εν Αυλίδι», την πρώτη σκηνοθετική της δουλειά που παρουσιάστηκε στο Φεστιβάλ Αθηνών και εντυπωσίασε. 

Μετά την πρώτη σκηνοθετική εμπειρία σας («Ιφιγένεια εν Αυλίδι» στο Φεστιβάλ Αθηνών), η οποία μάλιστα έφερε το «μεγάλο βάρος» της ίδιας της διοργάνωσης, ποια είναι αυτά που έμειναν χαραγμένα βαθιά μέσα σας, αλλά και σας προβλημάτισαν, παραξένεψαν, εν ολίγοις σας έκαναν να νιώσετε διαφορετικά ως άνθρωπος κι ως καλλιτέχνης; 

Η διοργάνωση είναι αυτή που πήρε τα ρίσκα της να μας - ή μάλλον, να με εμπιστευτεί. Είτε ευχαριστήσαμε είτε όχι τους διοργανωτές και τους θεατές, η αλήθεια είναι ότι δουλέψαμε πολύ, δεν παρουσιάσαμε μια πρόχειρη δουλειά. Προτίμησα να μη νιώθω βάρος ευθύνης με την κακή έννοια, τέχνη προσπαθούμε να κάνουμε όχι εγχείρηση ανοιχτής καρδιάς. Δεν κρέμονται ζωές απ' τα χέρια μας. Άλλωστε, όταν προσπαθείς να ικανοποιήσεις γούστα και επιθυμίες, δεν μιλάς εσύ, είσαι απλά «υπάκουος». Στη δουλειά αυτή ήμουν η μόνη πρωτόπειρη, με ελάφραινε όμως η χαρά της πρωτοβουλίας που πήρα να μαζέψω αυτούς τους ανθρώπους - συνεργάτες μου. Τους τιμώ, όλους ανεξαιρέτως, στάθηκα τυχερή και τους ευχαριστώ που με συντρόφεψαν. Ήταν δύσκολες οι συνθήκες, όμως, το ανθρώπινο δυναμικό και από την πλευρά του Φεστιβάλ υπήρξε συγκινητικά υποστηρικτικό, σε μια εποχή ελλείψεων υλικών και χρόνου. Αυτή η συσπείρωση δυνάμεων με παραξένεψε, με ταρακούνησε και με δυνάμωσε. Ένιωσα πως δεν είμαι μόνη μου, και πως υπάρχει ελπίδα για συνύπαρξη και συνεργασία. Χωρίς να είναι όλα ρόδινα, ούτε ιδανικά καθόλου, αλλά υπάρχει φως. Κατά τη διάρκεια της δουλειάς δεν είχα την πολυτέλεια να συνειδητοποιήσω αλλαγές και να φιλοσοφήσω, εκ των υστέρων εμφανίζονται όλα. Έζησα μια άλλου είδους έκθεση, πρόκληση να γίνω σαφής, δύσκολο πράγμα για εμένα, και έμαθα πώς γίνεται να αφήνεις χώρο στους άλλους, τι χάνεις, τι κερδίζεις, άρα τι προτεραιότητες καλείσαι να πάρεις. Συνέβησαν σε μικροκλίμακα, όσα συμβαίνουν σε μια ζωή: συμβίωση με άλλους, ένα μακρύ ταξίδι με δυσκολίες, χαρά, παιχνίδι, λάθη, ανεπάρκειες, αλλαγές σχεδίων πλεύσης, κίνδυνος αλλά σε ασφαλές πεδίο. Έμεινα με μεγάλα απωθημένα γι' αυτά που δεν κατάφερα, με έκπληξη για κάποια άλλα που επιτεύχθηκαν και δεν τα περίμενα. 

Θα επιχειρούσατε ξανά στο μέλλον μια σκηνοθετική δουλειά, ίσως κι εκτός θεάτρου (κινηματογράφος, τηλεόραση); 

Τι παράξενη η ερώτησή σας, με κάνει να νιώθω σα να είμαι σε άλλο τόπο ή σε άλλο χρόνο, με προοπτικές! Ωραία θα 'τανε, δεν ξέρω... 

Για την παράσταση της «Ιφιγένειας» έγραψαν ότι «ξαναδιαβάσατε τον Ευριπίδη», ότι «αποκωδικοποιήσατε το έργο» αλλά κι ότι «η σκηνοθεσία σας ήταν μια σύγχρονη, πρωτότυπη διασκευή, μια φρέσκια ματιά με άλλα λόγια». Υποθέτω πως όλα αυτά σας έκαναν χαρούμενη. Εφόσον συμφωνείτε, γιατί αποφασίσατε να καταπιαστείτε και να προβάλλετε διαφορετικά στο κοινό, την «Ιφιγένειας» συγκεκριμένα; Τι ήταν αυτό που σας συγκίνησε σε αυτό έργο; 

Η θετική ανταπόκριση με ενθαρρύνει, η αρνητική με αποθαρρύνει και με διδάσκει κάποιες φορές. Προσπαθώ να συμφιλιωθώ με την ιδέα πως δεν θα είμαι ευχάριστη σε όλους. Μακάρι τα γούστα και οι ιδέες μου να ικανοποιούν και να εμπνέουν ανθρώπους που με ενδιαφέρουν. Στόχος μου είναι να γίνω σαφής, να συναντήσω τον εαυτό μου σκέτα, καθαρά, ανέμελα και έτσι να δίνονται αφορμές να ανταλλάσουμε σκέψεις. Δε θέλω να παίρνω βαθμό, αποδοχή, προσοχή, αλλά να συζητάω τι με νοιάζει, αν άρεσε - δεν άρεσε όταν σταματά εκεί η κουβέντα, για θέματα όπως το διάβασμα του Ευριπίδη. Η «Ιφιγένεια» είναι κομμάτι του ανήλικου εαυτού μου, είναι η Ελλάδα, μία μορφή της, είναι η σημερινή νέα γενιά, είναι κάθε άντρας και γυναίκα που χάνει, που πάει χαμένος, που θυσιάζεται ή μπερδεύεται, γίνεται φερέφωνο, παραμυθιάζεται, θεώνεται ή ξεγελιέται, που δεν έχει δύναμη κι όμως ψάχνει και τη βρίσκει σε κόσμους αόρατους, ανύπαρκτους. Έχω, επίσης υπάρξει και ο θύτης, κι ο υπερασπιστής της, και ο εχθρός της. Γι’ αυτό με αφορά το έργο προσωπικά, και δεν έχω τελειώσει μαζί του, ούτε καν άρχισα. Είναι μια παραβολή με εύρος. 

Αυτό το χρόνο έχετε ή θα πρωταγωνιστήσετε σε μια ερωτική ιστορία αδιεξόδου («Ο κυκλισμός του τετραγώνου»), σε μια ιστορία οικογενειακού αδιεξόδου («Το πένθος ταιριάζει στην Ηλέκτρα») αλλά και σε μια υπαρξιακή ιστορία αδιεξόδου («Παραλλαγές θανάτου»). Σας ελκύει το ανθρώπινο «αδιέξοδο», με τη στενή ή και με την ευρύτερη έννοια; Ποια η γνώμη σας για τη θέση του ανθρώπου στη σύγχρονη δυτική και αρκούντως ανθρωποφαγική κοινωνία; 

Σε αυτές τις παραγωγές συμμετέχω μαζί με συναδέλφους που εκτιμώ και θαυμάζω. Το ανθρώπινο αδιέξοδο δεν ελκύει εμένα, αλλά την παγκόσμια δραματουργία. Είναι βασικό αντικείμενο έρευνας, συγκίνησης, ταύτισης. Για εμένα είναι επειδή τον πονάω τον άνθρωπο, οποιοδήποτε ζωντανό πλάσμα στον πλανήτη, για τη φύση του, τη ζωή του, τη μοίρα του. Όσο δοξάζω τον Θεό (ό,τι κι αν είναι αυτό) για την δημιουργία αυτή τη συγκλονιστική, άλλο τόσο τον καταριέμαι, τον κατηγορώ, για τη σκληρότητά του. Για όλα τα αδιέξοδα, για όλες τις αντιφάσεις. Χαίρομαι όμως και για το φως, την τρέλα, τη γλύκα, τις ομορφιές. Δεν είμαι αχάριστη. Ναι, έτυχε φέτος τα έργα να είναι μαύρα, το ένα μετά το άλλο, έτυχε, θα ήθελα κι εγώ ένα διάλλειμα με ελαφράδα, αλλά τι να γίνει δεν είναι στο χέρι μου. Οι κοινωνίες είναι εκ φύσεως ανθρωποφαγικές -στη Δύση, στην Ανατολή-, τώρα και πάντα. Στην πολυτέλεια του χρόνου που δίνει ο σύγχρονος τρόπος ζωής, χωρίς πολλή χειροναξία, το ρίξαμε στα ψυχολογικά βάσανα -στάδιο είναι θα περάσει. Αστειεύομαι... 

Έχετε παίξει καλές τηλεοπτικές σειρές, αλλά η φούσκα της τηλεόρασης έσκασε. Έχετε πρωταγωνιστήσει σε ενδιαφέρουσες κινηματογραφικές παραγωγές, αλλά πλέον ο κινηματογράφος γίνεται όλο και δυσκολότερα δεδομένου του κόστους που έχει. Εντέλει το θέατρο είναι μονόδρομος για έναν ιδιαιτέρως ανήσυχο καλλιτέχνη, όπως είστε εσείς; 

Στη χώρα μας το σινεμά δεν έχει «κατανάλωση», άρα το θέατρο ήταν πάντα μονόδρομος για τους Έλληνες ηθοποιούς. Μου λείπει το γύρισμα, άλλος κόσμος, ωραία τεχνική, το θεατράκι όμως ως πιο πρωτόγονο, χειροποίητο δεν θα πεθάνει, γίνεται και μόνο με την πρώτη ύλη, τους ζωντανούς, οπουδήποτε, οι χώροι του είναι φανταστικοί κι απέραντοι, όχι χειροπιαστοί. Είναι θνητό στις στιγμές του, αλλά σαν τέχνη αθάνατο. Εν γένει η τέχνη παρέχει ελευθερία στον καλλιτέχνη αλλά και την έκθεση στο κοινό, μια υπόθεση αρκετά «επίπονη». Πόσο και πως έχετε δοκιμάσει αυτές τις δυο έννοιες στα χρόνια της επαγγελματικής ζωής σας; Όλα μου φαίνονται μεικτά. Η ελευθερία είναι κάτι που κυνηγώ, έχει τίμημα τη μοναξιά και τις ατέλειωτες, άγονες επανεκκινήσεις. Η έκθεση είναι ένας ψευδαισθητικός τρόπος να δώσεις νόημα στην ύπαρξη, επειδή βρίσκεσαι σε κοινή θέα. Γίνεσαι αντικείμενο προσοχής, γίνεσαι βορά κάθε είδους βλάκα ή αχρείου, αλλά είναι κι ένας τρόπος επικοινωνίας. Πάντως παραμένεις αόρατος, αυτό είναι το μόνο σίγουρο. 

Έχετε ξεκαθαρίσει μέσα σας τι είναι αυτό που ζούμε στην Ελλάδα σήμερα; Είστε βέβαιη ότι βιώνουμε «περίεργους καιρούς»; 

Είμαι ιδιαιτέρως καχύποπτη ως προς τις ανθρώπινες κοινωνίες, οι χαλεποί καιροί δεν εμφανίζονται ξαφνικά, είναι πάντα εδώ. Σήμερα, εδώ, ζούμε τη συνέχεια του χτες, του πριν από πενήντα χρόνια και βάλε. Όσο δε μετακινείται η σκέψη, οι αξίες, οι προτεραιότητες και δεν αλλάζουν οι πρακτικές, η ιστορία επαναλαμβάνεται. Δεν θα κάνω την έξυπνη επί τέτοιων θεμάτων, είμαι πολύ αδύναμη και ακατάρτιστη για να τα αγγίξω και θέλω να σεβαστώ τις δυστυχίες που πολλαπλασιάζονται γύρω μας, πάνω μας. 

Πολύς λόγος γίνεται για μια κοινωνική αναταραχή ευρείας κλίμακας που είναι έτοιμη να «σκάσει» στη χώρα μας; Τι λέτε γι' αυτό; Βράζει ο κόσμος από το κακό του ή θα ψηφίσει και πάλι τους «γνωστούς – άγνωστους» στις επικείμενες εκλογές (δημοτικές, ευρωβουλευτικές ή και εθνικές); 

Τους γνωστούς τους βλέπω, οι άγνωστοι ποιοι είναι; Υπάρχει παράταξη ή ηγέτης που να επιδεικνύει σθένος, πρωτοβουλία, τιμιότητα; Αν δεν είναι τεχνίτης της χειραγώγησης της κοινής γνώμης, αν δεν έχει πλάτες στο κεφάλαιο, δεν θα τον γνωρίσει ούτε η μάνα του. Δύσκολο να αλλάξει κάτι. Η αναταραχή θα συμβεί αλήθεια όταν θα πειραχτούν οι συντάξεις που θρέφουν τις άνεργες οικογένειες αυτή τη στιγμή κι έτσι πολύς κόσμος κρατιέται ήρεμος γιατί εξασφαλίζει ένα πιάτο φαί, προς το παρόν. Ο ραγιάς δε θα ξυπνήσει εύκολα, γιατί έχει εκπαιδευτεί να κοιμάται και κυρίως να μην αναγνωρίζει τον αληθινό εχθρό του. Έτσι στρέφεται εναντίον του εαυτού του. 

Η «δουλειά» ως έννοια είναι κοντά στο να λάβει φαντασιακές διαστάσεις πλέον. Τι θα συμβουλεύατε ή τι θα λέγατε, έτσι φιλικά, σε νεαρότερους συναδέλφους σας που ξεκινούν τώρα στην υποκριτική, μια και τα χρήματα της τηλεόρασης τελείωσαν και τα θεατρικά έργα πολλαπλασιάστηκαν με αποτέλεσμα τη διάχυση του κοινού και τη μείωση των εισιτηρίων; 

Συμβουλές δεν είμαι σε θέση να δώσω. Γι’ αυτά που ρωτάτε θα έπρεπε να ήμουν μέντιουμ, ώστε να πάρω τέτοια ευθύνη απέναντι σ’ έναν νέο. Ξέρω μόνο ότι αν κάποιος έχει δεύτερες επιλογές βιοπορισμού είναι προνομιούχος και ίσως πιο ασφαλής. Το κάθε παιδί έχει μέσα του δυνάμεις κρυφές που μόνο το ίδιο ψυχανεμίζεται. Ανάλογα το ένστικτο, την αυτογνωσία, την ισχυρή του θέληση και την ικανότητα να διαγιγνώσκει το περιβάλλον του θα πορευτεί αναλόγως. Βέβαια, ηθοποιός δε γίνεσαι για τα λεφτά, θα πρέπει να είσαι ανίδεος. 

Για το τέλος άφησα μια ερώτηση που είναι τόσο γενική όσο και ειδική ταυτόχρονα: πιστεύετε ότι υπάρχει συνάνθρωπος μας «ασυμβίβαστος» αυτή την εποχή και ειδικώς στη χώρα που ζούμε; 

Ναι φυσικά, υποθέτω πως υπάρχουν ως εξαίρεση στον κανόνα. Και ίσως δεν είναι λίγοι. 

*Η συνέντευξη δημοσιεύτηκε στο τχ. 8 του μηνιαίου περιοδικού Σχεδία (Οκτώβριος 2013).