12 Δεκ 2013

Θανάσης Κωσταβάρας, ο «μουγκός» ερωτικός τραγουδιστής


Του Νέστορα Πουλάκου 

Η πρώτη μου επαφή με τον Θανάση Κωσταβάρα ήταν όταν διάβασα τους στίχους: «Κι ούτε ποτέ θα πιστέψεις/ πόσο πολύ σ’ αγάπησα/ Πόσο παθιασμένα σου δόθηκα/ Πόσο βαθιά ωρίμασα δυστυχώντας, για σένα.» Μέχρι εκείνη τη στιγμή δεν ήξερα την ποίηση του. Και τότε συγκλονίστηκα. Ως άνθρωπος και καλλιτέχνης που παθιάζομαι με τον έρωτα αυτόν καθ’ εαυτόν και την ερωτική ποίηση, και πέραν αυτής αδυνατώ να γράψω κάτι άλλο, έφτασε μπροστά μου μια γραφή που αγνοούσα. Μια και για πολλά χρόνια ο Κωσταβάρας είχε εντυπωθεί μέσα μου ως ο ποιητής της γενιάς της ήττας, μιας αριστερής, αντιστασιακής -όπως αποκαλείτο- ποίησης που δεν με ενδιέφερε, είναι η αλήθεια, και τόσο εκείνη την εποχή, της νεότητας και της τρέλας. Ο Κωσταβάρας εμφανίστηκε για να ανακατανείμει το μωσαϊκό των ερωτικών ποιητών όπως τους είχα εντάξει στο μυαλό μου, στα διαβάσματα μου, στη βιβλιοθήκη μου. Καθότι ο Κωσταβάρας δεν έμεινε μόνο έξω από τον κανόνα της μεταπολεμικής ποίησης, όπως μου είχε πει σε μια συνέντευξη για το περιοδικό Μανδραγόρας ο Γιώργος Μπλάνας το 2008, αλλά και έξω από την επονομαζόμενη και περιλάλητη γενιά της ήττας. Γιατί είναι αλήθεια εκπληκτικό πως ένας πραγματικός μαχητής - ποιητής όπως υπήρξε για δεκαετίες ο Θανάσης Κωσταβάρας, έγραψε μια τόσο δυναμική, έντονη, ακραία συναισθηματική ποίηση, την οποία αν επιχειρήσουμε να την απευθύνουμε κάπου συγκεκριμένα, βάλουμε ένα στόχο δηλαδή αυτής της γραφής, δεν θα πηγαίναμε μακριά: η κυρία Αγγελική, η γυναίκα της ζωής του, ήταν ο αποδέκτης αυτής της ατόφιας και αυθεντικής ποίησης, μια πηγή έμπνευσης που δεν τον εγκατέλειψε ποτέ μέχρι να έρθει ο θάνατος. «Μόνο με και για την Αγάπη σου/ μπορώ να γίνομαι όλο και πιο ανθρώπινος/ Να φαίνομαι όλο και λιγότερο λυπημένος.» Ακόμη κι αν ακουστεί τετριμμένο, ο Θανάσης Κωσταβάρας είναι ένας μοναδικός ποιητής σε πολλά επίπεδα: από τη μια μεριά στην ερωτική ποίηση, την οποία και εξετάζουμε υπό το προσωπικό μου πρίσμα σε αυτό το κείμενο, όπου η μοναδικότητα του συναισθήματος και η ειλικρινής αποτύπωση της δύναμης του έρωτα επιδρούν στον αναγνώστη ή τον ακροατή, τον εισάγουν σε ένα καινούριο, ονειρικό σύμπαν γεμάτο τρυφερές στιγμές αλλά και τον μεταμορφώνουν, τον μαλακώνουν, του δίνουν αγάπη και τον φροντίζουν για να μην πέσει στον απόηχο μιας κοινωνίας που ξεπέφτει. Από την άλλη μεριά, όσοι λίγοι μεταπολεμικοί ποιητές, ο Κωσταβάρας διέθετε μια δική του, μοναδική ποιητική και ανθρωπολογία, εξαιρετικά ιδιαίτερη. Και συμπληρώνω, μια δική του κοινωνική ανακατανομή και μια ιδιότυπη ανθρωπογεωγραφία στα ποιήματα – κείμενα – εικόνες - παραβολές του, που τον καταστούν ξεχωριστό και γι’ αυτό άλλωστε, για την ανεξάρτητη φωνή του δηλαδή, έχει μείνει χαραγμένος στο μυαλό των αναγνωστών. Προστρέχω και πάλι, στη συνομιλία μου με τον Γιώργο Μπλάνα για εκείνο το αφιέρωμα του περιοδικού Μανδραγόρας, στη μνήμη του πρόσφατα εκλιπόντος τότε Θανάση Κωσταβάρα: «Εκείνο που ζητάμε από τους ποιητές είναι η ιδιότυπη ανθρωπολογία τους. Ας αφήσουμε στην άκρη τις ιστορίες της ποίησης και ας κοιτάξουμε τους ποιητές. Η ποίηση δεν ταυτίζεται με την ιστορία της ποίησης. Οι ποιητές είναι πηγάδια. Τραβάει δροσιά κανείς από τα σπλάχνα τους, ή κάθεται και φτιάχνει χάρτες, όπου σημειώνει τις θέσεις των πηγαδιών, μέχρι να πεθάνει από δίψα.» «Μη με ρωτάτε γιατί έρχομαι κι επανέρχομαι/ Γιατί με βασανίζουν τα ίδια θέματα πάντα/ Στο βάθος δεν έκανα τίποτ’ άλλο/ παρά να μιλώ για το αίμα μου.» Πριν… επανέλθω κι εγώ στον Μουγκό Τραγουδιστή, θα μιλήσω λίγο ακόμη για τα ερωτικά ποιήματα του Κωσταβάρα που τόσο μου έχουν μιλήσει, είναι τέτοια η σχέση μου μαζί τους, που δεν τα ξεχνώ, δεν τα λησμονώ ακόμη και σήμερα. Πιάνω την πτυχή έρωτας και όνειρα, που τη βρίσκουμε εκτενώς στην ποίηση του. Για παράδειγμα: «Να σου λέω τέλος καληνύχτα/ και να με παίρνεις μαζί σου, στον ύπνο σου/ Για να με σεργιανίσεις μεθυσμένο/ στα μαγεμένα σου όνειρα.» Εδώ ας πούμε φαίνεται η δύναμη της αγάπης και η ένταση του ποιήματος. Ο ποιητής ζητά να μπει στο όνειρο της αγαπημένης του, δεν του φτάνει η διάρκεια της ημέρας, το ζωντανό άγγιγμα, οι κουβέντες, η δράση και η ενέργεια, η καθημερινότητα, ο έρωτας. Επιζητά να μπει στο όνειρο της, να μεταφερθεί μαζί της σε άλλους κόσμους, του συνειδητού ή του ασυνείδητου, να ταξιδέψει σε μονοπάτια ονειρικά αλλά και δύσβατα, σε μαγικές εικόνες και σκοτεινές στιγμές του μυαλού. Αυτή είναι όντως μια δήλωση αγάπης. Όταν δηλαδή, ο καλλιτέχνης ποιεί τη μούσα του και γράφει πως δεν του φτάνουν οι 15-17 ώρες μιας ημέρας αλλά θέλει κι άλλο, την αγαπημένη του, ολόκληρη, μόνο γι’ αυτόν. Πόσο δυνατά και πόσο πιο δυνατή μπορεί να αποτυπωθεί η αγάπη σε ένα ποίημα; Ξεφεύγοντας από την ερωτική ποίηση του Θανάση Κωσταβάρα και πριν κλείσω αυτό το προσωπικό κείμενο μου για αυτόν, θα αναφερθώ στο τελευταίο βιβλίο του, που δυστυχώς δεν πρόλαβε να το δει τυπωμένο. Της Μοναξιάς και της Λύπης ο τίτλος του, είχε σκοπό να το κυκλοφορήσει ιδιωτικά το φθινόπωρο του 2007 αλλά τον πρόλαβε ο θάνατος. Εκείνη την περίοδο βρισκόμουν στη συντακτική ομάδα του περιοδικού Μανδραγόρας όπου κι ετοιμάζαμε το αφιέρωμα στη μνήμη του. Τότε έφτασε στα χέρια μας η μεταθανάτια Έκδοση των Φίλων, στη συνέχεια απ’ ότι πληροφορήθηκα ανέλαβε την ανατύπωση του ο Γαβριηλίδης. Πρωτάνοιξα το βιβλίο και βρέθηκα απέναντι σε έναν πρωτογενή και πρωτότυπο λόγο, σε μια γλώσσα ζωντανή και παλλόμενη, έναν ποιητικό απολογισμό ή ένα υστερόγραφο μιας ζωής ολόκληρης, που ξεκινάει από τα βουνά της Αντίστασης, περνάει από την Οδοντιατρική Σχολή, για να συναντήσει το μεταπολεμικό κοινωνικό αμάλγαμα μιας Ελλάδας που αγωνιζόταν να βγει από το σκοτάδι και τέλος το μεταπολιτευτικό καιρό των ζυμώσεων και των κρατικών βραβείων. Για μένα τουλάχιστον, αυτή η συλλογή είναι το δυνατότερο επιστέγασμα μιας ποιητικής διαδρομής και μιας ζωής ακέραιης, πιστής σε ιδανικά και αξίες, που δινόταν διαρκώς η μάχη για έναν καλύτερο κόσμο, από όποιο μετερίζι και αν βρισκόταν ο ποιητής. Καθότι, «Και τι να μας κάνουν τα ποιήματα/ Όταν ο μέγας φόβος μένει αλώβητος.» 

*Το κείμενο διαβάστηκε στην εκδήλωση για τον Θανάση Κωσταβάρα, που διοργάνωσαν οι Εκδόσεις Γαβριηλίδης και το Τρίτο Πρόγραμμα, στις 7 Μαρτίου 2013, στο πλαίσιο της σειράς εκδηλώσεων Ποιητές στη σκια. Συμπεριλήφθηκε στο δεύτερο τόμο Ποιητές στη σκιά (Γαβριηλίδης 2013).