31 Ιαν 2013

ζαν-λυκ γκοντάρ (αμφισβητίας συνειδήσεων)


Του Νέστορα Πουλάκου

Ο κινηματογράφος είναι ένα περίεργο παιχνίδι, είχε δηλώσει. Για την ακρίβεια έχει πει τόσα πολλά, ώστε οι δηλώσεις του αυτές έχουν μπει ως ατάκες σε βιβλία και άρθρα περιοδικών και εφημερίδων, έχουν γραφτεί σε τοίχους και σε πανό διαδηλώσεων, ενώ ακόμη μετεωρίζονται πάνω από τα κεφάλια σπουδαστών κινηματογράφου και σινεφίλ εραστών κινηματογραφικών λεσχών αλλά και θαμώνων art house αιθουσών.

Είτε είναι προβοκάτορας της ίδιας της ζωής (πόσω μάλλον της τέχνης του κινηματογράφου αλλά και των εικαστικών) είτε είναι ένας από τους μεγαλύτερους φιλοσόφους του 20ου αιώνα που ζει απομονωμένος στην Ελβετία και δεν γουστάρει και πολλά-πολλά, το σίγουρο είναι ότι ο Ζαν-Λυκ Γκοντάρ καταφέρνει με τον ένα ή με τον άλλο τρόπο, από τη δεκαετία του 1950 έως και τις ημέρες μας, να συζητιέται πάντοτε ως ένας άλλος σταρ του δικού του lifestyle σύμπαντος.

Για παράδειγμα, πρόσφατα ανακοίνωσε, μόλις δυο χρόνια από το φιλοσοφικό/κινηματογραφικό του δοκίμιο “Film Socialisme” που μιλά για το τέλος των ευρωπαϊκών ιδεολογιών, ότι ετοιμάζεται να γυρίσει τη νέα του ταινία σε 3D (!) χωρίς να ξέρει ούτε τον τρόπο μα ούτε και το πώς θα τα βγάλει εις πέρας με αυτές τις νέες τεχνολογίες που σου σπάζουν το κεφάλι και το νευρικό σου σύστημα συνάμα. Έχει ως θέμα του τον αποχαιρετισμό… της γλώσσας, όπως την ξέρουμε, και ενθουσιάζεται σα μικρό παιδί που θα “παίξει” και πάλι χωρίς κανόνες.

Αυτό το αέναο παιχνίδι του, δηλαδή ο κινηματογράφος και τα παράγωγα του, που δεν τον έχει κουράσει καθόλου μα καθόλου για περισσότερα από εξήντα χρόνια τώρα, τον οδήγησε στο να ασχοληθεί και με τη μόδα. Μια και ομάδα Γάλλων fashionistas πήραν το πολυπόθητο ok του, ώστε να διαφημίσουν τη νέα κολεξιόν τους βασισμένοι σε σκηνές από τις ταινίες του: “Η Περιφρόνηση”, “Μια γυναίκα είναι μια γυναίκα” και “Με κομμένη την ανάσα”, φιλμς που αν μη τι άλλο βρίθουν στυλ και άποψη περί ζωής και εν γένει κινησιολογίας.

Βέβαια όχι απλώς το ok του αλλά μόνο την περιφρόνηση του έλαβε ο Γάλλος σκηνοθέτης Εμανουέλ Λοράν, δημιουργός του ντοκιμαντέρ “2 ή 3 πράγματα που ξέρω γι’ αυτούς”, ένα φιλμ φόρος τιμής στο Γαλλικό Νέο Κύμα και φυσικά στη σχέση των δυο μεγάλων πρωτεργατών του, τον Φρανσουά Τρυφώ και τον Ζαν-Λυκ Γκοντάρ, η οποία –όπως είναι γνωστό- διαλύθηκε, και μάλιστα με αμφίπλευρο μίσος, μετά τον Μάη του 1968. Ο Γκοντάρ όχι μόνο δεν έδωσε τη συγκατάθεση του για το ντοκιμαντέρ αυτό, αλλά και αρνήθηκε να το δει ακόμη και όταν πραγματοποιήθηκε η πρεμιέρα του σε ελβετικό φεστιβάλ, μόλις 5 χιλιόμετρα μακριά από το σπίτι του.

Για να μη μακρηγορήσω και επειδή το επίκεντρο αυτού του κειμένου είναι άλλο, οι ιστορίες για τον Γκοντάρ και με τον Γκοντάρ είναι άπειρες, και τουλάχιστον ατελείωτες. Ο γόνος μεγαλοαστικής οικογένειας, με ρίζες από τη Γαλλία και την Ελβετία, που δεν έγινε ποτέ εθνολόγος, βάσει των αρχικών του σπουδών, αλλά η πλέον ιδιόμορφη καλλιτεχνική προσωπικότητα στην ιστορία του κινηματογράφου, έχει να διδάξει πολλά τόσο μέσω της τέχνης του όσο και μέσω της στάσης του μες στη δημόσια σφαίρα. Τα παραδείγματα που προηγήθηκαν είναι ελάχιστα μεν χαρακτηριστικά δε ενός ανθρώπου που ζει μες στην τέχνη αλλά και… ζει από αυτήν. Τουλάχιστον όμως προσπάθησε να τη φέρει σε έναν ανοιχτό διάλογο με την κοινωνία και τα πάθη της, πολιτικά, ιστορικά, κοινωνιολογικά και εν γένει υπαρξιστικά, παρόλο που ο τρόπος του δεν είναι καθόλου λαϊκός (πόσω μάλλον λαϊκίστικος), αντιθέτως χαρακτηρίζεται από ένα διανοουμενίστικο αυτισμό, ο οποίος για μερικούς θεατές ή μελετητές του δεν είναι απαραίτητα και αρνητικός.

Ο Ζαν-Λυκ Γκοντάρ ζυμώθηκε στη δύσκολη μεταπολεμική δεκαετία του 1950. Σε εκείνα τα χρόνια, όντας φοιτητής και σκληρός αγωνιστής, μαθαίνει και παθιάζεται με το σινεμά, συμμετέχει στα φοιτητικά κινήματα και τους αγώνες που έφεραν μερικά χρόνια αργότερα τον περίφημο Μάη του ’68, και ζει στο πετσί του, τριγυρίζει και οσμίζεται το νεανικό παλμό βλέποντας το αίμα να βράζει και να επιζητά την αλλαγή.

Γι’ αυτό και οι ταινίες της πρώτης κινηματογραφικής δεκαετίας του (1959-69), που είναι οι πλέον δημοφιλείς και εμπορικές του διαχρονικά στο παγκόσμιο κινηματογραφικό στερέωμα, μπορεί να σπάνε την καθεστηκυία φόρμα, τον τρόπο κινηματογράφησης και δημιουργίας μιας ταινίας, όμως έφεραν ένα νέο κίνημα, μια αλλαγή που σάρωσε μεν τα πάντα στο διάβα της, έγινε δε μόδα σε λίγα μόλις χρόνια. Κι αυτή τη μόδα, ή τουλάχιστον την ένταξη των πρώτων κινηματογραφιστών της Nouvelle Vague σε αυτή, θέλησε να διαλύσει ή να αποτρέψει ο Γκοντάρ.

Σε πρόσφατη συνομιλία μας, ο πολυβραβευμένος Έλληνας σκηνοθέτης Νίκος Παναγιωτόπουλος, ο οποίος και γαλουχήθηκε κινηματογραφικά στο Παρίσι των ‘60s, μου είπε τα εξής: “Όταν ήρθε η Νουβέλ Βαγκ στη Γαλλία έφερε έναν καινούριο αέρα δροσιάς. Όμως έκανε και καλό και κακό. Γιατί υπέροχοι δημιουργοί της περιόδου δεν μπορούσαν να γυρίσουν ταινία, αφού δεν τους δίνανε λεφτά. Όπως για παράδειγμα συνέβη στον Μπεκέρ ή στον Ρενουάρ. Καθότι το νέο λατρεύεται ως κάτι τρομακτικά σπουδαίο. Έκανε πιο εύκολα ταινία ένας, τέταρτης διαλογής, σκηνοθέτης της Νουβέλ Βαγκ παρά οι δημιουργοί που σου προανέφερα. Όμως, με τον καιρό, ο Ρενουάρ αποδείχτηκε ότι είναι ο πατέρας του γαλλικού σινεμά.”

Ο Γκοντάρ και η Ομάδα Τζίγκα Βερτόφ θελήσανε στα τέλη της δεκαετίας του 1960 να κάνουν επαναστατικό κινηματογράφο. Ο Γαλλοελβετός δημιουργός ήρθε σε ρήξη με το Γαλλικό Νέο Κύμα και, κυρίως, με το έτερον του ήμισυ, τον Φρανσουά Τρυφώ. Και καταπώς φάνηκε ορθώς. Καθότι, είτε το θέλουμε είτε όχι, ο Τρυφώ, ένας ξεχωριστός κατά τα άλλα δημιουργός κατά τη γνώμη μου, έγινε συστημικός σκηνοθέτης και ηθοποιός υψηλού επιπέδου είναι η αλήθεια, ο οποίος αναμείχθηκε ακόμη και με τα του Χόλυγουντ. Αυτή την τροπή διέβλεψε ο Γκοντάρ και είτε επειδή είναι λοξός είτε παράξενος είτε κακός (κατά τον Εμανουέλ Λοράν) έσπασε κάθε δεσμό με τους παλιούς συνοδοιπόρους του.

Αυτή η επαναστατική περίοδος έληξε στα μέσα της δεκαετίας του 1970, αφού ο Γκοντάρ διέκρινε και το τέλος… της επαναστατικότητας αλλά και την αρχή της περιόδου ευημερίας για κάθε χώρα του δυτικού κόσμου, που πίστευε στον Σοσιαλισμό και όχι στην Βαρβαρότητα (χωρίς να πάμε και πολύ μακριά, θυμηθείτε το ελληνικό φαινόμενο). Η ώριμη περίοδος του, όπως ονομάστηκε, που ξεκινά από τη δεκαετία του 1980 και φτάνει μέχρι τις μέρες μας, είναι ουσιαστικά τα διάσπαρτα φιλμικά του δοκίμια.

Ο Γκοντάρ αποτραβήχτηκε στον γενέθλιο τόπο του, την Ελβετία, και ως άλλος συγγραφέας δοκιμίων πειραματίστηκε με την εικόνα, τα χρώματα, το κείμενο, και τους ηθοποιούς του. Από τότε, τριάντα χρόνια δηλαδή πίσω, βλέπουμε αυτά τα θραύσματα του στις οθόνες μας. Ανάμεσα σε αυτά είναι και η “Ελεγεία του Έρωτα”, μια γαλλοελβετική παραγωγή του 2001, 97 λεπτών, που διαγωνίστηκε στο Φεστιβάλ Καννών και κέρδισε βραβεία σε φεστιβάλ της Ισπανίας και του Ιράν.

Εν κατακλείδι: Ο Ζαν-Λυκ Γκοντάρ δεν είναι απλώς ένας συνηθισμένος μεν σπουδαίος δε σκηνοθέτης του κινηματογράφου. Μα ένας αμφισβητίας συνειδήσεων που χρησιμοποιεί την κινηματογραφική κάμερα για να μιλήσει στον κόσμο, με τον δικό του μοναδικό τρόπο. 

                                                                    η ελεγεία του έρωτα
                                              (ιστορίες αγάπης για τα ναυάγια του κόσμου)

Ο παραπάνω χαρακτηρισμός μου για τον Γκοντάρ ως συγγραφέα δοκιμίων δεν είναι τυχαίος. Άλλωστε, η “Ελεγεία του Έρωτα” ξεκινά με την εξής ερώτηση: Τι προτιμάς; Μια ταινία, ένα θεατρικό, ή ένα μυθιστόρημα; Ο Γκοντάρ γράφει στο σενάριο του και ταυτόχρονα βάζει στο στόμα της πρωταγωνίστριας του, το μυθιστόρημα. Ένα βιβλίο με λευκές σελίδες κατακερματισμένο στα τρία τμήματα του, την αρχή, το τέλος και το μετά το τέλος, καθώς και τα ονόματα που δεν θυμάται... Το πειραματικό αυτό φιλμικό δοκίμιο έχει μόλις ξεκινήσει.

Θυμάμαι βλέποντας πριν χρόνια την “Ελεγεία του Έρωτα” ότι τη θεώρησα ένα αυθεντικό γκονταρικό αριστούργημα που έρχεται από τα παλιά, από τα πρώτα κινηματογραφικά χρόνια του Γκοντάρ, εκείνες τις ημέρες των ‘60s όπου η διαλεκτική της επανάστασης επέφερε την επανάσταση της διαλεκτικής. Ο άνθρωπος μιλά, εξετάζει και εξετάζεται. Η μνήμη επανέρχεται για να αξιολογήσει τη σύγχρονη κάθε φορά πραγματικότητα. Οι διάπυρες αισθήσεις, τα παθιασμένα λόγια και η άλογη λογική ακούγονται ως πυροβολισμοί, για την ακρίβεια ως ομοβροντίες ατίθασων και ακανόνιστων πράξεων αγάπης και έρωτα, παντός είδους και επί παντός επιστητού.

Η ασπρόμαυρη “Ελεγεία του Έρωτα” όσο περνάει η ώρα όλο και χρωματίζεται. Οι άξονες του Γκοντάρ στην κλιμακούμενη πορεία της διαλεκτικής του έργου του είναι οι εξής: Έρωτας, Αγάπη, Μνήμη, Ιστορία, Πολιτική. Το μυθιστόρημα, η ζωγραφική, ο κινηματογράφος, οι τέχνες δηλαδή που αγαπά και στηρίζει ο Γκοντάρ διαπερνούν την ίδια τη ζωή, την διανθίζουν, την περιλούζουν με χρυσόσκονη αισθαντικότητας και την προκαλούν να συνομιλήσει σε μια κοινή βάση λογικής.

Αντιθέτως, μια λογική βάση δεν έχει η “Ελεγεία του Έρωτα”. Σαν άλλοτε, με την πλήρη αναρχία των εικόνων και φυσικά τη μέγιστη δύναμη του μοντάζ, ο Γκοντάρ βάζει το alter ego του, τον αφηγητή του κειμένου του δηλαδή, να προκαλέσει, να ρωτήσει, να αποφανθεί. Είναι το Χόλυγουντ σάπιο; Και γιατί εκμεταλλεύεται την Ιστορική Μνήμη; Έχουν οι κοινωνίες αποιδεολογικοποιηθεί; Και γιατί ο έρωτας περνά μόνο μέσα από τα τέσσερα κομμάτια του; Συνάντηση, Πάθος, Χωρισμός, Συμφιλίωση…

Ο Γαλλοελβετός δημιουργός παθιάζεται με το αντικείμενο της έρευνας του και αυτό φαίνεται. Στήνει την κάμερα του άλλοτε σαν δεινός δημοσιογράφος έτοιμος να “επιτεθεί” στο άτομο που έχει απέναντι του, τον συνεντευξιαζόμενο του αλλιώς, ώστε να του εκμαιεύσει το ίδιο του το πάθος, ή και να τον προκαλέσει ώστε ν’ ανασυγκροτηθεί μέσα από την προσωπική του αυτοκριτική. Σε άλλη στιγμή, στήνει την κάμερα του ως άλλος ζωγράφος, ο οποίος φτιάχνει ιμπρεσιονιστικά κάδρα είτε από την παρόρμηση της αισθητικής του είτε έχοντας ως φόντο τέτοια έργα σπουδαίων ζωγράφων.

Ο Γκοντάρ ως συγγραφέας, ο Γκοντάρ ως ζωγράφος, ο Γκοντάρ ως πολιτικός αναλυτής, ο Γκοντάρ ως κοινωνιολόγος, ο Γκοντάρ ως ιστορικός ερευνητής, ο Γκοντάρ ως πολιτικός στοχαστής, ο Γκοντάρ ως δεινός αρθρογράφος, ο Γκοντάρ ως επαναστάτης κινηματογραφιστής, ο Γκοντάρ ως στρατευμένος δημοσιογράφος, ο Γκοντάρ ως στοχευμένος δοκιμιογράφος.

Ο λόγος του πολυβραβευμένου και πολυσυζητημένου δημιουργού είναι πυκνός και εκτείνεται από την πολιτική και τη φιλοσοφία μέχρι τις ανθρώπινες σχέσεις, και δη τις ερωτικές. Το συναίσθημα είναι η πηγή της σχέσης. Ο έρωτας είναι ο καταλύτης της. Και η αγάπη είναι το επιστέγασμα της. Τα ενδιάμεσα στάδια της συμπαρασύρουν τον άνθρωπο σε ένα ατέρμονο παιχνίδι άλλοτε γλυκιάς ματαιοδοξίας άλλοτε χαζοχαρουμένης αν και μερικές φορές σκληρής βλακείας.

Αυτό, λοιπόν, είναι το κείμενο της “Ελεγείας του Έρωτα”. Μια περιεκτική καταγραφή του μέσα και του έξω της ανθρώπινης ψυχοσύνθεσης. Και μια προσεκτική αποτίμηση του καθημερινού κοσμικού περιστατικού, που συμβαίνει έτσι κι αλλιώς είτε συμμετέχουμε είτε όχι σε αυτό. Παρολαυτά, και αυτό είναι γνωστό, ο Γκοντάρ δεν περιορίζεται μόνο στο κείμενο. Αφενός παίζει με τα χρώματα, τη φωτογραφική αντίληψη, τη ζωγραφική σύνθεση, την αποτύπωση τους, την αντανάκλαση της ζωγραφικής κατά τον ίδιο στην οθόνη, τη μεγάλη και τη μικρή, του κάθε θεατή.

Αφετέρου παίζει με τους ήχους. Ένα λιμπρέτο ακούγεται στη διάρκεια της ιστορίας, αυτής της κατακερματισμένης σειράς Ιστοριών Αγάπης για τα Ναυάγια του Κόσμου. Η γκονταρική όπερα διαπνέει την ταινία. Και ο Γαλλοελβετός δημιουργός συνθέτει την απόλυτη Ιστορία της Τέχνης: Ένας πίνακας, ένα λιμπρέτο, ένα μυθιστόρημα, μια ταινία. Μια σύνθεση, ένα μωσαϊκό το οποίο δείχνει την απόλυτη τελειότητα στις κινήσεις, στους χειρισμούς των πραγμάτων που διαθέτει, που έχει στα χέρια του ο σκηνοθέτης. Η αξιοποίηση της πρώτης ύλης και το πώς αυτή εισχωρεί σε ένα τρίτο έργο. Ασυμβατότητα δεν υφίσταται. Ασυμβίβαστο δεν υπάρχει. Μόνο η θέληση είναι δυνατή και αυτή υπό την προϋπόθεση να ξέρεις να τη χειριστείς. Το αποτέλεσμα είναι μαγευτικό.

Φυσικά και η γνωστή αναρχία του Ζαν-Λυκ Γκοντάρ εμφανίζεται και στην “Ελεγεία του Έρωτα”, άλλωστε η ταινία αυτή είναι ένα ζωντανό αποτύπωμα της κινηματογραφικής τεχνικής του σημαντικού αυτού δημιουργού. Και ο τρόπος που αυτή αναδεικνύεται μέσα από την ταινία, την οριστική, την τελειωτική, την τελική προβολή της, δείχνει και την άποψη του ίδιου του Γκοντάρ περί κινηματογράφου: Τα πάντα ανακαλύπτονται ξανά και ξανά. Κάθε ταινία είναι και το ξεκίνημα του ίδιου του δημιουργού, η αρχή του. Δεν υπάρχει πεπατημένη, μα μια ολοένα και διεισδυτικότερη επαναπροσέγγιση της κινηματογραφικής τεχνικής, ένα ξαναπέρασμα από την αρχή σε κάθε φιλμ, σε κάθε ταινία, σε κάθε ιστορία.

Το είπαμε και στην αρχή αυτού του επιμέτρου: Ο Ζαν-Λυκ Γκοντάρ είναι ένα μικρό παιδί και ο κινηματογράφος είναι το παιχνίδι του. Για την ακρίβεια, είναι ένα περίεργο παιχνίδι που δεν τον κουράζει ποτέ, ένα παιχνίδι με το οποίο πάντοτε θέλει να παίζει, είτε χάνει είτε κερδίζει είτε τον βάζει το ίδιο να σκεφτεί ξανά και ξανά αν το παίζει καλά.

Και αυτή είναι η ουσία της δημιουργίας κατά Γκοντάρ: Η επαναπροσέγγιση της ίδιας της τέχνης από την αρχή, λες και είσαι πρωτάρης, ή αλλιώς πρωτοεμφανιζόμενος συγγραφέας, πειραματιστής ζωγράφος, πρωτόβγαλτος μουσικός ή πρωτοετής φοιτητής κινηματογράφου. Καθότι έτσι, με αυτό τον τρόπο, κοιτάζεις τον κόσμο ξανά μανά, μήπως και ανακαλύψεις αυτό που σου είχε διαφύγει πρωτύτερα.

Μια και για τους Άθλιους κατά Ουγκώ, ή για τα Ναυάγια αυτού του Κόσμου πάντοτε θα μιλά.

*Το κριτικό σημείωμα περιλαμβάνεται στην έκδοση "Jean-Luc Godard Η Ελεγεία του Έρωτα, μία φιλοσοφική ανάγνωση" του Ιορδάνη Κουμασίδη που κυκλοφορεί από τις Eκδόσεις Ζήτρος (Δεκέμβριος 2012).

30 Ιαν 2013

Pass2Day | Η μουσική περιπέτεια του δρόμου Β' Μέρος | #37

Pass2Day. O Διονύσης Κούτρας επιμελείται τη μουσική στήλη του vakxikon.blogspot.com. Kάθε Τετάρτη στο blog γράφει για μουσική. Και κάθε Κυριακή στο Vakxikon Radio, 8-10 το βράδυ, παίζει μουσική και μιλάει γι' αυτήν. 


Eπιμέλεια: Διονύσης Κούτρας 

Διασχίζοντας την Ερμού το Σάββατο, δίνουν ρυθμό και χρώμα στα γκρίζα πρόσωπα και τις μισοάδειες τους σακούλες. Στα στενά της Πλάκας ανάμεσα στα τραπέζια των ταβερνείων και των καφέ "ενοχλούν" με μεγάλες δόσεις ταλέντου τους βυθισμένους στις σκέψεις τους θαμώνες. Στο μετρό τα κουρασμένα απογεύματα στέκονται όρθιοι χωρίς να στηρίζονται πουθενά παρά μόνο στην τέχνη τους και στον ήχο που κάνουν τα λιγοστά ψιλά πέφτοντας στο τσίγκινο κυπελάκι. Τα πρωινά της Κυριακής στις γειτονιές στριμώχνουν τα "σ' αγαπώ γιατί είσαι ωραία, σ'αγαπώ γιατί είσαι εσύ" και τις νύχτες στα Εξάρχεια τα τραγούδια τους πηδούν πάνω από μεγάλες φωτιές κάνοντας μέσα τους ευχές μέχρι να κατακαθίσει η φλόγα. 

Ο γέρο Σάββας "πεθαίνω αρνούμενος το θάνατο κι ελευθερία φωνάζω", οι Romano dueto, o Maestro Gogu, σπουδαγμένοι οι περισσότεροι με διπλώματα ή από οικογένειες μουσικών που ταξιδεύουν παρέα με τους αυτοδίδακτους καημούς τους, τα φαγωμένα δάχτυλα και τα ταλαιπωρημένα τους πνευμόνια. Που η ζωή τους έριξε σε κάποιο πεζοδρόμιο ή μπροστά από μια αφιλόξενη πλατεία. Στο Εδιμβούργο ο Gorgy που χορταίνει το στιγμιαίο κοινό του ανάσες, ο Sergio στο Παρίσι που ντύνει στα μαύρα τις στιγμές, στο Άμστερνταμ ο Davide που κάνει τον χρόνο να μετρά αντίστροφα κι ο Manu στην Πράγα που αναδύει μια μελωδία άγουρη μπλε κι αν τον ρωτήσεις για ’κεινον θα σου μιλήσει για τους ήχους που κυνηγά στο κεφάλι του γι' αυτό ποτέ δεν κοιμάται. "Το χέρι μου νιώθει άδειο", θα σου πει "όταν δεν παίζω, όλο μου το αίμα μαζεύεται σε έναν άγριο χτύπο, λίγο να μείνω, λίγο να φύγω, με μουσκεύει αδιάκοπα η απόσταση,"μια μέρα θα ξυπνήσω άστρο όπως το ’λεγες. Δεν θα φοβάμαι πια τον κεραυνό". 

Κάθομαι πάντα απέναντι, στρίβω τσιγάρο και κάθε φορά νομίζω πως έχω βγάλει τα ρούχα μου και περπατώ σε ένα δάσος, ότι μπορώ να κοροιδέψω την απόγνωση, ή ότι θα σε ξεχάσω, θα βγω στο δρόμο ξυπόλητος, και όταν με βλέπουν τα πιτσιρίκια θα γελάνε. Πάντα ντρέπομαι να τους δώσω χρήματα κι ας τα έχουν οι περισσότεροι ανάγκη, πώς να πληρώσεις την ανεπιτήδευτη δεξιοτεχνία τους, τι να δώσεις σε τόσο συναίσθημα, πως να αγοράσεις προσωπικές νοσταλγίες; Κάποτε με τον βιολιστή ενός γκρουπ μοιράστηκα μισή σοκολάτα για να με ευχαριστήσει με νότες του Dvorak κι ένα χαμόγελο αξέχαστο που μου έμαθε πώς μυρίζει ο ήλιος. Zoltan, Michel, Kωνσταντίνος, Vladimir. 

Οι μουσικοί του δρόμου έχουν όνομα και έχουν και δέκα κούτες γεμάτες περηφάνειες, που τις μεταφέρουν από πόλη σε πόλη άλλοτε μόνοι, άλλοτε με παρέα ντυμένοι παράξενα, περιφερόμενα καλειδοσκόπια που αντί για καρδιά στο στήθος τους χτυπά ένα μεγάλο φωταγαγωγημένο παλκοσένικο και σε κοιτούν με βλέμματα που δεν χωρούν μέσα σου και σου σκίζουν τα πλευρά.

Πηγή:  xnoudi

29 Ιαν 2013

Αρσενική Πόρνη



Άφησε
Τ' αποτυπώματα της πάνω σου
Γαμιέσαι σαν το σκυλί
Λυσσασμένο
Και μετά;
Αρσενική πόρνη
Καυτό νερό στην ένοχη σάρκα
Τρίβεις
Τρίβεις να φύγουν οι μνήμες
Οι ενοχές
Η δυσωδία της αγάπης

28 Ιαν 2013

Είμαστε μια ωραία ατμόσφαιρα, είμαστε...


Του Νίκου Μπίνου 

Πόσο εύστοχο κρίνεται στις μέρες μας εκείνο το αμίμητο "δεν ξέρω αν το προσέξατε αλλά είμαστε μια ωραία ατμόσφαιρα είμαστε" του Ντίνου Ηλιόπουλου πριν απο μερικές δεκαετίες. Ήθελα να επιλέξω κάποιο θέμα απο την επικαιρότητα που θα μου προκαλούσε έστω και λίγο περισσότερο το ενδιαφέρον για να γράψω δυο λέξεις αλλά μάταια. Δεν ήξερα απο που να αρχίσω και που να τελειώσω! Απο τη μετρο-κρατία που είχαμε τις τελευταίες μέρες με την απίστευτη ταλαιπωρία του επιβατικού κοινού και τις συνεχιζόμενες απεργίες; Άσε που λίγο έλειψε να έχουμε κάποιο είδους "ριμέικ" και να θυμηθούμε μέρες της περιόδου 1992-93, όταν και ιδιωτικοποιήθηκαν τα λεωφορεία της πρωτεύουσας. Να στηρίζουμε (στα λόγια μόνο) τη δημοκρατία και να ακούμε δηλώσεις προέδρου σωματείου του μετρό (βλ. Αντώνης Σταματόπουλος) μετά την επιστράτευση: "Φέρτε και τα τάνκς! Ελάτε να πάρετε νεκρους"! Τι ωραίες δημοκρατικές κουβέντες είναι αυτές. 

Αμ, ο άλλος ο μέγας κωλοτούμπας, ο cool Αλέξης δεν έχει καλά καλά χρονίσει για πρώτη φορά στην ιστορία του κόμμα της αριστεράς ως αξιωματική αντιπολίτευση και τσουπ! μια επίσκεψη στας ΗΠΑ'ς και άλλαξε άρδην η πολιτική θα σκίσω το "καλσόν", σόρρυ το μνημόνιο μόλις γίνουμε κυβέρνηση, ούτε μετατροπή της Ελλάδας σε Βόρεια Κορέα. Αυτά συμβαίνουν όταν αρχίζουν και πέφτουν τα ποσοστά. Στρίβειν δια του αρραβώνος... δηλαδή κύριοι! 

 Χαράς ευαγγέλια και για τη Χρυσή Αυγή. Σε δυο μέρες και συγκεκριμένα στις 30 Ιανουαρίου συμπληρώνονται 80 χρόνια απο την τότε άνοδο του Χίτλερ στην εξουσία. Για τον άνθρωπο που η εκλογή του ήταν η αφετηρία μυρίων κακών, με πρώτο την κατάλυση της γερμανικής δημοκρατίας και ύστερα τον πολυαίμακτο Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Τι και αν ο τότε φοιτητής της Νομικής και μετέπειτα σπουδαίος ιστορικός Σεμπάστιαν Χάφνερ έλεγε περιφρονητικά: "αδύνατο να γίνει καγκελάριος ένας τύπος που έχει το χτένισμα ενός νταβατζή, τη ματια ενός παλαβού και τη φωνή ενός λυκόσκυλου". Και φυσικά όχι μόνο ανέβηκε στην εξουσία αλλά πραγματικά, δυστυχώς και είναι κάτι που με θλίβει, έχει ακόμα υπεράριθμους υποστηρικτές. 

Και φυσικά μη ξεχάσουμε το The Mall. Και όπως πολύ εύστοχα διάβασα κάπου ως ανέκδοτο, έτσι για να κλείσουμε κάπως πιο ανάλαφρα: "Αγοράζεις ακόμα χύτρες απο το cook shop, ρωτάει κάποιος. Όχι, πλεόν απο το Τhe Mall, του απαντά". 

Καλή εβδομάδα!

27 Ιαν 2013

Νικήστε τον ρατσισμό!


Του Νέστορα Πουλάκου 

Αυτό βροντοφώναζε σε όλη τη διάρκεια της θητείας του ο Αβραάμ Λίνκολν, εκείνος ο φωτισμένος Αμερικανός Πρόεδρος ο οποίος παρά τις σκοτεινές πτυχές και αποφάσεις που πήρε στη διάρκεια της πολιτικής καριέρας του (π.χ. στον αμερικανικό εμφύλιο) κατάφερε να καταργήσει τη δουλεία δια νόμου και να τροποποιήσει σχετικώς το Σύνταγμα, δίνοντας μεγάλο και σκληρό αγώνα για να πετύχει. Βέβαια το ότι δεν άλλαξε και πολύ την κοινωνική συνείδηση περί δουλείας και αντιμετώπισης των μαύρων στην Αμερική είναι ένα άλλο θέμα. Καδράροντας στη συγκεκριμένη περίοδο, στο 1850, ο Στίβεν Σπίλμπεργκ κινηματογραφεί τον αγώνα του Λίνκολν κατά της δουλείας και του ρατσισμού στην Αμερική του 19ου αιώνα. Σχεδόν τρεις ώρες κρατά το πολιτικό έπος «Λίνκολν» του διακεκριμένου και βραβευμένου με Όσκαρ σκηνοθέτη, που παρά τις όποιες σεναριακές φλυαρίες του καταφέρνει να σας κρατήσει το ενδιαφέρον και να σας εντείνει την αγωνία ακόμη και αν όλοι γνωρίζουμε την τελική έκβαση αυτού του αγώνα. Μια καταπληκτική ερμηνεία δίνει για μια ακόμη φορά ο Ντάνιελ Ντέι Λιούις ο οποίος έχει ήδη κερδίσει τη Χρυσή Σφαίρα Ανδρικής Ερμηνείας και αποτελεί το φαβορί για το αντίστοιχο Όσκαρ. Η ταινία που έκοψε εκατομμύρια εισιτήρια στις ΗΠΑ και αγαπήθηκε από τον Πρόεδρο Ομπάμα διεκδικεί ακόμη 11 Όσκαρ, μεταξύ των οποίων της καλύτερης ταινίας, σκηνοθεσίας, διασκευασμένου σεναρίου και β’ ανδρικού ρόλου για την έξοχη ερμηνεία του Τόμι Λι Τζόουνς. Αναβολή στην αναβολή, βγαίνει τελικά στις αίθουσας η χιλιοταλαιπωρημένη αστυνομική περιπέτεια του Ρούμπεν Φλέισερ «Οι Διώκτες του Εγκλήματος», που περισσότερο ντόρο έχει κάνει με το παρασκήνιο της παρά με την ουσία της. Η ιστορία σας μεταφέρει στο Λος Άντζελες του 1949, όπου μια έμπειρη ομάδα ντετέκτιβ αγωνίζεται να εξιχνιάσει τον αδίστακτο μαφιόζο Μίκι Κοέν. Ακατέργαστη, άνευ λόγου ωμή βία, ένα διαρκές μπουμπουνητό πιστολιού και ξυλοδαρμών σε μια ιστορία που κατά τόπους γίνεται και αφελής και κωμική (ενώ δεν το επιδιώκει, είναι η αλήθεια), είναι τελικά αυτή η ταινία που ανασκευάστηκε εν μέρει το καλοκαίρι του 2012 εξαιτίας μιας σκηνής μαζικής δολοφονίας που λάμβανε χώρα σε ένα σινεμά. Τα πραγματικά γεγονότα πρόλαβαν την ταινία με το φονικό σε κινηματογράφο του Ντένβερ, στην προβολή της νέας παραγωγής του Μπάτμαν. Το λαμπερό καστ που αποτελείται από τους Σον Πεν, Νικ Νόλτε, Ράιαν Γκόσλινγκ, Τζος Μπρολίν, Έμα Στόουν κ.ά. προσπαθεί αλλά δεν σώζει τη γενική εικόνα της ταινίας. Παίζονται ακόμη: η προβλέψιμη και ανιαρή κομεντί «Παίζοντας με την αγάπη», που επίσης διαθέτει ένα δυνατό καστ με τους Ούμα Θέρμαν, Κάθριν Ζέτα-Τζόουνς, Τζέραρντ Μπάτλερ, Τζέσικα Μπιελ και Ντένις Κουέιντ, και σε επανέκδοση η ρωσική εκδοχή του «Βασιλιά Ληρ» του Σαίξπηρ (παραγωγής 1971) και η γερμανική αντι-πολεμική ταινία «Στο Δυτικό Μέτωπο» του Γ.Β. Παμπστ (παραγωγής 1930). 

Ένας χρόνος χωρίς τον Τεό 

Την Πέμπτη που μας πέρασε συμπληρώθηκε ένας χρόνος από τον ξαφνικό θάνατο του Θόδωρου Αγγελόπουλου, στα 77 του, στον περιφερειακό δρόμο της Δραπετσώνας ενόσω γύριζε την τελευταία ταινία του «Η Άλλη Θάλασσα». Η απώλεια του σημαντικότερου και πλέον διακεκριμένου Έλληνα σκηνοθέτη που κατάφερε την εξωστρέφεια του ελληνικού κινηματογράφου κερδίζοντας αναρίθμητα βραβεία στα σημαντικότερα ξένα φεστιβάλ, ήταν μεγάλη και ολόκληρο το 2012 πραγματοποιήθηκαν εκδηλώσεις, διοργανώσεις, αφιερώματα και φεστιβάλ στη μνήμη του αλλά και βραβεία, μουσεία, αίθουσες, θεσμοί πήραν το όνομα του. Φέτος, στην επέτειο μνήμης του, η οικογένεια του αποφάσισε να προβάλλει όλες τις ταινίες του σε Αθήνα (Τιτάνια, Πτι Παλαί, Ατλαντίς, Σινέ Παράδεισος, Μικρόκοσμος, Gazarte, Νανά, Γαλλικό Ινστιτούτο), Θεσσαλονίκη (Ster Cinemas) και Λάρισα (Χατζηγιάννειο Πνευματικό Κέντρο), ενώ η Κινηματογραφική Λέσχη Κομμούνα προβάλλει κάθε Πέμπτη μέχρι τα τέλη Ιανουαρίου ταινίες του στο χώρο της, στο Γκάζι (Ανδρονίκου 18). Ας ξαναθυμηθούμε οι σινεφίλ τις ταινίες του, που κέρδισε την εκτίμηση και το σεβασμό της παγκόσμιας κοινότητας, και ας γνωρίσουν οι νεότεροι ένα κινηματογραφικό έργο που μίλησε ευθαρσώς και έξω από τα δόντια για την Ελληνική Ιστορία και τις περιόδους που την κλόνισαν. 

*Η στήλη Στοπ Καρέ δημοσιεύτηκε στην εβδομαδιαία πολιτική εφημερίδα Το Χωνί (φύλλο 44, 27-1-13).

Οι κριτικές ταινιών της εβδομάδας (24-1-13) στο SevenArt.gr 

Λίνκολν (6/10) 

Δεν θα μπορούσε παρά να κάνει ένα πολιτικό έπος ο Σπίλμπεργκ, αναμενόμενο ήταν άλλωστε από την στιγμή που αποφάσισε να καταπιαστεί με τον «φωτισμένο» Πρόεδρο των ΗΠΑ Λίνκολν, τον αγώνα του για την κατάργηση της δουλείας και εντέλει την δολοφονία του. Παραδόξως, ο Σπίλμπεργκ δεν γεμίζει τις οθόνες μας με τόσες πατριωτικές κορώνες όσες θα περιμέναμε. Όχι βέβαια ότι δεν λείπουν… Σχεδόν τρεις ώρες κρατάει αυτός ο αγώνας για την κατάργηση της επαχθούς δουλείας, και ακόμη και που ξέρετε το αποτέλεσμα το ενδιαφέρον σας παραμένει αμείωτο και η ένταση των στιγμών κυριολεκτικά σας γεμίζουν και σας κατακλύζουν. Ο μετρ Σπίλμπεργκ φτιάχνει μια βιογραφία που κινείται με ένταση και στα όρια. Υπάρχει βέβαια και το αρνητικό στην ιστορία. Δεν είναι άλλο από τη σεναριακή φλυαρία, τις ατελείωτες ιστορίες και τις επεξηγήσεις επί των επεξηγήσεων, τις επαναλαμβανόμενες στιγμές και τα αναμασήματα των ίδιων και των ίδιων λεχθέντων. Σίγουρα δεν πρόκειται για την καλύτερη διασκευή. Ας είναι καλά η σκηνοθετική μπαγκέτα του Σπίλμπεργκ και το ερμηνευτικό εκτόπισμα του Ντάνιελ Ντέι Λιούις. Αν και επική και εντυπωσιακή ταινία (την αγάπησε και ο Πρόεδρος Ομπάμα, βλέπετε…), το «Λίνκολν» δεν είναι τίποτε περισσότερο από το καλύτερο μπλοκμπάστερ της χρονιάς. Όπως συμβαίνει άλλωστε σε κάθε κινηματογραφική σεζόν πια. 

Οι Διώκτες του Εγκλήματος (4/10) 

Πολύ κακό για το τίποτα, τελικά. Μια και η ταινία αυτή έχει κάνει περισσότερο ντόρο παρασκηνιακά από ότι αξίζει στην ουσία της. Είτε πρόκειται για την περιβόητη σκηνή μαζικής δολοφονίας σε κινηματογράφο που κόπηκε ελέω Ντένβερ. Είτε πρόκειται για το πολυάστερο καστ της, και τη συνύπαρξη Σον Πεν και Ράιαν Γκόσλινγκ. Εν τη ουσία της, πρόκειται για μια ιστορία ακατέργαστης, ωμής βίας, ένα διαρκές μπουμπουνητό με πιστολίδια και ξυλοδαρμούς, που παρά την όποια αξία εποχής της δεν διαφέρει σε τίποτε από τα κοινά βίαια μπλοκμπάστερ με τον Τζέισον Στέιθαμ. Μια ομάδα αστυνομικών αγωνίζεται για να εξαρθρώσει τον αδίστακτο μαφιόζο Μίκι Κοέν και τη σπείρα του, σε μια ιστορία που έχουμε δει και ξαναδεί τόσες φορές, ώστε έχουμε εμπεδώσει ότι στην Αμερική του 20ου αιώνα το αιματοκύλισμα στα αστικά κέντρα δεν είχε τέλος. Αυτές που σώζουν την ταινία είναι οι ερμηνείες και τίποτε άλλο. 

Παίζοντας με την Αγάπη (2/10)

Όταν συνήθως γράφω ότι κάτι το έχουμε ξαναδεί τόσες φορές ώστε, νισάφι πια, το εμπεδώσαμε, δεν υπολογίζω την… επόμενη φορά. Π.χ. η ταινία «Παίζοντας με την Αγάπη» διαφέρει σε κάτι από τις all time classic κομεντί με τον απόλυτο λούζερ που κάνει τα πάντα για να ξανακερδίσει την οικογένεια του: τον εντελώς ατάλαντο Ιταλό σκηνοθέτη Γκαμπριέλε Μουτσίνο. Συνήθως είναι Αμερικανοί! Κατά τα λοιπά, μπορείτε και να θαμπωθείτε από τις γοητευτικές Κάθριν Ζέτα-Τζόουνς και Ούμα Θέρμαν (οι άντρες), όμως τόσο ο χαρακτήρας που υποδύεται ο Τζέραρντ Μπάτλερ όσο και η ιστορία αυτή καθαυτή είναι τόσο ανιαρά και τετριμμένα πράγματα ώστε εύχεσαι αυτός ο πρώην ποδοσφαιριστής να είχε λίγο περισσότερο μυαλό και να μην έκανε τόσες μαλακίες στη ζωή του ώστε να διέλυε το σπίτι του (και έτσι δεν θα γινόταν αυτή η ταινία).

26 Ιαν 2013

Προσοχή! Έρχεται ο Λίαμ Νίσον...


 Του Νέστορα Πουλάκου 

Φέτος συμπλήρωσε τα 60 χρόνια του και συνεχίζει ακάθεκτος. Ήδη συμμετέχει στα γυρίσματα τριών ταινιών (μεταξύ των οποίων και στην καινούρια παραγωγή του Πολ Χάγκις), ενώ μόνο το 2012 έχει εμφανιστεί σε πέντε ταινίες: "Ο Σκοτεινός Ιππότης: Η Επιστροφή", "Ναυμαχία", "The Grey", "Η Οργή των Τιτάνων" και στην "Αρπαγή 2", που βγήκε από χθες στις ελληνικές αίθουσες. Ο λόγος για τον Ιρλανδό Λίαμ Νίσον, τον ηθοποιό που κατέκτησε γρήγορα το Χόλιγουντ και του έχει γίνει πλέον απαραίτητος. Με μια οσκαρική υποψηφιότητα για τη συγκλονιστική ερμηνεία του στη "Λίστα του Σίντλερ" του Στίβεν Σπίλμπεργκ, ο Νίσον έχει συμπληρώσει κιόλας 33 χρόνια καριέρας και περισσότερες από 70 εμφανίσεις στον κινηματογράφο. Από χθες, τον βλέπουμε για δεύτερη φορά στο ρόλο του σκληροπυρηνικού πατέρα (και συζύγου) Μπράιαν Μάιλς στη γαλλο-αμερικανική ταινία "Η Αρπαγή 2", σεναρίου και εμπνεύσεως Λυκ Μπέσον. Έτσι και θυμάσαι, η πρώτη ταινία του 2008 τον είχε χρίσει ως τον υπερασπιστή-οικογενειάρχη του σύγχρονου σινεμά. Το SevenArt ετοίμασε ένα ιδιότυπο photostory με 10 χαρακτηριστικούς ρόλους που τον έχουν σημαδέψει διαχρονικά. 

Διαβάστε το αφιέρωμα εδώ

*Το αφιέρωμα δημοσιεύτηκε στο κινηματογραφικό πόρταλ www.sevenart.gr (12-10-12).

Αστερίξ + Οβελίξ = Γέλιο


Του Νέστορα Πουλάκου 

Ο Ρενέ Γκοσινύ ευθύνεται για τον Λούκυ Λουκ, ο ίδιος σχεδίασε όμως και τους απίθανους χαρακτήρες του Αστερίξ και του Οβελίξ. Με άλλα λόγια ο Παριζιάνος σχεδιαστής κόμικ έκανε τα θαύματα του, τα οποία φυσικά εκμεταλλεύεται μέχρι και σήμερα ο κινηματογράφος. Μπορεί το 1977, σε ηλικία μόλις 51 ετών, να "έφυγε" από τη ζωή ο Γκοσινύ, όμως οι ήρωες του παραμένουν ζωντανοί, δυναμικοί και αναλλοίωτοι. Απόδειξη είναι η 12η κινηματογραφική αποτύπωση των περιπετειών του Αστερίξ και του Οβελίξ, των τρομερών Γαλατών από το χωριό που αντιστέκεται στους Ρωμαίους του Καίσαρα με σθένος. Ας όψεται το μαγικό φίλτρο! Μια και ο ένας, ο Οβελίξ, έπεσε μέσα στο καζάνι όταν ήταν μικρός για να αποκτήσει μόνιμες υπερφυσικές δυνάμεις. Ο δε άλλος, ο Αστερίξ, πίνει που και που από το παγούρι του για να κατατροπώνει μερικούς ακόμη Ρωμαίους. Στη νέα ταινία, που βγαίνει στις ελληνικές αίθουσες από την Πέμπτη 18 Οκτωβρίου, θα δεις τους δυο "σούπερ ήρωες" να ταξιδεύουν στη Βρετανία ώστε να μεταλαμπαδεύσουν την τεχνογνωσία της κατατρόπωσης Ρωμαίων στους συμπαθείς Βρετανούς της βασίλισσας... Κατρίν Ντενέβ (ναι, πάλι, μετά την ταινία του Σμαραγδή, ως Αυτοκράτειρα Αικατερίνη της Ρωσίας). Παρακάτω, το SevenArt σου έχει ετοιμάσει ένα ιδιότυπο photostory ώστε να φρεσκάρεις τη μνήμη σου πριν δεις τη νέα ξεκαρδιστική περιπέτεια στη Βρετανία! 

Διαβάστε το αφιέρωμα εδώ

*Το αφιέρωμα δημοσιεύτηκε στο κινηματογραφικό πόρταλ www.sevenart.gr (16-10-12).

25 Ιαν 2013

Αναζητώντας τον Ντίνο Κατσουρίδη


Του Νέστορα Πουλάκου 

Στις 28 Νοεμβρίου του 2011, πριν περίπου ενάμιση χρόνο δηλαδή, έφυγε από κοντά μας ένας από τους σημαντικότερους Κινηματογραφανθρώπους του ελληνικού σινεμά, ο “φωτογράφος” Ντίνος Κατσουρίδης, στα 84 του. Ο περιβόητος κύριος “Κ”, ο Κωνσταντίνος Κατσουρίδης δηλαδή που αγάπησε τον Κινηματογράφο τόσο ώστε να λέει συνεχώς, στη διάρκεια της πλούσιας σε εμπειρίες και συναισθήματα ζωής του, ότι η “μισή μου ζωή είναι κινηματογράφος και η άλλη μισή έρωτας”, μπορεί να μην τιμήθηκε μετά θάνατον όσο θα του άξιζε (πόσο “μικρή” είναι τελικά η κοινότητα μας;), άφησε πίσω του όμως παρακαταθήκη. 

Μιλώ για την αυτοβιογραφία του που πρόφτασε να ολοκληρώσει λίγο καιρό πριν πεθάνει. Ο τίτλος της είναι “Αναζητώντας τον 'Κ'” και πρωτοπαρουσιάστηκε στην τιμητική εκδήλωση που πραγματοποιήθηκε στη μνήμη του ένα μήνα πίσω, στην Ταινιοθήκη της Ελλάδας. Εκεί, που τον τίμησαν αγαπημένοι φίλοι και συνάδελφοι του και που προβλήθηκε το ντοκιμαντέρ της γυναίκας του Ισαβέλλας Μαυράκη “Ντίνος Κατσουρίδης, μια ζωή σαν σινεμά”. To βιβλίο του κυκλοφορεί εδώ και μερικές μέρες από τις Εκδόσεις Γαβριηλίδης. 

 Η αυτοβιογραφία, τύπου αφήγημα, του Ντίνου Κατσουρίδη είναι απολαυστική στις περίπου 400 σελίδες της. Με το γνωστό του απαράμιλλο στυλ, και χωρίς ίχνος επιτήδευσης ή λογοτεχνικής ποιητικότητας, ο Κατσουρίδης μιλάει για τον εαυτό του σε τρίτο πρόσωπο (και όχι με “εγώ” όπως ξεκαθαρίζει στον πρόλογο του) και αφηγείται τη ζωή του από τα παιδικά χρόνια του στην Κύπρο μέχρι το τελευταίο καλοκαίρι του στην αγαπημένη Σχοινούσα και την Αθήνα. Μάλιστα, η γραφή του είναι τόσο τραχιά και ανέγγιχτη φιλολογικά, καθόλου εξωραϊσμένη και τεχνηέντως επιμελημένη, ώστε προσελκύει το ενδιαφέρον και τραβάει την προσοχή του αναγνώστη. 

Στο βιβλίο μπορεί κανείς να μάθει τα πάντα για τον Κατσουρίδη. Ειδικώς οι ενότητες που αναφέρονται στο μετεμφυλιακό ελληνικό κινηματογράφο και στην εποχή του Φίνου και του Ζερβού, των λαϊκών και εμπορικών ταινιών, σας μεταφέρουν νοερά σε εκείνα τα χρόνια της υπό ανέγερσης Ελλάδας. Ο κύριος “Κ” αφηγείται την ιστορία της ζωής του σε δυο επίπεδα: όσον αφορά την κινηματογραφική ζωή του και όσον αφορά τους έρωτες, τις γυναίκες, τις φιλίες και τα παιδιά του. 

Με το βιβλίο τούτο ο Κατσουρίδης λέει και την δική του αλήθεια για πολλά και σημαντικά γεγονότα της κινηματογραφικής πιάτσας. Από το πώς έφυγε από τον Φίνο, πως γνώρισε τον Ντίνο Δημόπουλο και το πώς γύρισε το “Έγκλημα στα Παρασκήνια” μέχρι τη δημιουργία των ταινιών ειδικώς στα χρόνια του κρατικοδίαιτου κινηματογράφου (1980-1990), τη σχέση του και τα χρόνια του με τον Θανάση Βέγγο και τις αξεπέραστες ταινίες τους, αλλά και τις κόντρες του με τον Νίκο Καλογερόπουλο (για την ταινία “Όνειρο αριστερής νύχτας”), Νίκο Ζερβό (για τις “Γυναίκες Δηλητήριο”) κ.ά. 

Μεγάλη εντύπωση προκαλούν τα σχόλια του. Στην αυτοβιογραφία του ο Κατσουρίδης διαθέτει έντονη κριτική διάθεση για πρόσωπα και πράγματα. Από την “κοντόθωρη ματιά” του Φίνου (λέει και άλλα πολλά “διαμάντια” για τον διάσημο παραγωγό) στην “αλαζονεία” του Ντίνου Δημόπουλου, τους “γλυκύτατους” Γρηγορίου και Λάσκο, τα “επικοινωνιακά τερτίπια” της Αλίκης Βουγιουκλάκη, τα “αλλοπρόσαλλα και εξωπραγματικά σενάρια” του Φώσκολου, τα “πάθη” του Θανάση Βέγγου, αλλά και τον “αγαπημένο φίλο” Βαφέα, τον “σκηνοθέτη-μάστορα” Νικολαΐδη, τον “χαώδη” τρόπο αφήγησης του Καραμαγγιώλη και την “δύναμη” που κρύβει μέσα του ο Οικονομίδης, και άλλα πολλά. 

Ο Κατσουρίδης αν και ενεργότατος συνδικαλιστής για δεκαετίες, στις ενώσεις των σκηνοθετών, των παραγωγών και των τεχνικών του κινηματογράφου, δεν αναλώνεται εκτενώς στα γεγονότα της εποχής, τις συγκρούσεις, τις επιστολές και τις παραιτήσεις, τους τσακωμούς και τις προστριβές, και καλά κάνει καθότι δεν ενδιαφέρουν τόσο τους αναγνώστες του. Βέβαια, επεξηγηματικά κείμενα για διάφορα ζητήματα που απασχόλησαν την κινηματογραφική επικαιρότητα κατά καιρούς υπάρχουν. 

Ο σκηνοθέτης των ταινιών “Τι έκανες στον πόλεμο Θανάση;”, “Έγκλημα στα Παρασκήνια”, “Θανάση πάρε τ’ όπλο σου”, “Της Κακομοίρας”, “Ο κύριος Πτέραρχος” κ.ά., εξακολουθεί να εμπνέει με το έργο του και τη δύναμη της ακούραστης κινηματογραφικής θέλησης του, αποτελώντας συνάμα ένα αυθεντικό παράδειγμα κινηματογραφιστή για τους νεότερους συναδέλφους του. 

*Η βιβλιοπαρουσίαση δημοσιεύτηκε στο κινηματογραφικό πόρταλ www.sevenart.gr (22-1-13).

Πρόγευμα με την Όντρεϊ


Του Νέστορα Πουλάκου 

Σαν χθες, στις 20 Ιανουαρίου του 1993 μια από τις ωραιότερες γυναίκες του παγκόσμιου κινηματογράφου στον 20ο αιώνα, η Όντρει Χέμπορν "έφυγε" από αυτό τον κόσμο σε ηλικία 63 ετών, όντας στην Ελβετία. Τότε ήταν που ο αγαπημένος φίλος της Γκρέγκορι Πεκ απήγγειλε στη μνήμη της, το αγαπημένο ποίημα της "Αιώνια Αγάπη". Γεννημένη στις Βρυξέλλες, η Χέμπορν έζησε στο Λονδίνο και στο Άρνεμ της Ολλανδίας πριν γίνει μοντέλο και γυρίσει όλο τον κόσμο. Επομένος σταθμός της ήταν το Χόλιγουντ, όπου στις αρχές της δεκαετίας του 1950 έγινε σταρ του σινεμά στα χέρια του Γουίλιαμ Γουάιλερ. Προηγουμένως είχε εμφανιστεί σε βρετανικές και γαλλικές παραγωγές, στην Ευρώπη. Έκανε επιλεγμένες εμφανίσεις γι' αυτό και δεν μετράμε περισσότερες από 25 κινηματογραφικές συμμετοχές, με την πρώτη αξιοσημείωτη επιτυχία της τις "Διακοπές στη Ρώμη", ενώ η τελευταία κινηματογραφική εμφάνιση της ήταν στην ταινία "Πάντα" του Στίβεν Σπίλμπεργκ, το 1989. Η Όντρει Χέμπορν αγαπήθηκε και από τα... βραβεία, κερδίζοντας Όσκαρ για τις "Διακοπές στη Ρώμη", ένα τιμητικό το 1993, ενώ προτάθηκε ακόμη τέσσερις φορές. Η Βρετανική Ακαδημία Κινηματογράφου (ΒΑFTA), η αντίστοιχη Ιταλική (David di Donatello) και οι Ανταποκριτές Ξένου Τύπου στο Χόλιγουντ (Χρυσές Σφαίρες) την τίμησαν εξίσου και δεόντως. Διαβάζοντας και ξαναδιαβάζοντας το κείμενο που είχε γράφει για την ωραία Όντρει η Ανίσσα Χασίμ, το SevenArt έχει ετοιμάσει ένα ιδιότυπο photostory με τις καλύτερες στιγμές της, στη μνήμη της. 

Διαβάστε το αφιέρωμα εδώ

*Το αφιέρωμα δημοσιεύτηκε στο κινηματογραφικό πόρταλ www.sevenart.gr (21-1-13).

24 Ιαν 2013

Μια αιωνιότητα με τον Τεό


Του Νέστορα Πουλάκου 

Την Πέμπτη 24 Ιανουαρίου 2013 συμπληρώνεται ένας χρόνος χωρίς τον Θόδωρο Αγγελόπουλο, τον σημαντικότερο Έλληνα σκηνοθέτη με τα περισσότερα βραβεία και τις αναρίθμητες διακρίσεις σε Ελλάδα και εξωτερικό. Ότι κι αν του καταλόγιζε κανείς εκείνες τις πέντε δεκαετίες συνεχούς δημιουργίας του, είτε διαφωνούσε αισθητικά είτε μορφολογικά είτε και θεματικά με το έργο του, έφτανε πάντοτε στο σημείο να αναγνωρίζει ότι ο Θόδωρος Αγγελόπουλος ήταν ο καλλιτέχνης εκείνος που κατάφερε στον απόλυτο βαθμό την εξωστρέφεια του ελληνικού κινηματογράφου, τοποθετώντας τον δίπλα δίπλα με τις πιο ολοκληρωμένες σινεφίλ ευρωπαϊκές κινηματογραφίες. 

Ένα χρόνο πριν, στη διάρκεια των γυρισμάτων της νέας ταινίας του «Η Άλλη Θάλασσα», μια ευρωπαϊκή συμπαραγωγή με βασικό πρωταγωνιστή τον Ιταλό ηθοποιό Τόνι Σερβίλο, έχασε τη ζωή του από διερχόμενο μοτοσικλετιστή στην περιοχή της Δραπετσώνας. Ήταν 77 ετών και είχε ζήσει μια πλούσια ζωή, με δημιουργικότητα και αναγνώριση, χωρίς να πάψει όμως να σκηνοθετεί ή να εγκαταλείψει αυτό που αγάπησε περισσότερο απ’ όλα: τον κινηματογράφο. Το 2012 ήταν το έτος Αγγελόπουλου, μια και διοργανώθηκαν τόσο στην Ελλάδα όσο και σε ολόκληρο τον κόσμο, αφιερώματα, φεστιβάλ, συναυλίες και εκθέσεις, ειδικές εκδόσεις, βραβεία, ενώ μουσεία, θεσμοί και κτίρια πήραν το όνομα του. Στη μνήμη του. 

Μπορεί το κινηματογραφικό έργο των τελευταίων χρόνων του (π.χ. «Η Σκόνη του Χρόνου») να αμφισβητήθηκε και να δέχτηκε δριμεία κριτική, όμως ο Θόδωρος Αγγελόπουλος λείπει από το σύγχρονο γκρίζο τοπίο του ελληνικού κινηματογράφου. Άλλωστε, οι σημερινοί νέοι Έλληνες σκηνοθέτες που επιχειρούν μια άλλου ύφους εξωστρέφεια της ντόπιας ταινίας, και με μεγάλη επιτυχία είναι η αλήθεια, θα ήθελαν στο πλευρό τους, ως σύμβουλο, μέντορα και καθοδηγητή τους τον Αγγελόπουλο, που σίγουρα ήταν το πρότυπο τους στα χρόνια της κινηματογραφικής παιδείας τους. Η αλήθεια είναι ότι ο απρόσμενος θάνατος του Αγγελόπουλου σηματοδοτεί την αντίστροφη μέτρηση του τέλους εποχής των δημιουργών του Νέου Ελληνικού Κινηματογράφου. 

Γεννημένος στην Αθήνα το 1935, με νομικές, φιλολογικές και κινηματογραφικές σπουδές στην Αθήνα και το Παρίσι, ξεκίνησε ως κριτικός κινηματογράφου στην εφημερίδα Δημοκρατική Αλλαγή και αργότερα στο περιοδικό Σύγχρονος Κινηματογράφος. Κι ενώ εργαζόταν ως κριτικός, το 1965 στράφηκε στη σκηνοθεσία αφήνοντας μισοτελειωμένο ένα ντοκιμαντέρ για τους Φόρμινξ του Βαγγέλη Παπαθανασίου. Το 1968 προβάλλεται με επιτυχία η πρώτη μικρού μήκους ταινία του «Η Εκπομπή». Το 1971 ολοκληρώνεται η μεγάλου μήκους ταινία του «Αναπαράσταση», που με αφορμή ένα φόνο σε χωριό των Ιωαννίνων αποτυπώνει γλαφυρά την κατάσταση και τη νοοτροπία στην ελληνική επαρχία τα χρόνια της Χούντας. Σάρωσε τα βραβεία στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης και έλαβε Ειδική Μνεία από τη Διεθνή Ένωση Κριτικών Κινηματογράφου (FIPRESCI) στο Φεστιβάλ Βερολίνου. 

Μέχρι το 2008 και τη «Σκόνη του Χρόνου» γύρισε ακόμη 12 ταινίες κερδίζοντας σημαντικές διακρίσεις, τα μεγάλα βραβεία στο Φεστιβάλ Καννών (Χρυσός Φοίνικας, Μεγάλο Βραβείο της Επιτροπής, Σεναρίου), στο Φεστιβάλ Βενετίας (Χρυσό και Αργυρό Λιοντάρι) και στο Φεστιβάλ Βερολίνου. «Αγαπημένος» σκηνοθέτης των κριτικών, βραβεύτηκε πολλάκις τόσο από την Πανελλήνια Ένωση Κριτικών Κινηματογράφου (ΠΕΚΚ) όσο και από τη Διεθνή Ένωση Κριτικών Κινηματογράφου (FIPRESCI). Ειδικώς την τελευταία δεκαετία, οι τιμητικές διακρίσεις και βραβεύσεις του ήταν πάμπολλες. 

Με τον «Θίασο» (1975) να συγκαταλέγεται στις καλύτερες ταινίες όλων των εποχών και σταθερά στα τοπ 10 κάθε ψηφοφορίας για τις ταινίες που έχουν σημαδέψει τον κινηματογράφο τον 20ο αιώνα. Με το «Ταξίδι στα Κύθηρα» να συγκλονίζει για την σπουδαία ερμηνεία του Μάνου Κατράκη, την «ανακωχή» του παλιού με το νέο ελληνικό σινεμά της εποχής και φυσικά για την αποτύπωση των ιστορικών και πολιτικών παθογενειών της μετεμφυλιακής Ελλάδας. Τέλος, με την ταινία «Μια Αιωνιότητα και μια Μέρα» ένα υπαρξιακό φλας μπακ – απολογισμό ζωής που έχει εντυπωθεί στον κάθε σινεφίλ ως μια βαθιά υπαρξιακή πορεία προς τον θάνατο. 

Για τα παραπάνω και άλλα τόσα, μια αιωνιότητα με τον Τεό δεν φτάνει! 

*Το κείμενο δημοσιεύτηκε στην εβδομαδιαία πολιτική εφημερίδα Δρόμος (φύλλο 149, 19-1-13) και στο κινηματογραφικό πόρταλ www.sevenart.gr (23-1-13).

23 Ιαν 2013

Pass2Day | Η μουσική περιπέτεια του δρόμου | #36

Pass2Day. O Διονύσης Κούτρας επιμελείται τη μουσική στήλη του vakxikon.blogspot.com. Kάθε Τετάρτη στο blog γράφει για μουσική. Και κάθε Κυριακή στο Vakxikon Radio, 8-10 το βράδυ, παίζει μουσική και μιλάει γι' αυτήν. 

 
Eπιμέλεια: Διονύσης Κούτρας 

Δημιουργούν ανεπανάληπτη ατμόσφαιρα, ξυπνούν αναμνήσεις και όνειρα, εμπνέουν ζωή και προσδίδουν χρώμα στην γκρίζα καθημερινότητα, σε κάνουν να παραδοθείς στη μαγεία που χύνεται από τη μουσική τους. Εκείνοι είναι οι μουσικοί που επέλεξαν τους δρόμους για σκηνή τους, όπου δεν υπάρχουν μεγάλοι προβολείς και εισιτήρια. Πολλοί απ΄ αυτούς πιστεύουν ότι η τέχνη είναι πηγή, από την οποία ο καθένας πρέπει να αντλεί. Γι΄ αυτό γενναιόδωρα χαρίζουν χαρά και απόλαυση για τη\ν ψυχή των βιαστικών περαστικών. Η επιθυμία τους να διαπρέψουν και να έχουν μουσική σταδιοδρομία ή απλώς να βγάλουν λεφτά, είναι κάποια από τα μοτίβα τους να επιλέξουν αυτή την ασυνήθιστη σκηνή. 

Οι μουσικοί του δρόμου που θα δείτε σε κάποια γωνιά, σε κάποιο σταθμό του μετρό ή σε κάποιο κήπο ή σε έναν πολυσύχναστο δρόμο, είναι κάθε είδους και ποικιλίας. Δεν μπορούμε όμως να φανταστούμε την πόλη χωρίς την ποικιλομορφία που της προσδίδουν. Η μουσική που ξεχύνεται στους δρόμους όλου του κόσμου είναι εξίσου πολυποίκιλη. Κλασική μουσική, ροκ, παραδοσιακή μουσική, rhythm and blues κ.ά. Είναι αλήθεια πως κανείς άλλος δεν πιστεύει τόσο ακράδαντα στη σκηνική μυσταγωγία που ασκεί ο δρόμος στους πρόσκαιρους ταξιδιώτες του όσο οι μουσικοί του δρόμου. Απροσδόκητοι και μεγαλοφυείς όταν πρωτοτυπούν, άλλοι καλοί και άλλοι μέτριοι, ορισμένοι αληθινοί δεξιοτέχνες, όλοι τους όμως βιρτουόζοι της στιγμιαίας συγκίνησης. Μουσικοί εναλλασσόμενου ρεπερτορίου σε εναλλασσόμενο κοινό. Μ΄ ένα έγχορδο, ένα κρουστό, ένα πνευστό, άλλοτε παρέα και άλλοτε μόνοι δίνουν ρυθμό και χρώμα στα γκρίζα πρόσωπα των περαστικών και ενοχλούν με μεγάλες δόσεις ταλέντου τους βυθισμένους στη θλίψη και αδράνεια ανθρώπους. 

Μόνιμοι κάτοικοι περιθωρίου στα μάτια των βολεμένων, ασυμβίβαστα ελεύθεροι από κανόνες για μερικούς, cult αισθηματίες για κάποιους άλλους. Η μουσική τους όμως μιλάει στο αυτί του κάθε περαστικού, προκειμένου αυτός να σταματήσει για ένα λεπτό, να σταθεί, να ενδιαφερθεί και πολλές φορές να τον ανταμείψει...

Πηγή: bnr

22 Ιαν 2013

Αρσενική Πόρνη



Ψυχές που εξέρχονται
Βήμα σταθερό
Λασπωμένο
Βλέμμα υγρό
Με θέα το ταβάνι
Αναρωτιέμαι
Τι έγινε και σ' έπιασε θάνατος;

21 Ιαν 2013

Έκτακτο Παράρτημα


Του Νίκου Μπίνου 

Λέω σήμερα να ασχοληθούμε με την Τέταρτη Εξουσία, για τους περισσότερους δημοσιογραφία, μιας και Τέταρτη Εξουσία χαρακτηρίζονται τα ΜΜΕ γενικότερα, κάτι που αρχικά αναφερόταν μόνο στον Τύπο όταν ακόμα δεν υπήρχε ανάπτυξη στα υπόλοιπα (βλ. ραδιοφωνο, τηλεόραση, ίντερνετ). Αντικειμενικός σκοπός θα μπορούσαμε να πούμε είναι η συγκέντρωση πληροφοριών και ειδήσεων και η διάδοσή τους στα μέσα μαζικής ενημέρωσης με προφανή στόχο την ενημέρωση των πολιτών. Από την άλλη μεριά όμως θα μπορούσε να πει κάποιος, και δικαιολογημένα κατ΄εμέ, πως υπάρχει και μια διαφορετική πλευρα της δημοσιογραφίας. Αυτής που αποκαλείται ως δημοσιογραφία των πολιτών ή συμμετοχικής δημοσιογραφίας. Εδώ έχουμε να κάνουμε με τη συνεισφορά οποιουδήποτε πολίτη στην ενημέρωση και πληροφόρηση (κυρίως μέσω διαδικτύου), που δεν είναι επαγγελματίας δημοσιογράφος. Αυτά ως μια μικρή εισαγωγή για το τι είναι και με τι ασχολείται η δημοσιογραφία. Αν πάμε τώρα στα δικά μας και απο τη στιγμή που έκανε την εμφάνισή της στη χώρα μας η κρίση, σχεδόν με καθολική αποδοχή, ο κλάδος της δημοσιογραφίας είναι απο αυτούς που έχει πληγεί δραματικά. Εφημερίδες έκλεισαν (ναι, ναι ξέρω κάποιες ξαναλειτούργησαν), τηλεοπτικοί σταθμοί εξαφανίστηκαν απο τους τηλεοπτικούς μας δέκτες, ραδιοσταθμοί δεν εκπέμπουν ξάνα στις ίδιες συχνότητες, εφημερίδες με παράδοση στο χώρο έχουν διατηρήσει μόνο το κυριακάτικο φύλλο τους. Κάποιοι βέβαια κακεντρεχείς θα πουν οτι ήταν δυσανάλογο το μέγεθος των μέσων για ενημέρωση σε σχέση με αυτούς στους οποίους απευθύνονταν και μεταξυ μας κάπου έχουν δίκιο. Όπως και να έχει πάντως η κατάσταση, ένα είναι το δεδομένο. Ότι έχει αλλάξει άρδην ο τρόπος ενημέρωσης των πολιτών. Και αυτό έχει να κάνει με τη ραγδαία εξέλιξη και ανάπτυξη του διαδικτύου. Και εξηγούμαι. Η μεγάλη πίεση που δέχονται ολοένα και περισσότερο τα τελευταία χρόνια οι έντυπες εφημερίδες οφείλεται στο γεγονός ότι συνεχώς οι περισσότεροι από εμάς καταφεύγουν στο διαδίκτυο για την ενημέρωσή τους. Πόλλες εφημερίδες διέθεταν το περιεχόμενό τους ονλάιν και δωρεάν. Από την άλλη μεριά υπάρχει και το πρώιμο στάδιο που βρίσκεται η διαφήμιση στο διαδίκτυο και αυτό έχει ως αποτέλεσμα να μη είναι ξεκάθαρο με ποιόν τρόπο οι εφημερίδες θα μπορέσουν να εξασφαλίσουν τα διαφημιστικά έσοδα που εξασφάλιζαν οι έντυπες εκδόσεις. Μια πρώτη προσπάθεια να ακολουθήσουν τις εξελίξεις είναι οι επενδύσεις σε εφαρμογές για “έξυπνα” κινητά και iPad. Όπως και να έχει πάντως, κατά γενική ομολογία, οι έντυπες εφημερίδες θα συνεχίσουν να δέχονται πίεση. Ένα φαινόμενο που έχει εμφανιστεί και στην Ελλάδα αφορά την αναστολή των ημερήσιων φύλλων των εφημερίδων που συνεχίζουν να εκδίδουν τα κυριακάτικα φύλλα τους που είναι ακόμα κερδοφόρα. Σε παλαιότερες εποχές, τα μέσα ενημέρωσης ήταν αυτά που αποφάσιζαν ποιές πληροφορίες θα δημοσιοποιούσαν. Πλέον όμως τα κοινωνικά δίκτυα είναι αυτά που παίζουν τον πρωταγωνιστικό ρόλο αφού μπορούν να διαδώσουν το περιεχόμενό τους σε περισσότερους χρήστες και αυτοί μετά με τη σειρά τους να το ανεβάσουν στο Facebook ή στο Twitter. Όπως και να έχει τα κοινωνικά δίκτυα αποτελούν πλέον ένα σημαντικό γρανάζι στη μηχανή της ενημέρωσης.

20 Ιαν 2013

Το χρήμα, ο Θεός των ισχυρών του κόσμου


Του Νέστορα Πουλάκου 

Αυτή την εβδομάδα ξεχωρίζουν οι ταινίες που τα βάζουν με τον έναν ή με τον άλλον τρόπο με το καπιταλιστικό σύστημα και εν γένει με τη θεοποίηση του χρήματος στη ζωή μας. Ως κινητήρια δύναμη των πάντων χαρακτηρίζεται το χρήμα από τους δημιουργούς είτε αυτός είναι ο Κώστας Γαβράς, ο σπουδαίος Έλληνας σκηνοθέτης που ζει στο Παρίσι είτε ο βραβευμένος με Χρυσό Λιοντάρι Καλύτερης Ταινίας στο πρόσφατο Φεστιβάλ Βενετίας Κορεάτης Κιμ Κι Ντουκ είτε ο Αμερικανός Νίκολας Γιαρέτσκι. Τα διαβολεμένα χρήματα στοχοποιούνται και είναι αυτά που καθορίζουν τις ζωές και τις τύχες των ανθρώπων απ’ άκρη σ’ άκρη του κόσμου. Στο «Κεφάλαιο», την τελευταία ταινία του που προβλήθηκε στα Φεστιβάλ Τορόντο και Θεσσαλονίκης, ο Κώστας Γαβράς αφηγείται την ιστορία ενός φιλόδοξου τραπεζίτη ο οποίος κάνει τα πάντα για να πετύχει, να πλουτίσει και να ισχυροποιήσει και άλλο τους… ισχυρούς φίλους του. Με μια καταπληκτική ερμηνεία, ο Γκαντ Ελμαλέ μπορεί να μη μας λέει κάτι το καινούριο που θα μας εκπλήξει, όμως μας σοκάρει με την ωμότητα και τη βαναυσότητα που αποτυπώνει στο ρόλο του σκληροπυρηνικού τραπεζίτη. Υποθέτω πως δεν απέχει και πολύ από την πραγματικότητα. Στο «Pieta», την ταινία που σηματοδοτεί την επιστροφή του Κιμ Κι Ντουκ στο προσκήνιο και τις μεγάλες επιτυχίες, βλέπουμε τη μεταστροφή ενός μπράβου ο οποίος υπηρετεί πιστά τον τοκογλύφο αφέντη του και καταστρέφει κυριολεκτικά τις ζωές εκείνων που χρωστάνε. Ο ίδιος αποκομίζει το 10% επί των χρημάτων που τελικά εισπράττονται. Η ταινία που ενθουσίασε στο Φεστιβάλ Βενετίας κερδίζοντας το μεγάλο βραβείο, συγκλονίζει με τη βιαιότητα και τον κυνισμό των συναισθημάτων, μια και η οικογένεια, η θρησκεία και οι ανθρώπινες σχέσεις οχυρώνονται μπρος στην πολεμική του χρήματος. Τέλος, στο «Άλλοθι», την ταινία με την οποία επιστρέφει στους καλούς πρωταγωνιστικούς ρόλους ο Ρίτσαρντ Γκιρ, παρακολουθούμε την πτώση ενός πετυχημένου και ισχυρού επιχειρηματία, ο οποίος βλέπει μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα να διαλύεται η οικογένεια του, να καταρρέει η επιχείρηση του και να είναι ο ίδιος υπεύθυνος για τον θάνατο της ερωμένης του. Εννοείται πως κερδισμένος στο τέλος βγαίνει αυτός και το πανίσχυρο… άλλοθι του. Όσον αφορά τις υπόλοιπες ταινίες της εβδομάδας, μπορείτε να επιλέξετε ανάμεσα στη νέα ταινία του Κουέντιν Ταραντίνο «Django, ο Τιμωρός», που κινείται στο ίδιο τέμπο με την προηγούμενη ταινία του («Άδωξη Μπάσταρδη») μόνο που αυτή τη φορά οι μαύροι κατακεραυνώνουν τους λευκούς στα χρόνια της δουλείας. Στο αυτοβιογραφικό ντοκιμαντέρ «Ιστορίες της ζωής μας» της Καναδής Σάρα Πόλει, που έχει αναδειχθεί σε κορυφαία ταινία στην πατρίδα της. Καθώς και στην επαναπροβολή του κινουμένου σχεδίου «Ψάχνοντας τον Νέμο», αυτή τη φορά σε 3D. 

Χρυσές Σφαίρες στο πολιτικό σινεμά 

Στην αρχή της εβδομάδας δόθηκαν τα πρώτα σημαντικά βραβεία της χρονιάς. Οι Χρυσές Σφαίρες, τα βραβεία των Ανταποκριτών Ξένου Τύπου στο Χόλιγουντ, απονεμήθηκαν για 70η χρονιά, αυτή τη φορά με παρουσιάστριες τις ηθοποιούς Τίνα Φέι και Έιμι Πόλερ. Πάντως ο πολιτικός κινηματογράφος θριάμβευσε με τις ταινίες «Επιχείρηση: Argo» του Μπεν Άφλεκ και «Λίνκολν» του Στίβεν Σπίλμπεργκ να ξεχωρίζουν. Τα βραβεία καλύτερης ταινίας πήγαν στην «Επιχείρηση: Argo» και τους «Άθλιους» του Τομ Χούπερ. Ο Μπεν Άφλεκ τιμήθηκε με το βραβείο σκηνοθεσίας και ο Κουέντιν Ταραντίνο με το βραβείο σεναρίου. Στους άνδρες ηθοποιούς, βραβεύτηκαν ο Ντάνιελ Ντέι Λιούις ως Λίνκολν και ο Κρίστοφ Βαλτζ ως κυνηγός επικηρυγμένων, και στις γυναίκες ηθοποιούς, οι Τζένιφερ Λόρενς και Αν Χάθαγουει. Καλύτερη Ξένη Ταινία αναδείχθηκε όπως αναμενόταν η «Αγάπη» του Μίκαελ Χάνεκε. 

*Η στήλη Στοπ Καρέ δημοσιεύτηκε στην εβδομαδιαία εφημερίδα Το Χωνί (φύλλο 43, 20-1-13). 

Οι ταινίες της εβδομάδας στο SevenArt.gr 

Django, ο Τιμωρός (6/10) 

 Είναι δεδομένο πια ότι κάθε ταινία του Ταραντίνο είναι ένα γεγονός. Προσεγμένη παραγωγή, καλά δομημένη ιστορία, πάντα δεξιοτεχνική η σκηνοθεσία του κορυφαίου δημιουργού, απολαμβάνετε τρόπον τινά ένα βίαιο παραμύθι επί της οθόνης, ένα χορταστικό σινεμά κοντά τριών ωρών. Αυτός είναι ο Ταραντίνο με τις εμμονικές σινεφιλίες του, που μας εξιτάρει κάθε τόσο. Αυτή τη φορά βάλθηκε να κάνει κάτι μεταξύ σπαγγέτι γουέστερν και blaxploitation (το δεύτερο το επιχείρησε και στο «Jackie Brown»), χτίζοντας σιγά-σιγά το επικό τέλος της ιστορίας του με μια κλιμακούμενη βία έντασης και υψηλών κυβικών. Ο Αμερικανός σκηνοθέτης είναι ο απόλυτος entertainer ενός σινεμά για γερά νεύρα, από το οποίο πάντοτε όμως φεύγετε χορτάτοι και ορεξάτοι για να τα σπάσετε στο πρώτο μπαρ/πάρτι/μάζωξη που θα βρείτε μπροστά σας. Από την άλλη μεριά βέβαια υπάρχει και το προσωπείο του Ταραντίνο που επαναλαμβάνεται και αναμασάει ένα στυλ πιασάρικο αλλάζοντας μόνο το κουστούμι του κάθε φορά. Πριν μερικά χρόνια ήταν μια επίλεκτη ομάδα που αποφάσισε να κάνει τη ζωή των Ναζί κόλαση στη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου και όλοι ξετρελαθήκαμε. Τώρα, είναι οι κυνηγοί επικηρυγμένων με τον μαύρο πρώην σκλάβο, που θα καθαρίσουν όποιον λευκό βρεθεί στο δρόμο τους και θα τους θυμίσει αυτό που θέλουν να ξεχάσουν: την αποτρόπαιη σκλαβιά τους σαν να ήταν ζώα και όχι άνθρωποι. Και πάλι ξετρελαινόμαστε και πάλι γουστάρουμε. Όμως τι απομένει από όλο αυτό; Μήπως είδαμε κάτι καινούριο; Μια ακόμη ταινία του Ταραντίνο -εγγύηση για μια all time classic και pure διασκέδαση που όμως πια αρχίζει να χάνει την ουσία της. Αργά αλλά σταθερά. 

Άλλοθι (5/10) 

Με τον Ρίτσαρντ Γκιρ να γυρίζει στις καλές ερμηνείες του έχουμε και τον Ρίτσαρντ Γκιρ να επιστρέφει στα γνώριμα μονοπάτια του, ως γοητευτικός πενηντάρης δηλαδή που είναι πετυχημένος και στην ελίτ αλλά όλο και κάπου θα στραβώσει η πορεία του ώστε το success story που έχουμε μπρος στα μάτια μας να γίνει αστυνομικό θρίλερ. Πάντα βέβαια με νικητή τον Γκιρ. Το «Άλλοθι» είναι ένα καλό κοινωνικό/οικονομικό θρίλερ που παίζει με τα αρχέτυπα και με τους βασικούς κανόνες και γραμμές του Χόλιγουντ. Πετυχημένος επιχειρηματίας, με γνωριμίες, ζεστή οικογένεια και όμορφη ερωμένη, βλέπει τη ζωή του να ανατρέπεται και να πέφτει στα τάρταρα σαν ντόμινο. Τώρα, μόνο ο θεός, η τύχη του και οι έξυπνοι ελιγμοί του θα τον σώσουν. Όσο προβλέψιμη και αν είναι αυτή η ταινία. Όσο μεγάλη σε διάρκεια επίσης –αδικαιολόγητα για το βάθος της ιστορίας της. Τόσο αξίζει της προσοχής σας, βλέπεται με αγωνία και σας κρατά το ενδιαφέρον. 

Ιστορίες της ζωής μας (4/10) 

Αυτοβιογραφικό ντοκιμαντέρ της Καναδής Σάρα Πόλει, που πρόσφατα είδαμε την ταινία της «Το Δικό μας Βαλς». Αν και εντελώς διαφορετικής σύλληψης και εκτέλεσης, εντούτοις θυμίζει σε γενικό πλαίσιο τα «Ημερολόγια Αμνησίας» της Στέλλας Θεοδωράκη, επομένως η άποψη μου κινείται στο ίδιο τέμπο. Ότι δηλαδή ναι μεν η σκέψη που έγινε πράξη της Πόλει να αναπαράξει στο γυαλί και να εκθέσει οικογενειακές ιστορίες της με αφετηρία-επίκεντρο-βασικό ήρωα τη μητέρα της, έχουν ενδιαφέρον σαν μια κλειδαρότρυπα ριάλιτι σόου της τηλεόρασης, αλλά σε μια πολύ πιο καλοφτιαγμένη εκδοχή τους. Από την άλλη μεριά όμως πρέπει να σας ενδιαφέρει το συγκεκριμένο είδος ψευδό (;) ντοκιμαντέρ ώστε να μπείτε στο κλίμα και στην ουσία των μηνυμάτων που επιζητά να περάσει η δημιουργός μέσα από τα πολύ προσωπικά θέματα της, που σίγουρα δεν σας αφορούν εν ολίγοις. Για τους βαθιά σινεφίλ θεατές εκατό τοις εκατό. 

Το Κεφάλαιο (6/10) 

Πρόκειται για την ταινία που σηματοδοτεί την επιστροφή του γερόλυκου Γαβρά στον αμιγώς πολιτικό κινηματογράφο που άλλοτε μεσουρανούσε τις δεκαετίες 1960, 1970 και ελάχιστα 1980. Με αφορμή και την πλήρη ρετροσπεκτίβα που θα πραγματοποιηθεί στην Ταινιοθήκη της Ελλάδας σε λίγες εβδομάδες, ο Γαβράς προβάλλει την τελευταία του ταινία, ένα αιχμηρό αν και παλιομοδίτικο σχόλιο στο δηλητήριο που εκτοξεύει ο σύγχρονος καπιταλισμός μέσω των τραπεζών. Η μια αλήθεια είναι ότι βλέπουμε μια συναρπαστική ταινία, με ρυθμό, ένταση, γρήγορους διαλόγους και σκέψεις, που μπορεί να χάνει σε διάφορα επιμέρους σημεία (π.χ. αχρείαστος είναι ο δεσμός με το μαύρο τοπ μόντελ) όμως σε κρατά σε αγωνία και σε συναρπάζει περνώντας σου μηνύματα την ίδια στιγμή για όλον αυτόν τον οικονομικό φασισμό που βιώνουμε. Και η άλλη αλήθεια είναι ότι δεν βλέπουμε και δεν ακούμε τίποτε καινούριο, σαν όλα να σταμάτησαν π.χ. στο ντοκιμαντέρ «Inside Job» ή στην ταινία «Ο Δρόμος του Χρήματος» με τον Κέβιν Σπέισι. Τίποτε φρέσκο, τίποτε κρυμμένο σε συρτάρια, όλα όσα εκθέτονται είναι αναμασήματα και γνωστά για όποιον παρακολουθεί στοιχειωδώς την επικαιρότητα. «Το Κεφάλαιο» του Γαβρά είναι μια ταινία που αξίζει να δει η νεότερη γενιά ως προς το «εκπαιδευτικό» της χαρακτήρα αναφορικά με τον οικονομικό πόλεμο που δεχόμαστε ειδικώς αυτή την περίοδο. Αλλά και εν γένει ως ένα οικονομικό θρίλερ που σου κρατά αμείωτο το ενδιαφέρον ακόμη και αν όλα όσα βλέπεις τα ξέρεις ήδη.

19 Ιαν 2013

Τι δεν θέλουμε να ξεχάσουμε από το 2012


Του Νέστορα Πουλάκου 

Τι είδαμε, τι νιώσαμε, τι αφουγκραστήκαμε στη διάρκεια του κινηματογραφικού 2012 αποτυπώνεται ανάγλυφα παρακάτω, σε μια ιδιότυπη ξενάγηση στις καλύτερες ταινίες της χρονιάς που φεύγει σε 10 μέρες. Αγαπήσαμε με ένταση ταινίες και πρωταγωνιστές, ιστορίες και μουσικές, μια και ο κινηματογράφος είναι αναπόσπαστο κομμάτι της καθημερινότητας μας, είναι η δουλειά μας, και εντέλει όλοι μας αισθανόμαστε καθημερινά σαν να παίζουμε σε μια ταινία που σκηνοθετούμε και γράφουμε το σενάριο οι ίδιοι (όπως ο Παπακαλιάτης δηλαδή, μόνο που αυτός θέλησε από μικρός να εξωτερικεύσει την επιθυμία του στο κοινό!). Ολοκληρώνουμε σήμερα στο SevenArt την ανασκόπηση του 2012 που ξεκινήσαμε τη Δευτέρα, σημειώνοντας αυτά που μας κέντρισαν το ενδιαφέρον και μας τράβηξαν την προσοχή, που μας συγκίνησαν και δεν μας απογοήτευσαν ούτε μια στιγμή. Βέβαια, η κορύφωση αυτής της σινεφιλίας έρχεται με τα ετήσια SevenArt Awards – Κινηματογραφικά Βραβεία Κοινού. Οι λίστες θα ανακοινωθούν σύντομα και εσείς θα έχετε την ευκαιρία να συμβάλλετε στην ανάδειξη των καλύτερων μιας χρονιάς που μας αποχαιρετά. 

Διαβάστε τη λίστα εδώ

*Το κείμενο δημοσιεύτηκε στο κινηματογραφικό πόρταλ www.sevenart.gr (21-12-12).

12 (ξένες) ταινίες που (μου) άλλαξαν τη ζωή το 2012


Του Νέστορα Πουλάκου 

Αυτό το άρθρο μπορεί να ενταχθεί μέσα στον γενικότερο πανζουρλισμό λιστών, ψηφοφοριών, τοπ 10 και καλύτερων (ή χειρότερων) ταινιών και πρωταγωνιστών της χρονιάς που φεύγει και αυτή σε λίγες ημέρες, καλωσορίζοντας το 2013. Όπως έγινε πέρυσι, έτσι και φέτος η συγκεκριμένη ανάσκοπηση είναι μια πιο προσωπική λίστα ταινιών που με σημάδεψαν περισσότερο ως σινεφίλ παρά ως επαγγελματία του χώρου. Μπορείτε να τη διαβάσετε και να βρείτε σε αυτή τις δικές σας συνισταμένες, να δεχτείτε προσλαμβάνουσες που δεν είχατε φανταστεί, και να κάνετε αναγωγές στις δικές σας σινεφίλ επιλογές. Η εορταστική περίοδος του SevenArt αρχίζει με τις 12 (ξένες) ταινίες που (μου) άλλαξαν τη ζωή το 2012, μια για κάθε μήνα που πέρασε (ημερομηνία προβολής της στην Ελλάδα). 

Διαβάστε τη λίστα εδώ

*Το κείμενο δημοσιεύτηκε στο κινηματογραφικό πόρταλ www.sevenart.gr (17-12-12).

Ανασκόπηση ελληνικού κινηματογράφου 2012


Του Νέστορα Πουλάκου 

Λίγες ημέρες πριν εκπνεύσει το 2012, το SevenArt ως είθισται κάνει τον απολογισμό της χρονιάς για τον ελληνικό κινηματογράφο. Τόσο με τα SevenArt Awards όσο και με την ιδιότητα του ως ενημερωτικό πόρταλ για τον κινηματογράφο, έχει αποδείξει ότι στηρίζει το ελληνικό σινεμά στην προσπάθεια του να κερδίσει μια θέση στις προτιμήσεις του ντόπιου σινεφίλ κοινού. Παρακάτω, κάνουμε μια αποτίμηση της χρονιάς που τελειώνει. Το 2012 αποδεικνύεται, εντέλει, μια στατική και σαστισμένη χρονιά για το ελληνικό σινεμά, τρόπον τινά βρίσκεται στην ίδια κατάσταση, ως μικρογραφία, με ολόκληρη τη χώρα, γιατί να αποτελούσε εξαίρεση ο κινηματογράφος άλλωστε; Το ζήτημα είναι ότι όσο περνάει ο καιρός διαμορφώνεται ένα τοπίο – απόρροια της μνημονιακής πολιτικής του άλλοτε Υπουργού Πολιτισμού Παύλου Γερουλάνου, η οποία διαφαίνεται ως μη αναστρέψιμος. 

Διαβάστε την ανασκόπηση εδώ

*Το κείμενο δημοσιεύτηκε στο κινηματογραφικό πόρταλ www.sevenart.gr (19-12-12).

18 Ιαν 2013

Όλιβερ Στόουν: Ο χαμαιλέοντας των τριών Όσκαρ


Του Νέστορα Πουλάκου 

Θυμάμαι όταν τον συνάντησα στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης, το 2008. Φαινόταν τεράστιος στα μάτια μου... Βέβαια, αργότερα, έμαθα και τα "άπλυτα" του από αυτό το ταξίδι. Όσα και να πεις, στην Ελλάδα και στη "λεβεντομάνα" Θεσσαλονίκη χαλάρωσε επαρκώς. Στα 66 του πια, ο Νεοϋορκέζος σκηνοθέτης Όλιβερ Στόουν προσπαθεί να κάνει -μάταια όμως- την τελευταία, πιθανώς, μεγάλη επιτυχία του. Βλέπεις, την προηγούμενη τη βλέπει με το κυάλι: 1994 και "Γεννημένοι δολοφόνοι", αυτό το ποπ διαμάντι της δεκαετίας, σε σενάριο Κουέντιν Ταραντίνο. Φέτος, ο Όλιβερ Στόουν επανέρχεται στη δημοσιότητα όχι γιατί του βρήκανε κοκαΐνη στο αμάξι ούτε για τις άλλοτε φιλοπατριωτικές ("Δίδυμοι Πύργοι") και άλλοτε -δήθεν- επαναστατικές ταινίες του (τα ντοκιμαντέρ για τον Φιντέλ Κάστρο και τον Ούγκο Τσάβες). Ούτε καν για τα αναμασήματα του περί οικονομικής κρίσης. Αλλά για την "Αγριότητα", την τελευταία ταινία του, που προσπαθεί να επαναφέρει την... ακραία ατμόσφαιρα των "Γεννημένων Δολοφόνων" μπας και ξαναγυρίσει -πιο σωστά- στο προσκήνιο. Και πάλι μάταια... Βλέπεις, ο πιτσιρικάς που παρατούσε το Γέιλ για να πολεμήσει στο Βιετνάμ, που παρασημοφορήθηκε μεν κατατρόπωσε δε τις τότε αμερικανικές πρακτικές, που πολέμησε το πολιτικό και οικονομικό σύστημα των Η.Π.Α. αλλά και το τίμησε μετά την 11η Σεπτεμβρίου, που έκανε εντέλει τη βιογραφία τόσο του Ρίτσαρντ Νίξον, όσο και του Μεγάλου Αλεξάνδρου και του Τζορτζ Μπους Τζ. (!), έχει χάσει την κινηματογραφική φόρμα του. Ως είθισται, το SevenArt ετοίμασε το καθιερωμένο photostory του, στον άλλοτε οσκαρούχο Όλιβερ Στόουν, με 10 σκηνές από τις πλέον σημαντικές ταινίες του. 

Διαβάστε το αφιέρωμα εδώ

*Το κείμενο δημοσιεύτηκε στο κινηματογραφικό πόρταλ www.sevenart.gr (24-10-12)

Banksy: O περίφημος κουκουλοφόρος των γκράφιτι


Του Νέστορα Πουλάκου 

Έφτασε να διεκδικεί το Όσκαρ ντοκιμαντέρ, προηγουμένως είχε προβληθεί στα Φεστιβάλ Σάντανς και Βερολίνου, ενώ βραβεία κέρδισε στα Independent Spirit Awards και στα Φεστιβάλ Τορόντο, Βανκούβερ, Όστιν και Σαν Ντιέγκο. Ο λόγος για το δραματοποιημένο ντοκιμαντέρ "Banksy: Η Τέχνη στο Δρόμο" ή αλλιώς "Όπως εξέρχεσθε από το Πωλητήριο", κατά την πανελλήνια πρεμιέρα του στο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου Αθήνας - Νύχτες Πρεμιέρας Conn-x. Πλέον, δυο χρόνια από την πρώτη προβολή του, θα παίζεται στην Ταινιοθήκη της Ελλάδας από την επόμενη Πέμπτη 1 Νοεμβρίου. Γκραφιτάδες όλου του κόσμου ενωθείτε! Ο Τιερί, εκκεντρικός Γάλλος ιδιοκτήτης ενός μικρού μαγαζιού, πείθει τους πιο διάσημους καλλιτέχνες του δρόμου να κινηματογραφηθούν στο πλαίσιο ενός ντοκιμαντέρ που υποτίθεται πως ετοιμάζει. Η αλήθεια όμως απέχει μίλια μακριά καθώς ο Τιερί στην πραγματικότητα δεν έχει την παραμικρή πρόθεση να επεξεργαστεί το μαγνητοσκοπημένο υλικό και να του δώσει ενιαία μορφή. Τότε αναλαμβάνει δράση ο σπουδαιότερος street art καλλιτέχνης του κόσμου, ο περίφημος κουκουλοφόρος Banksy, του οποίου τα έργα κοσμούν τοίχους σε κάθε μεριά του πλανήτη: απ' την Ορλεάνη της μετα-Κατρίνα εποχής μέχρι τους συνοριακούς φράχτες στη δυτική όχθη της Παλαιστίνης. Ο γνωστός άγνωστος Banksy, αρπάζει την κάμερα απ' τον Τιερί και γυρίζει το κορυφαίο street art ντοκιμαντέρ όλων των εποχών. Η αφρόκρεμα των ζωγράφων του δρόμου επί το έργο, αποδομούν και καταστρέφουν την αστική μιζέρια σε ζωντανή σύνδεση με τη μεγάλη οθόνη. Ποιος είναι ο Banksy; Ένας εκ των σημαντικότερων εκπροσώπων της σύγχρονης τέχνης - και διασημότερος παράλληλα εκφραστής της street art παγκοσμίως - αναλαμβάνει να μας αποκαλύψει το πραγματικό πρόσωπο της τέχνης, αποδομώντας την αστική μιζέρια και περιγράφοντας την πιο αστεία εκδοχή της καλλιτεχνικής καθημερινότητας. Ο Banksy, η ανατρεπτική περσόνα της street art, τα έργα του οποίου κοσμούν χιλιάδες τοίχους σε κάθε πλευρά του πλανήτη, παίρνει στα χέρια του μια κάμερα και μέσα από την πιο ξεκαρδιστική καταγραφή της σημερινής τέχνης του δρόμου, μας παραδίδει ίσως το πιο σπουδαίο street art ντοκιμαντέρ όλων των εποχών. “Φιλοδοξία μου ήταν η ταινία να είναι για το γκραφίτι ό,τι το “Καράτε Κιντ” για τις πολεμικές τέχνες.Τελικά φαίνεται ότι θα έχουμε το αποτέλεσμα που είχαν τα “Σαγόνια του καρχαρία” για το θαλάσσιο σκι”, είπε. Ένας πραγματικός “αντάρτης της τέχνης”, ο μυστηριώδης Βρετανός καλλιτέχνης, ο οποίος έχει συνδέσει το ψευδώνυμό του με την τέχνη των γκραφίτι, αποφάσισε να “μεταφέρει” τον πολιτικό του ακτιβισμό στο σινεμά. Με το ντοκιμαντέρ του “Banksy: Η Τέχνη στο Δρόμο”, αποτολμά μια ωμή και αποκαλυπτική εξιστόρηση του τι συμβαίνει γύρω μας, όταν συγκρούονται η φήμη, τα χρήματα και η φιλαυτία με τον βανδαλισμό και τη "δημιουργική αποδόμηση". “Λένε ότι τα γκραφίτι τρομάζουν τους ανθρώπους και αποτελούν δείγμα κοινωνικής παρακμής. Είναι ψέμα. Τα γκραφίτι κρύβουν κινδύνους μόνο για τους πολιτικούς, τα στελέχη των διαφημιστικών και τους γκραφιτάδες”, τονίζει. Η ευρηματικότητα του Banksy, εδώ όπως και στο σύνολο του καλλιτεχνικού του έργου, δε γνωρίζει περιορισμούς και σεμνότητες και υπό το καθεστώς - και πάλι - μιας μυστηριώδους ανωνυμίας στρέφεται ενάντια σε σημαντικότατα ζητήματα που αφορούν την τέχνη στην καθημερινή μας ζωή, δίχως να υπολογίζει, τελικά, οποιοδήποτε κόστος. Το SevenArt ετοίμασε ένα photostory με 10 μόνο από τα πιο χαρακτηριστικά γκράφιτι του Banksy παγκοσμίως. Εν συνεχεία, μπορείς να ανατρέξεις στην επίσημη ιστοσελίδα του Λονδρέζου καλλιτέχνη που δεν έχει δει ποτέ κανείς το πρόσωπο του!

Διαβάστε το αφιέρωμα εδώ.

*Το κείμενο δημοσιεύτηκε στο κινηματογραφικό πόρταλ www.sevenart.gr (23-10-12).

17 Ιαν 2013

Ο Κύριος με τα Γκρι (1997)


Ασχολείται και αυτή την εβδομάδα η στήλη HellasFilm με τον ελληνικό κινηματογράφο της δεκαετίας του 1990. “Ο Κύριος με τα Γκρι” του Περικλή Χούρσογλου γυρίστηκε τέσσερα χρόνια μετά τη μεγάλη επιτυχία του σκηνοθέτη “Λευτέρης Δημακόπουλος”, στα πλαίσια του προγράμματος Θεσσαλονίκη Πολιτιστική Πρωτεύουσα της Ευρώπης 1997, σε σενάριο του ίδιου του Χούρσογλου. Υπό τους λυρικούς ήχους του Νικόλα Πιοβάνι (μεταξύ άλλων συνθέτης ταινιών των αδελφών Ταβιάνι, του Φελίνι, του Μπενίνι, του Μορέτι κ.ά.), ο Χούρσογλου αφηγείται την ιστορία του κυρίου με τα γκρι: ενός φιλήσυχου δημοσίου υπαλλήλου, οικογενειάρχη και πιστού συζύγου, ο οποίος μετά τη συνταξιοδότηση του, και ενώ βρίσκεται σε θέρετρο για τα καθιερωμένα ιαματικά λουτρά του, ερωτεύεται παράφορα τη γυναίκα ενός παλιού συναδέλφου του, που ζει μόνιμα στη Βέρνη της Ελβετίας. Η ζωή του ταράζεται, η γυναίκα και τα παιδιά του το μαθαίνουν και τον περιθωριοποιούν. Εκείνος παλαντζάρει ανάμεσα στα θέλω και τα πρέπει. Πηγαίνει στην Ελβετία, βρίσκονται στην Αθήνα, ζουν τον έρωτα τους. Αλλά εκείνος γυρίζει πίσω. Δεν αντέχει. Η μικροαστική ζωή του δεν μπορεί να αλλάξει, ειδικώς τώρα στα “γεράματα”. Συμβιβάζεται με το καθεστώς που ζούσε τόσα χρόνια και εγκαταλείπει μια για πάντα τον έρωτα, που του χτύπησε την πόρτα έστω την ύστατη στιγμή. Ο Χούρσογλου φιλοτεχνεί το πορτραίτο ενός ανθρώπου της διπλανής πόρτας, μιας συνηθισμένης περίπτωσης που κατατρώγεται από την πάλη της καθημερινότητας μη κοιτάζοντας γύρω του, χωρίς να μπορεί πια να αισθάνεται το παραμικρό. Όταν αυτή η 30ετή καθημερινότητα ολοκληρώνεται και η ζωή του παίρνει μια άλλη τροχιά, τότε με ανοιχτά τα μάτια και με ζωντανές τις αισθήσεις του, αφήνεται ώστε να γευτεί μια “ξεχασμένη” απόλαυση της αλλοτινής, νεανικής ζωής του. Χωρίς να σχολιάζουμε ποιο είναι το σωστό και ποιο το λάθος. Χωρίς να παίρνουμε θέση αναφορικά με τα θέλω, τα πρέπει και τα μη ενός ανθρώπου που έχει ζήσει μεν τη ζωή του αλλά δεν έχει νιώσει για δεκαετίες χάρη στη συμβατική κατάσταση που ο ίδιος έχει επιδιώξει και δημιουργήσει… Πλην όλων αυτών, ο Χούρσογλου πετυχαίνει να αποτυπώσει αυτή τη στασιμότητα χωρίς ποτέ να καταφέρνει να απογειώσει τα αισθήματα και τα συναισθήματα των εμπλεκόμενων ηρώων του. Η ταινία “O Κύριος με τα Γκρι” προβλήθηκε στο εξωτερικό και βραβεύτηκε στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης για τις ερμηνείες των δυο γυναικών της ιστορίας, της Ειρήνης Ιγγλέση και της Ράνιας Οικονομίδου. Βέβαια, η ερμηνεία του Γιώργου Μιχαλακόπουλου ως ανθρώπου με τα γκρι συγκλονίζει, προβάλλοντας ανάγλυφα και τουλάχιστον πετυχημένα τον πλέον καθημερινό άνθρωπο που βλέπουμε συχνά ανάμεσα μας.

Βιοτεχνία Ονείρων (1990)


Επιστρέφει η στήλη HellasFilm ώστε να σας κρατήσει συντροφιά κάθε Τετάρτη μέχρι το τέλος του χρόνου. Σε αυτά τα αφιερωματικά κείμενα θα επιχειρήσουμε μια καταβύθιση στον κινηματογράφο της δεκαετίας του 1990, στη μεταβατική αυτή γενιά σκηνοθετών από το Νέο Ελληνικό Κινηματογράφο στη… Νέα Εποχή. Πρώτη ταινία είναι η “Βιοτεχνία Ονείρων” του Τάσου Μπουλμέτη. Ο τέως Πρόεδρος της Ελληνικής Ακαδημίας Κινηματογράφου και πλέον Πρόεδρος του Συλλόγου Υποτρόφων του Ιδρύματος Ωνάση, και φυσικά σκηνοθέτης της μεγάλης εισπρακτικής επιτυχίας των ‘00s “Πολίτικη Κουζίνα”, είχε πρωτοεμφανιστεί στο σινεμά με μια ερωτική δραμεντί επιστημονικής φαντασίας που έχει κατακτήσει μέχρι και το πρώτο βραβείο στο διάσημο φεστιβάλ του φανταστικού, στο Σικάγο. Ο 55χρονος Κωνσταντινουπολίτης σκηνοθέτης κινείται σε δύο επίπεδα, σεναριακά και σκηνοθετικά. Στην έγχρωμη Αθήνα της φυσιολογικής ζωής και στην ασπρόμαυρη Αθήνα της απώλειας των ονείρων. Δυο είναι και οι πόλοι της ιστορίας του. Ένας ηθοποιός και μια ξεναγός γνωρίζονται, ερωτεύονται και ψάχνουν πια μαζί να βρουν την τελική λύση στα υπαρξιακά, κυρίως συναισθηματικά αλλά και βαθιά κοινωνικά αδιέξοδα τους. Στην ασπρόμαυρη Αθήνα, ο ηθοποιός δουλεύει τη δική του βιοτεχνία ονείρων. Έπειτα από μια επιδημία, οι άνθρωποι έχουν χάσει τις μνήμες, τα όνειρα τους. Ο Ιάσονας όμως έχει καταφέρει να διατηρήσει αυτή την ικανότητα και έτσι μπορεί να ονειρεύεται για λογαριασμό των “πελατών” του. Μεταξύ των οποίων, οι Γιώργος Κιμούλης και Μάνος Βακούσης, που σε εξαίσιες ερμηνείες αναδεικνύουν την ανάγκη των ανθρώπων… στο όνειρο. Στην έγχρωμη Αθήνα, ο έρωτας των δυο πρωταγωνιστών (Γιώργος Κώνστας και Φιλαρέτη Κομνηνού στους ρόλους) βρίσκεται στο πρώτο φόντο παρόλο που αυτή η σχέση βγήκε μέσα από την ανάπτυξη ενός σεναρίου για τη δημιουργία ενός θεατρικού έργου! Όμως, προείπαμε, ο ηθοποιός και η ξεναγός, δυο άνθρωποι που βρίσκονται ουσιαστικά εκτός κοινωνικού πλαισίου αποτελούν το ιδανικό, εντελώς εκρηκτικό μείγμα μιας ιστορίας που μπορεί να σας συναρπάσει Με ήχους τζαζ και κλίμα μυστηρίου, ο Μπουλμέτης συνθέτει ένα μωσαϊκό αρχετύπων: ο μονόφθαλμος άντρας που φωτογραφίζει τη γυναίκα με τα μαύρα, ο καλλιτέχνης που ζει στη σκιά και είναι πολύ ερωτευμένος με τη γυναίκα αυτή, ένας έρωτας παράφορος που ενώνει δυο ανθρώπους συνειδητά περιθωριοποιημένους… Με τη “Βιοτεχνία Ονείρων” ο Τάσος Μπουλμέτης συστήθηκε στο σινεφίλ κοινό ως ένας άκρως χαρισματικός σκηνοθέτης που μπορούσε να εκκινήσει μια νέα γενιά ελπιδοφόρων ταλέντων του κινηματογράφου ώστε να βγει προς τα έξω και να διεκδικήσει την προσοχή των φεστιβάλ και του κοινού. Η αλήθεια είναι ότι κάτι τέτοιο δεν έγινε ποτέ. Η μεταβατική γενιά των ‘90s εγκλωβίστηκε σε αυτή τη δύσκολη πορεία, κατά πολλούς έδιωξε το κοινό από τις αίθουσες, και κακώς παρέμεινε σε ρηχά νερά. Όμως, ταινίες σαν τη “Βιοτεχνία Ονείρων” εξακολουθούν να παραμένουν τα υπέροχα, νοσταλγικά σύμβολα μιας “χαμένης” δεκαετίας.

Όνειρο σε άσπρο φόντο (1996)


Η αλήθεια είναι ότι άργησε φέτος να ξεκινήσει η στήλη HellasFilm, η οποία έκλεισε την Τετάρτη 1 Αυγούστου για διακοπές για να ανοίξει ξανά σήμερα, Τετάρτη 14 Νοεμβρίου, με τον χειμώνα πλέον εμφανή στα μέρη μας. Αυτή η απουσία τριών και πλέον μηνών είχε να κάνει μόνο με την έλλειψη χρόνου και όχι με τον αφελληνισμό… του ελληνικού κινηματογράφου, όπως προκρίνουν τα νέα ήθη στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης. Και αφού κλείσαμε πετυχημένα τη δεύτερη σεζόν της στήλης με τον “Ψύλλο” του Δήμητρη Σπύρου, ανοίγουμε την τρίτη σεζόν και πάλι με ταινία του κ. Σπύρου, καλλιτεχνικού διευθυντή του Διεθνούς Φεστιβάλ Κινηματογράφου για Παιδιά και Νέους Ολυμπίας και υπεύθυνου της κινηματογραφικής εταιρείας Νεανικό Πλάνο μεταξύ άλλων. Συνεχίζεται λοιπόν αυτό το άτυπο αφιέρωμα στο σινεμά του Δημήτρη Σπύρου. Το “Όνειρο σε άσπρο φόντο” είναι η δεύτερη ταινία του κ. Σπύρου, έξι χρόνια μετά την επιτυχία του με τον “Ψύλλο”. Μια ταινία με επίκεντρο το σινεμά και τη σχέση του με το κοινό και εν γένει την ελληνική κοινωνία. Αφορμή είναι και η συμπλήρωση των 100 χρόνων του κινηματογράφου (ουσιαστικά ξεκίνησε το 1896). Έτσι, ο κ. Σπύρου πιάνει το νήμα από τον αγώνα ενός σκηνοθέτη του άρτχαουζ σινεμά να παίξει τη νέα ταινία του στην αίθουσα και ξεδιπλώνει την ιστορία μέσα από τον έρωτα και την ποίηση στις θερινές προβολές των περιφερόμενων κινηματογράφων στις πλατείες της επαρχίας. Εντυπωσιακή είναι και η εναρκτήρια σεκάνς που αποτυπώνει το ελληνικό Χόλιγουντ ή αλλιώς το Μέγαρο του Κινηματογράφου, που στεγάζεται ακόμη αν και ερειπωμένο στην πλατεία Κάνιγγος, στην Αθήνα. Ένα άρθρο για την εγκατάλειψη της περίφημης στοάς των κινηματογραφιστών θα δημοσιευτεί σύντομα στο SevenArt από τον σκηνοθέτη, Νίκο Θεοδοσίου. Η ιστορία του Δημήτρη Σπύρου έχει ως πρωταγωνιστή ένα σκηνοθέτη ο οποίος είναι καταχρεωμένος με το τέλος των γυρισμάτων της νέας ταινίας του. Και γι’ αυτό ψάχνει εναγωνίως αίθουσα στην Αθήνα για να την προβάλλει και να βγάλει χρήματα από τα εισιτήρια. Όταν οι επαφές του με τους διανομείς αποτυγχάνουν, οργώνει την επαρχία προβάλλοντας την ταινία του. Η μεγαλύτερη επιτυχία του σημειώνεται στην πλατεία ενός χωριού, όπου προβάλλεται η ταινία του από έναν πλανόδιο κινηματογραφιστή. Στο μεταξύ έχει γνωρίσει μια μυστηριώδη νεαρή γυναίκα, που ζει και εργάζεται στη Γερμανία, η οποία τον έχει προσεγγίσει γιατί θαυμάζει το έργο του. Εκείνος όμως γοητεύεται και την ακολουθεί στην Πελοπόννησο, από τη Λακωνία μέχρι την Ηλεία, μέσα από τους στίχους των ποιητών, το άρωμα των λουλουδιών και τη μέθη του έρωτα και της αγάπης. Η μυστήρια νεαρή άλλωστε συμβολίζει γι’ αυτόν την αλλαγή στη ζωή του. Το “Όνειρο σε άσπρο φόντο” είναι μια ανθρώπινη, γλυκιά ιστορία που αποπνέει μια υγεία και μια καθαρότητα για την ίδια τη ζωή. Τρυφερή, ποιητική, ατόφια αισθαντική, αποτελεί ένα μικρό ελεγειακό έπος που ανακατεύει τις μυρωδιές του σελιλόιντ με τα αγνά και όμορφα αρώματα της ελληνικής επαρχίας και του παραδοσιακού έρωτα. 

*Tα παραπάνω κείμενα του Νέστορα Πουλάκου δημοσιεύτηκαν στη στήλη HellasFilm του κινηματογραφικού πόρταλ www.sevenart.gr, από τις 14 Νοεμβρίου έως τις 19 Δεκεμβρίου 2012.

Ο Κιμ Κι Ντουκ με το Αγγελικό Πρόσωπο


Του Νέστορα Πουλάκου 

To 2012 ήταν η χρονιά του Νοτιοκορεάτη σκηνοθέτη Κιμ Κι Ντουκ, μια και η τελευταία ταινία του "Pieta" έφυγε με το μεγάλο βραβείο από το Φεστιβάλ Βενετίας. Με ένα θέμα που πηγάζει από την αρχέγονη θρησκευτική παράδοση σε συνδυασμό με το αδηφάγο καπιταλιστικό σύστημα που μας κατατρώει παγκοσμίως, ο Κιμ Κι Ντουκ καταθέτει το προσωπικό του σχόλιο και συγκλονίζει με την ωμότητα και τον κυνισμό του. 

Γεννημένος στην ορεινή επαρχία του Κουνγκσάνγκ της Νότιας Κορέας, ο 53χρονος σκηνοθέτης και σεναριογράφος έζησε μια ανέμελη ζωή και γύρισε τον κόσμο. Αν και ήθελε να γίνει ιερέας εγκατέλειψε τις σπουδές αυτές και έκανε διάφορα επαγγέλματα, από εργάτης μέχρι υπάλληλος γραφείου στον στρατό. Σε ηλικία 30 χρονών παίρνει τη μεγάλη απόφαση και φεύγει για το Παρίσι όπου ζει ως περιλανώμενος ζωγράφος. Το 1993 επιστρέφει στη Σεούλ ως σεναριογράφος! 

Χωρίς ποτέ να εγκαταλείψει την εργατική τάξη ως τρόπο και στάση ζωής και χωρίς απαραίτητα να βιοπορίζεται αποκλειστικά και μόνο από τις ταινίες του, ο Κιμ Κι Ντουκ ξεκίνησε να γράφει σενάρια για μικρού μήκους ταινίες κερδίζοντας πολλά βραβεία, μέχρι το 1996 που πραγματοποίησε το σκηνοθετικό ντεμπούτο του με την ταινία "Crocodile" αποκομίζοντας ενθουσιώδεις κριτικές στα φεστιβάλ όπου προβλήθηκε. 

Μέχρι σήμερα έχει κερδίσει περισσότερα από 40 βραβεία και έχει συμμετάσχει στα σημαντικότερα κινηματογραφικά φεστιβάλ. Στις Κάννες, το Βερολίνο και τη Βενετία έχει γνωρίσει δόξα και διακρίσεις, με το Χρυσό Λιοντάρι Καλύτερης Ταινίας για το "Pieta" να είναι η σημαντικότερη που έχει λάβει ποτέ. 

 Το "Pieta" θα παίζεται από την Πέμπτη 17 Ιανουαρίου στις ελληνικές αίθουσες και το SevenArt θυμάται τις ταινίες που έχτισαν λιθαράκι-λιθαράκι την καριέρα του Κορεάτη δημιουργού. 

Διαβάστε το αφιέρωμα εδώ

*Το αφιέρωμα δημοσιεύτηκε στο κινηματογραφικό πόρταλ www.sevenart.gr (16-1-12).

16 Ιαν 2013

Pass2Day | Που είναι η επανάσταση της τέχνης σήμερα; | #35

Pass2Day. O Διονύσης Κούτρας επιμελείται τη μουσική στήλη του vakxikon.blogspot.com. Kάθε Τετάρτη στο blog γράφει για μουσική. Και κάθε Κυριακή στο Vakxikon Radio, 8-10 το βράδυ, παίζει μουσική και μιλάει γι' αυτήν. 


Eπιμέλεια: Διονύσης Κούτρας 

Σύμφωνα με δημοσίευμα στον βρετανικό τύπο, εργάτες που έσκαβαν στον κήπο της πρώην κατοικίας του John Lennon στο Kenwood, βρήκαν μια δερμάτινη τσάντα η οποία περιείχε ποσότητα LSD. Σύμφωνα πάντα με το ίδιο δημοσίευμα, ο Lennon είχε κρύψει την τσάντα πριν φύγει για το πνευματικό ταξίδι του στην Ινδία με σκοπό να γνωρίσει τον διαλογισμό και να σταματήσει την χρήση ναρκωτικών ουσιών. Με την επιστροφή του άλλαξε γνώμη και αποφάσισε να ξεθάψει την τσάντα, την οποία και δεν κατάφερε ποτέ να βρει. Όλα τα παραπάνω δεν επιβεβαιώνονται από το στενό περιβάλλον του τραγουδιστή και ίσως να είναι φήμες από μερίδα του βρετανικού τύπου. Όσα χρόνια και να περάσουν οι Beatles, και ειδικά ο Lennon, συνεχίζουν να απασχολούν την παγκόσμια μουσική κοινότητα και όχι μόνο, με διάφορους τρόπους. Λέτε να φταίει που σήμερα ελάχιστοι είναι οι άνθρωποι της τέχνης που έχουν τόσο μεγάλη επιρροή στην κοινωνία; Λέτε να φταίει που τις δεκαετίες '60 και '70 οι καλλιτέχνες συμμετείχαν στα κοινά; Που είναι τώρα η "Επανάσταση της Τέχνης"; Που είναι όλοι αυτοί οι "Ροκ Καλλιτέχνες" που συμμετέχουν στην "Επανάσταση" ενάντια στην αδικία, την ελευθερία, τα ανθρώπινα δικαιώματα και το περιβάλλον; Στο εξωτερικό υπάρχουν δείγματα πολιτικής γραφής. Από νέους αλλά και παλιότερους καλλιτέχνες που συμμετέχουν στα κοινά, βλέπε Μanu Chao, Green Day, Pearl Jam, Radiohead, μέχρι και ο Bob Dylan διαμαρτύρεται ακόμη, και πολλοί άλλοι. Κάποιοι από αυτούς τραγουδούν σε μεγάλες συγκεντρώσεις διαμαρτυρίας με καπνογόνα να σκάνε δίπλα τους. Οι Έλληνες ροκ δημιουργοί, πως κάνουν την επανάσταση τους; Δεν θέλω να φανώ άδικος... Δείγματα πολιτικής γραφής έχουμε από μικρή μερίδα τραγουδοποιών όπως ο Γ. Αγγελάκας, τα Υπόγεια Ρεύματα, οι Locomodo, οι Active Member. Ζητώ συγνώμη αν ξεχνάω κάποιον. Που είναι όμως οι συναυλίες διαμαρτυρίας όπου ενωμένοι οι καλλιτέχνες "φωνάζουν" για ένα καλύτερο αύριο; Από το στούντιο και τις συνεντεύξεις τύπου δεν κάνουμε "επανάσταση" kύριοι. Ίσως να είμαι περισσότερο ρομαντικός από ότι θέλει η εποχή μου. Οι εποχές, όμως, δεν αλλάζουν, απλώς επαναλαμβάνονται. Στις μέρες μας, έχει αλλάξει μάλλον ο λόγος που οι "ροκ" καλλιτέχνες δημιουργούν...

Πηγή: rockme