9 Δεκ 2013

Περί δικαίου αίσθηση


Του Βασίλη Ακριβούση* 

Με δεδομένη την ανάγκη ύπαρξης οργανωμένων κοινωνικών δομών ανάμεσα στα άλλα (κι από τα πρωταρχικά αιτήματα τους), παρουσιάστηκε η καθιέρωση της δικαιοσύνης και της απόδοσης της, κάτι που δεν συνέβαινε στις πρωτόγονες ομάδες συνύπαρξης. Στις περιπτώσεις αυτές δίκαιο ήταν ο νόμος του ισχυρότερου, που ισχύει κι ως νόμος της φύσης (το δυνατότερο ζώο προκειμένου να επιβιώσει κατασπαράσσει το αδύνατο ακολουθώντας την τροφική αλυσίδα). Παρόμοια φαινόμενα συναντούνται ωστόσο και στα σημερινά χρόνια με δύο τρόπους: α) σε κλειστές κοινωνίες εφαρμόζεται συνήθως το πατριαρχικό πρότυπο και δίκαιο ορίζεται η απόφαση του για όποιο ζήτημα· β) οι οικονομικές συνθήκες του άκρατου καπιταλισμού επιβάλλουν τον έχοντα χρήματα να κυριαρχεί, χάρη στην αυτοπεποίθηση που του παρέχουν τα κέρδη του. (Αυτό αποτελεί την φαύλη κατεύθυνση, πράγμα που σημαίνει ότι η σωστή διαχείριση του πλούτου δεν αποκτηνώνει οπωσδήποτε τον κατέχοντα). 

Σε ευρύτερη διάσταση το ίδιο συμβαίνει με τους οικονομικούς κολοσσούς (πολυεθνικές εταιρίες) και τα κορυφαία στελέχη τους, που σφάζονται κυριολεκτικά για να προασπίσουν τα συμφέροντα τους, κυρίως απέναντι στους ανταγωνιστές, οι οποίοι παρέχουν συναφή προϊό- ντα. Βλέπουμε εδώ το νόμο της αγοράς, που προκειμένου να διατηρήσει και να αυξήσει το μερίδιο του στην πίτα του κοινού, είναι σε θέση ακόμη και να ανεβοκατεβάζει κυβερνήσεις. 

Ας ρίξουμε όμως μια ματιά στο παρελθόν. Η αίσθηση της δικαιοσύνης κι η απονομή της κατά τον πλέον τέλειο τρόπο δεν θα μπορούσε να αναπτυχθεί πουθενά αλλού παρά στην Ελλάδα. Το γεγονός ότι οι αρχαίοι πρόγονοι μας θεοποίησαν (ανάμεσα στις άλλες θεότητες) την Θέμιδα με την ζυγαριά της να αποδίδει το δίκαιο κι ότι εξέχουσες μορφές της αρχαιοελληνικής γραμματείας, όπως ο Όμηρος, ο Πλάτωνας κι ο Αριστοτέλης συνέγραψαν για το πώς πρέπει να κυβερ- νάται η ευνομούμενη πολιτεία, αποδεικνύει περίτρανα πως το δίκαιο ανάμεσα στους ανθρώπους αποτελεί πρωταρχική ανάγκη κι αξία αναφαίρετη στις διαφορές τους. Δεν θα μπορούσαμε βέβαια να μην αναφερθούμε στον Σωκράτη, ο οποίος όχι μόνο σεβάστηκε μέχρις εσχάτων την καταδικαστική σε βάρος του απόφαση των συμπολιτών του αλλά αρνήθηκε να δραπετεύσει, όπως τον προέτρεπαν οι φίλοι του, υπακούοντας σε νόμους πέρα από τα συνήθη ανθρώπινα μέτρα, πράγμα που τον κατατάσσει στους μέγιστους της ιστορίας. Επίσης ο λόγος «υπέρ αδυνάτου» του Λυσία και δικανικοί λόγοι άλλων «δικηγόρων» της εποχής, δείχνει ότι υπήρχε αδήριτη ανάγκη να καθιερωθούν άτομα που θα ετοίμαζαν τις απολογίες των κατηγορούμενων επί αμοιβή και στο μέλλον να τους υπερασπίζονται ως επαγγελματίες στα δικαστήρια. 

Από την Ελλάδα το ζήτημα της δικαιοσύνης πέρασε στην Ρώμη και στο Βυζάντιο, όπου κωδικοποιήθηκε, οργανώθηκε και μεταβιβαζόταν από γενιά σε γενιά από τους νομομαθείς, που κατείχαν εξαίρετη θέση κι ήταν σύμβουλοι αυτοκρατόρων και βασιλιάδων. Πολλές φορές βέβαια ο άρχων διατηρούσε στα χέρια του και τις τρεις εξουσίες (πολιτική-στρατιωτική, θρησκευτική και νομική) άλλοτε με θετικές κι άλλοτε με αρνητικές συνέπειες, ανάλογα με τον χαραχτήρα και την επιρροή που δεχόταν από τους αυλικούς του. Εξάλλου έχει επικρατήσει η φράση «δρακόντεια μέτρα», προκειμένου να δηλώσει την ακρότητα και την απόλυτη αυστη- ρότητα των νόμων. Επίσης, όταν πραγματοποιήθηκε επίσημα ο διαχωρι- σμός των εξουσιών κι ως σήμερα, συχνά ασκούνται πιέσεις στους δικαστές (κάποτε και εξαγορά τους), προκειμένου να ληφθεί ικανοποιητική απόφαση σε βάρος ή υπέρ του (των) κατηγορούμενου (ων). 

Στις σύγχρονες κοινωνίες και μάλιστα στα σύγχρονα κράτη, κάθε χώρα έχει τους δικούς της νόμους (αν και σε γενικές γραμμές για παρεμφερή αδικήματα δεν διαφέρουν αισθητά). Υπάρχουν ωστόσο τρανταχτές περιπτώσεις, όπως π.χ ότι σε κάποιες πολιτείες των Η.Π.Α (όπως και σε ορισμένα κράτη) επιτρέπεται να επιβληθεί η θανατική ποινή, ενώ σε άλλες όχι (όπως και σε κάποια άλλα κράτη). Σε κάποιες χώρες η απόφαση είναι αποτέλεσμα της ψήφου των ενόρκων, ενώ σε άλλες των δικαστών. Τέλος είναι γνωστό ότι υπάρχουν δικαστικά έδρανα για κάθε είδους αδίκημα (πταισματοδικεία, πλημμελειοδικεία, αστικά, ποινικά και στρατιω- τικά δικαστήρια, κακουργιοδικεία κλπ), αλλά και διεθνή δικαστήρια (όπως αυτό της Χάγης για διεθνείς υποθέσεις, το Ευρωδικαστήριο κλπ). Όταν το αδίκημα οδηγείται στα δικαστήρια, αναλαμβάνουν οι νομικοί. Τι συμβαίνει όμως στην καθημερινή ζωή, όσον αφορά την απόδοση του δικαίου; Ποιος τελικά είναι δίκαιος άνθρωπος; Πόσο ένοχος είναι κάποιος και ποιες ενοχές κουβαλάμε οι ίδιοι; Ποιος έχει δικαίωμα να κατά- δικάζει ή/και να συγχωρεί; Είναι φανερό ότι κάθε άνθρωπος (λόγω ηλικίας, εμπειρίας, συναναστροφών, επιρροών και μόρφωσης), έχει προσωπική άποψη περί δικαίου κι αδίκου. Συναντάται ασφαλώς και η κοινή περί του δικαίου αίσθηση. Το εύκολο είναι να καταδικάζουμε ασυζητητί και να μεταμορφωνόμαστε σε «φλογερούς μηδενιστές», εξαιτίας υπερφίαλου εγωϊσμού και να παίρνουμε ασκαρδαμυκτί άκριτες αποφάσεις, με την πρόφαση ότι «κάποιος άλλος φταίει». Υπάρχουν οι επιεικείς, που όταν υπομένουν τα πάνδεινα λειτουργούν κατά των εαυτών τους, υπάρχουν κι οι απόλυτοι, που καθαγιάζονται ιεροσυλώντας. 

Η λύση κατά την γνώμη μας βρίσκεται κάπου στην μέση. Μετριοπάθεια βεβαίως, διότι τα περισσότερα κοινωνικά αδικήματα γίνονται από άγνοια, ορισμένες φορές όμως καμία επιείκεια στους αμετανόητους, που διαιωνίζουν φαύλα πρότυπα, επενεργώντας ανασταλτικά στην ομαλή ροή του κοινωνικού γίγνεσθαι. Άλλωστε ο ίδιος ο Χριστός, που έζησε και πέθανε προκειμένου να διδάξει την αγάπη προς τον συνάνθρωπο, δεν δίστασε να αρπάξει το φραγγέλιο για να αποδιώξει τους ασεβείς, που μόλυναν το ναό. Αν θέλουμε να είμαστε δίκαιοι λοιπόν ας ξεκινήσουμε από τον εαυτό μας, επειδή ακριβώς πρώτο αυτόν καταδι- κάσαμε ή μας μάθανε να τον καταδικάζουμε (σύνδρομο κατωτερότητας) κι ορμώμενοι από αυτό, οργιζόμαστε κι υποτιμούμε τους συνανθρώπους μας (σύνδρομο ανωτερότητας). 

Τα παραπάνω δείχνουν ότι στην ανθρώπινη φύση συνυπάρχουν ανασφάλειες, φοβίες κι άγχη, που οδηγούν συχνά στην απαξίωση του εαυτού μας και μέσω αυτού των άλλων. Το να αλλάξουμε τον τρόπο σκέψης μας, ακολουθώντας τις ηθικές αξίες και να προσπαθήσουμε να προσεγγίσουμε την αρετή με αξιοπρέπεια (ζητήματα που οφείλουν να διδάσκονται πρωτίστως στα σχολεία), πιστεύουμε πως μπορούν να οδηγήσουν στην δημιουργία ανθρώπων, που θα έχουν αναπτυγμένη και ξεκάθαρη αίσθηση δικαίου. Ας αποδεχτούμε λοιπόν τους εαυτούς μας με τα προτερήματα και τα ελαττώματα μας κι ας προσπαθήσουμε να περιορίσουμε τα δεύτερα. Ας σεβαστούμε τον εαυτό μας με σκοπό να σεβαστούμε τους διπλανούς μας κι ας αφήσουμε την συνείδηση μας να απλωθεί σε κάθε μας σκέψη κι ενέργεια. Ο ολοκληρωμένος άνθρωπος (κι όχι ο αποσπασματικός), ο συμπαντικός άνθρωπος (κι όχι ο «σοφός»), αυτός που αποδέχεται ότι βρίσκεται σε διαρκή πορεία κι εξέλιξη, που συμφιλιώθηκε κι αγάπησε τον εαυτό του αναγνωρίζοντας του δικαιώματα κι υποχρεώσεις, ελεύθερος αλλά όχι αλαζόνας, σκληρός πολλές φορές μα άμεμπτος, αδιάφθορος κι ειλικρινής, μαχητής αλλά όχι δικαστής. Ο άνθρωπος που έχει αρμονία κι ισορροπία στην ζωή του, που ελέγχει τον εαυτό του πριν ελέγξει τον έτερο, που έχει αυτονομία κι αυτογνωσία, που τα συναισθήματα του δεν συγκρούονται με την λογική του αλλά α- ντίθετα βρίσκονται σε αγαστή συνεργασία, μπορούμε να πούμε ότι προ- σεγγίζει τον δίκαιο άνθρωπο. Λέμε προσεγγίζει επειδή υπάρχει υπέρτατη (Θεϊκή και θεϊκή) δικαιοσύνη, που ο καθημερινός άνθρωπος αγνοεί την υπόσταση της ή υποψιάζεται την ύπαρξη της. Δεν την γνωρίζει, διότι αν συνέβαινε αυτό, θα βρισκόταν σε πολύ ανώτερο επίπεδο. 

Ας είμαστε προσεκτικοί λοιπόν στις απόψεις, τις θέσεις και τις πράξεις μας. Για ό,τι δεν γνωρίζουμε υπάρχουν οι νομικοί να μας δείξουν τον τρόπο (όσον αφορά στα ανθρώπινα μέτρα και στους ανθρώπινους νόμους). Από τούδε και στο εξής δικαιοσύνη για τον καθένα μας ας αποτελεί η ολοκληρωμένη - στο μέτρο του δυνατού - συνείδηση. Τέλος, ανεξάρτητα από το τι πιστεύει κάθε άνθρωπος, να μας γίνει γνωστό ότι υπάρχουν άγραφοι, υπέρτατοι νόμοι κι αίσθηση μας είναι ότι μόνο ο Ύψιστος δικαιωματικά μπορεί να συγχωρεί και να αποδίδει το πρέπον. Το πρώτο βήμα είναι να βρισκόμαστε κοντά Του, διότι Εκείνος βρίσκεται πάντα κοντά μας. 

*Ο Βασίλης Ακριβούσης είναι ποιητής.