8 Δεκ 2013

Μια θεαματική «Μικρά Αγγλία»

 
Του Νέστορα Πουλάκου 

Η πρώτη εβδομάδα του Δεκεμβρίου φέρνει στις αίθουσες δυο φιλόδοξες και εκ διαμέτρου αντίθετες ελληνικές ταινίες. Η μια είναι ένα θεαματικό μελόδραμα εποχής και η άλλη ένα χαμηλόφωνο / σουρεαλιστικό σχόλιο για την κρίση που ζούμε. Και φυσικά η μία αποτελεί μια μεγαλεπήβολη υπερπαραγωγή και η άλλη το low budget σκηνοθετικό ντεμπούτο του δημιουργού της. Ανάμεσα στους ξεχωρίζει και η βιογραφία του πιανίστα – σταρ των δεκαετιών ’50 – ’80 Λιμπεράτσε δια χειρός Στίβεν Σόντερμπεργκ. Παίζονται ακόμη: η γλυκόπικρη κομεντί «Εκεί που δεν το περιμένεις» με τον Τζο Γκαλντοφίνι, το θρίλερ «Carrie» με την Τζούλιαν Μουρ, η περιπέτεια «Ο απρόσκλητος επισκέπτης» με τους Τζέιμς Φράνκο, Γουϊνόνα Ράιντερ και Τζέισον Στέιθαμ, το κινούμενο σχέδιο «Άη Βασίλης Τζούνιορ» και η δραματική ελληνική ταινία «Ο δρόμος του Ορφέα» σε σκηνοθεσία Κώστα Κολημένου. 

Οι Νύφες της Άνδρου 

Πιστός στην παράδοση των τελευταίων ετών, που τον θέλει να γυρίζει πίσω στο χρόνο, ο Παντελής Βούλγαρης επιχειρεί μια ηθογραφία εποχής με τη «Μικρά Αγγλία», παραμένοντας η κινηματογραφική του ματιά στραμμένη στο παρελθόν (π.χ. «Νύφες», «Ψυχή βαθιά»). Μάλιστα, η «Μικρά Αγγλία» άθελα της (;) φέρνει στο νου τις θαλασσοδαρμένες «Νύφες». Άλλωστε κι εδώ, οι νύφες της Άνδρου όσο θαλασσοδαρμένες τόσο και τρικυμισμένες είναι, με τους ναυτικούς συζύγους τους να λείπουν για μήνες, ίσως και χρόνια, σε ταξίδια στη θάλασσα. Η ταινία βασίζεται στο ομώνυμο μπεστ-σέλερ της πολυβραβευμένης Ιωάννας Καρυστιάνη, συζύγου του Π. Βούλγαρη, η οποία επίσης έγραψε το σενάριο, όπως έγινε και στις δυο προηγούμενες ταινίες του σκηνοθέτη. Η ιστορία μας μεταφέρει στη μεσοπολεμική Άνδρο και την τραγική κατάληξη μιας οικογένειας και δυο αδελφών. Όπως πάντα, ο έρωτας είναι αυτός που φτιάχνει αλλά και καταστρέφει σχέσεις, ψυχές και συνειδήσεις. Στην προκειμένη περίπτωση, μέσα από τα ήθη και τα έθιμα των οικογενειών των καπεταναίων της Άνδρου, γινόμαστε θεατές ενός θεάτρου του παραλόγου όπου οι συνέπειες μόνο καταστροφικές μπορεί να είναι. Ο Παντελής Βούλγαρης απλώνει την ιστορία του σε μια (υπερβολική) διάρκεια σχεδόν τριών ωρών, στήνοντας ένα άψογο ηθικογραφικό μελόδραμα που σε πολλές στιγμές του αγγίζει τα όρια του θεατή. Θετικά και αρνητικά. Άλλοτε κλαίγοντας από συγκίνηση και άλλοτε δυσανασχετώντας για την αδιάφορη εμμονή στη λεπτομέρεια. Με υπέροχες ερμηνείες και έντονες κορυφώσεις, ο Βούλγαρης ξεκάθαρα ψυχαγωγεί τον θεατή, προσφέροντας του ένα θεαματικό, έντονο και συγκινησιακό σινεμά, που διαθέτει σε πολλές φορές τις συνταγές της επιτυχίας από την άλλη πλευρά του Ατλαντικού. Μια ελληνική υπερπαραγωγή που θα αρέσει, θα συζητηθεί και προφανώς θα φέρει -επιτέλους- τον κόσμο στις αίθουσες. 

Η μέρα της κρίσης 

Η Αθήνα σε ασπρόμαυρο φόντο. Η Αθήνα σε απόλυτη παρακμή. Η Αθήνα δεν είναι απλώς το σκηνικό στην πρώτη μεγάλου μήκους ταινία του Δημήτρη Μπαβέλλα αλλά η πρωταγωνίστρια. Είναι η ανυπόφορη και άσχημη πόλη από την οποία όλοι θέλουν να φύγουν αλλά κανείς δεν το τολμάει. Κι αυτό γιατί μακριά από την Αθήνα, η ζωή θέλει εκπτώσεις σε όλα τα επίπεδα. Ο σκηνοθέτης βασίζεται σε μια ευφάνταστη, αν κι όχι πρωτότυπη, ιδέα του. Ένας ιός κυριεύει την πόλη και οι κάτοικοι της, ιδίως αυτοί που έχουν «πνιγεί» από την καθημερινότητα, τρέχουν και τρέχουν και τρέχουν προς άγνωστη κατεύθυνση. Το στοίχημα είναι να τρέξουν όσο περισσότερο μπορούν, να φύγουν όσο πιο μακριά γίνεται. Με έντονη την υφή τόσο του θρίλερ όσο και του b-movie, ο Μπαβέλλας κάνει το προσωπικό του κοινωνικοπολιτικό σχόλιο πάνω σε μια κοινωνία που ζει σε κρίση και βιώνει την Κρίση. Σύντομη, ευσύνοπτη και άκρως ενδιαφέρουσα, η ταινία «Runaway day» του Μπαβέλλα μας αποκαλύπτει με σουρεαλιστικό τρόπο τη δίοδο της διαφυγής από την όποια πραγματικότητα που βιώνουμε. Στα μείον της συγκαταλέγονται οι πολλές αμήχανες ερμηνείες, τα δραματουργικά κενά, οι νεκροί χρόνοι που μας αφήνουν μετέωρους και, κάπως, το γεγονός ότι σε στιγμές - στιγμές «αποκαλύπτεται» ο χαμηλός προϋπολογισμός της (συζητώντας πάντα για το production value). 

Κιτς και… πιάνο 

Κατά τα λεγόμενα του Σόντερμπεργκ είναι η τελευταία του ταινία. Δεν τον πιστεύουμε. Το «Behind the candelabra» είναι, επίσης, αυτό το project που προκάλεσε το μεγάλο ντόρο περί ομοφυλοφιλίας και λέγεται ότι απέτρεψε τους παραγωγούς του Χόλιγουντ. Εντέλει έγινε τηλεταινία από το ΗΒΟ, σάρωσε τα Emmy, και παίζεται κανονικά σε φεστιβάλ και αίθουσες σε όλο τον κόσμο! Ακόμη, μας μένει στο μυαλό χάρη στην καταπληκτική ερμηνεία και το δυναμικό comeback (έπειτα από την περιπέτεια του με τον καρκίνο) του Μάικλ Ντάγκλας, ο οποίος υποδύεται τον πιανίστα – σταρ του κιτς στις δεκαετίες ’50 – ’80 Λιμπεράτσε. Σόουμαν και πιανίστας υψηλής αξίας, ο Λιμπεράτσε υπήρξε μια ιλουστρασιόν περσόνα του κιτς, που έζησε δόξα, έβγαλε χρήμα, γεύτηκε τον ομοφυλόφιλο έρωτα σε αφθονία -τον οποίο και «πολέμησε» όμως στο περιβάλλον του- για να καταλήξει στα δικαστήρια με τον τελευταίο και πολύ μικρότερο εραστή του και να πεθάνει λίγα χρόνια αργότερα (τη δεκαετία του ‘80) από ΑΙDS. Σε αυτήν τη σχέση επικεντρώνεται η ταινία του Σόντερμπεργκ. Αξιοπρεπέστατη βιογραφία που κεντρίζει το ενδιαφέρον, με πολύ καλές ερμηνείες (κι από τον Ματ Ντέιμον) κι απαστράπτοντα σκηνικά, που όμως δεν επιχειρεί τη «βουτιά» στην ψυχοσύνθεση του Λιμπεράτσε, προδίδοντας τον τηλεοπτικό προορισμό της. 

Μικρά Αγγλία *** 
Runaway day **1/2 
Behind the candelabra **1/2 

*H στήλη Στοπ Καρέ δημοσιεύτηκε στην εβδομαδιαία εφημερίδα Το Χωνί (8-12-13). Κριτικές μπορείτε να διαβάσετε και στο κινηματογραφικό πόρταλ www.sevenart.gr (5-12-13).