5 Δεκ 2013

Μια ερωτική ιστορία


Του Νέστορα Πουλάκου 

[ Πρόλογος ] 

Όλα αυτά τα έκανε για να γυρίσει ο Τζο Άρνες. Τελευταία φορά τον είχε δει στο γνωστό χαμαιτυπείο – καταγώγιο της λεωφόρου Θηβών, στο ύψος των υπό κατάληψη σχολείων. Για την ακρίβεια τον είχε δει εντελώς κινηματογραφικά: εκείνη περνούσε με το αμάξι βολίδα, βλέπετε ο «δικός της» ζόριζε το εργαλείο του (έτσι το αποκαλούσε - chic!). Κι ο Τζο εκείνη ακριβώς τη στιγμή, σαν να περνούσαν ανάμεσα τους 24 καρέ το δευτερόλεπτο, ξερνούσε όλο το μπουκάλι Jameson που έχει προλάβει να πιει. Η σκηνή της θύμιζε ξανά και ξανά πως πίνουν το γάλα τους οι αστροναύτες στο διάστημα… Από τότε, χειμώνας του 2007 -βαρύ το κρύο σε μια κοινωνία που η ευμάρεια σημείωνε θετικό πρόσημο-, είχαν χαθεί τα ίχνη του. Ο μεν Τζο δεν την αναζήτησε ποτέ από εκείνο τον «αποτρόπαιο» χωρισμό. Μόνο τα μαχαίρια δεν βγήκαν παγανιά. Η δε Μαριλού συνέχιζε τη ζωή της ανενόχλητη. Ανεβοκατέβαινε στο «διάστημα» με τρομερή άνεση. Δυο γάμοι, ένα παιδί, δυο διαζύγια. Και ήδη ένας αρραβώνας. Όμως, ο Τζο πάντα εκεί, σφηνωμένος στο μυαλό της, παρόλο που η τελευταία φορά που τον είδε δεν της άφησε τις καλύτερες εντυπώσεις. 

[ Θέμα ] 

Επιστρέφουμε στην κρύα νύχτα του 2007. Ο Κώστας, ο Αντώνης και ο Γρηγόρης, οι τρεις αυτοί «τιτάνες» της νύχτας μεθούσαν κάθε βράδυ τον Τζο. Για την ακρίβεια, αυτός ήθελε να μεθάει και οι τρεις σωματοφύλακες του Jameson φρόντιζαν να έχει πάντοτε μπροστά του, ο τρισμέγιστος αυτός ρεπόρτερ της δεκάρας Τζο, το ποτήρι του γεμάτο ως πάνω, με δυο πάγους που φυσικά έλιωναν μέχρι να ανάψει το τσιγάρο του. Santé άφιλτρο, ή αλλιώς σκέτος θάνατος. Και μιας και τον αποκαλέσαμε «ρεπόρτερ της δεκάρας», να πούμε πιο συγκεκριμένα ότι αφού κατάφερε μετά από πολλά πολλά χρόνια να ξεφύγει από τις στήλες με τα φαρμακεία, τις κηδείες και τις σελίδες θεαμάτων, πλέον του είχαν δώσει το αστυνομικό ρεπορτάζ πέριξ και εντός της Ομόνοιας. Πρέζα, πόρνες, μαχαιρώματα, ληστείες ανυποψίαστων (;) περαστικών, σπασίματα αυτοκινήτων, ανοίγματα μαγαζιών, ύποπτες δοσοληψίες αστυνομικών που πέφταν «καρφωτές» στα δημοσιογραφικά γραφεία… Μετά από όλα αυτά, οι τρεις σωματοφύλακες ήταν πάντοτε πρόθυμοι να κουράρουν τον καταπονημένο Τζο, μια και η θαλπωρή της Μαριλού πια δεν υπήρχε. Μια αλήθεια είναι ότι ποτέ δεν υπήρχε, αφού κι όταν η Μαριλού βρισκόταν στην καλύβα τους, πάνω στο βουνό, περιμένοντας τον Τζο, φρόντιζε να του ρίχνει μια ακόμη «μαχαιριά». Έτσι για να μην ξεχνιόμαστε. 

[ Διάλειμμα ] 

Αυτές οι γραμμές θα μπορούσαν να αποτελούν τον κορμό μιας ακόμη ερωτικής ιστορίας. Βίαιης, σκοτεινής, βρώμικης, που είναι γεμάτη με αδιέξοδους έρωτες, μυστήριους ήρωες και femmes fatales που όσο και να θέλουν δεν μπορούν να αγιάσουν. Είναι μια ιστορία για σκοτεινές ψυχές, που θέλουν να πίνουν υπερβολικά και να καπνίζουν αρειμανίως, που τους αρέσουν οι γυναίκες να παίζουν στα όρια και τα αμάξια τους να τρέχουν με ιλιγγιώδη ταχύτητα. Πρόκειται για την περιπέτεια ενός ανώφελου έρωτα που δεν έγινε ποτέ αγάπη, με ήρωες έναν δημοσιογράφο που μετά από λίγο τα παράτησε (πόσα φαρμακεία πια να γράψει, και για πόσα μαχαιρώματα να… μαχαιρώνεται κάθε βράδυ;), και μια ομορφονιά που κατέληξε με πλείστα ψυχολογικά προβλήματα και μερικά κουτσούβελα να τρέχουν ανάμεσα στα πόδια της. Τέλος, είναι μια ακόμη ιστορία του Τζο Άρνες που ξέμεινε στο κέντρο της Αθήνας κάποιο βράδυ, μην αντέχοντας να καταλήξει και πάλι στο γνωστό καταγώγιο της λεωφόρου Θηβών. Νισάφι πια. 

[ Φινάλε ] 

Σε όλους αυτούς που νομίζουν ότι μπορούν εύκολα να γίνουν από Χάμφρεϊ Μπόγκαρτ μέχρι Τσαρλς Μπουκόφσκι, κι από Μάλκολμ Λόουρι μέχρι Όρσον Γουελς, δηλαδή καλλιτέχνες και αρρενωποί άντρες, σκοτεινοί χαρακτήρες και ασυμβίβαστοι παίκτες στη σκακιέρα της ζωής, να τους πούμε μόνο το παρακάτω: ότι και να έκανε η Μαριλού για να γυρίσει ο Τζο Άρνες από την κόλαση ήταν μάταιο. Θα τον θυμάται πάντα έτσι, ως έναν «ήρωα» της νιότης της που την ψιλο-κατέστρεψε, ένα παιδί που μέχρι να μεγαλώσει κυριολεκτικά έπαιξε διάφορους ρόλους. Ένας από αυτούς ήταν του εραστή. Ένας άλλος του πότη. Ένας τρίτος του σπαστικού φαφλατά. Κι ένας άλλος του υπερβίαιου μάγκα. Πέρα από τη Μαριλού, που άντεξε όσο άντεξε, μια σειρά από γυναίκες θυμούνται τον πολλά βαρύ Τζο ως έναν κομήτη που έβαλε μια κάποια φαντασία στη ζωή τους, βέβαια μετά από λίγο καταλάβανε ότι αυτή η φαντασία έχει επιπτώσεις. Όπως κόβεις τη Μπάρμπι (με τον Τζον Τζον) μικρή, και τη Σούπερ Κατερίνα (με τον κούκλο Γιάννη του διπλανού θρανίου) στο σχολείο, έτσι κόβεις και τον Τζο ο οποίος δείχνει αμετανόητος εργένης. Αμ δε… 

[ Πραγματικότητα ] 

Ο Τζο ζει σε ένα τεσσάρι στα νότια προάστια της Αθήνας, πολύ κοντά στη θάλασσα για να απολαμβάνει το καφέ του τις Κυριακές. Υπεραγαπάει τη γυναίκα του, η οποία σημειωτέον φτιάχνει καταπληκτικές μπάμιες με ντοματούλα - φαγητό που δεν διανοήθηκε ποτέ να βάλει στο στόμα του τα χρόνια του φιλμ νουάρ. Σχεδιάζει να αγοράσει μεγαλύτερο αυτοκίνητο για το παιδί που περιμένει. Καθαρίζει κάθε 15 ημέρες τα μπαλκόνια του σπιτιού και τη σκάλα της πολυκατοικίας. Συναντιέται με τους φίλους του (τους κανονικούς, από τα παλιά ξέρετε) κάθε Παρασκευή για να πίνουν τσιπουράκι και να ξεχνιούνται από τη βαβούρα της καθημερινότητας. Αγχώνεται για τη δουλειά του – φεύγει πρωί, γυρίζει βράδυ, τα λεφτά είναι λίγα, αλλά να λέει «πάλι, καλά» που έχει και εργασία. Συνηθίζει πριν κοιμηθεί να βλέπει σε dvd τις ταινίες του Μπόγκαρτ ή να διαβάζει το «Κάτω απ’ το ηφαίστειο» του Μάλκολμ Λόουρι. Κοιμάται ήσυχος, ήρεμος και κάνει όνειρα γλυκά. 

*Ο Νέστορας Πουλάκος εργάζεται ως δημοσιογράφος σε ΜΜΕ και ως βοηθός παραγωγής σε κινηματογραφική εταιρεία. Εκ των εκδοτών της λογοτεχνικής ψηφιακής πλατφόρμας Vakxikon.gr (περιοδικό, εκδόσεις, ραδιόφωνο). Έχει εκδώσει δυο συλλογές ιστοριών και δυο ποιητικές συλλογές. 

*Το διήγημα δημοσιεύτηκε στην εβδομαδιαία εφημερίδα Metropolis (15-11-13).